Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Πετροπόλεμος


Θεωρώ τον εαυτό μου και τα παιδιά της  ηλικίας μου τυχερά γιατί γεννηθήκαμε το 1945 που ο φοβερός πόλεμος είχε τελειώσει. Βέβαια ζήσαμε τον σεισμό του 1953 πού αφάνισε τα πάντα αλλά από μόνη της η καταστροφή έφερε και καλές μέρες όπως μεροκάματα, βοηθήματα από διάφορους οργανισμούς, καλό κολατσιό στα σχολεία μας και καθώς εμείς τα παιδιά δεν σκοτιζόμαστε για το μέλλον όπως αγωνιούσαν οι Γονείς μας παίζαμε και χαιρόμαστε την παιδικότητά μας. Το χωριό μας είχε τέσσαρες κύριες Γειτονιές. Τα Λαμπιράτα, τα Σιμάτα, τα Πολλάτα και τα Πολακάτα. Σε κάθε μιά από αυτές τις γειτονιές μαζεύονταν για παιχνίδι τουλάχιστον είκοσι-τριάντα παιδιά. Το Σχολείο μας είχε τέσσαρους δασκάλους και σήμερα δυστυχώς έχει κλείσει. Θυμάμαι τις εκδρομές μας στα γειτονικά μας χωριά Ραζάτα και Δειλινάτα. Στα Ραζάτα το σχολείο ήταν μονοθέσιο με μιά υπέροχη δασκάλα την Κυρία Ήρα. Συναντιόμασταν στο δάσος του Λαυράγκα. Με τα Ραζόπουλα τα πηγαίναμε πολύ καλά. Μιά που ήταν μειονότητα τα κάναμε ότι θέλαμε. Η εκδρομή στα Δειλινάτα ήταν άλλη ιστορία. Κανονίζανε οι δασκάλες των σχολείων μας και συναντιόμασταν στον Άη Βλάσση για να μοιραστούμε την απόσταση. Στο λόφο πίσω και πάνω από το εκκλησάκι κάναμε τα <<παιχνίδια μας>> . Ο Θεός να τα κάνει παιχνίδια δηλαδή. Κανονικός πόλεμος. Τα Δειλινόπουλα ήταν πάρα  πολλά και δεν χωνευόμαστε μεταξύ μας. Ο καυγάς λοιπόν άρχιζε με τα Δειλινόπουλα να μας φωνάζουν πως είναι καλύτεροι και δυνατώτεροι από εμάς. Συγκεκριμένα μας κορόϊδευαν με την εξής μαντινάδα. <<Ούνα ντι ούνα ψηλά την πηγούνα να μην μας γελάνε οι Παλιοφαρακλάδες>>. Και έτσι άρχιζε ο πετροπόλεμος. Που σπάσει τα περισσότερα κεφάλια. Που να μας προλάβουν οι έρημοι οι δάσκαλοι. Τα περισσότερα σπασμενα κεφάλια ήταν τα δικά μας αφενός γιατί είμαστε λιγότεροι και αφετέρου γιατί τόλεγε η καρδιά τους. Κάθε φορά λοιπόν γυρίζαμε στις μανάδες μας με καρούμπαλα και αίματα και δεν βλέπαμε την ώρα για την επόμενη αναμέτρηση και ας ξέραμε πώς δεν είχαμε καμιά ελπίδα να πάρουμε το αίμα μας πίσω. Σήμερα αγαπιόμαστε όσο τίποτα τα δυό χωριά μας και έχουμε συμπεθερέψει με πολλούς Γάμους.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Ταχυδρόμος και όχι μόνο


Ο Ταχυδρόμος την εποχή εκείνη ερχόταν μια φορά την εβδομάδα με τα πόδια ο καημένος. Κάθε Τετάρτη πρωί τον περιμέναμε πώς  και πώς γιατί όλοι από κάπου περιμέναμε γράμμα. Από στρατευμένους, από Ναυτικούς, από εξωτερικό. Ο Ταχυδρόμος μας όμως εκτός από την αλληλογραφία μας έφερνε και προξενιά από μακρυνά χωριά της Κεφαλονιάς που και εκεί πήγαινε τα γράμματά τους. Ένα τέτοιο προξενιό θυμάμαι έγινε δεκτό από μιά οικογένεια που λόγω φτώχιας δελεάστηκαν από την προίκα και έπεισαν τον γιό τους που ήταν και ομορφόπαιδο να προχωρήσουν το ζήτημα. Πήγαν λοιπόν στο χωριό της κοπέλας με τα μουλάρια τους , μιλάμε για οκτώ ώρες περπάτημα και είδαν τη νύφη κορί
τσι νόστιμο και λογοδόθηκαν. Λίγο αργότερα κανονίστηκε και ο Γάμος. Μας κάλεσαν και εμάς οι Γονείς του Γαμπρού λόγω συγγένειας. Ξεκινήσαμε από τις τρείς τη νύχτα με  τρία γαϊδούρια ένα δικό μας και δύο δανεικά για να φτάσουμε εγκαίρως για το μυστήριο. Όπως καταλαβαίνετε δεν υπήρχαν χρήματα για αυτοκίνητο αλλά και να υπήρχαν δεν υπήρχαν δρόμοι από κεί μεριά. Γραμμή λοιπόν στην εκκλησιά όπου περιμέναμε τη Νύφη. Σέ λίγο νάσου και έρχονταν. Η Νύφη όμως δεν ήταν αυτή που είχε συμφωνήσει ο Γαμπρός μα μία τόσο άσκημη πού σε τρόμαζε να την κοιτάς. Έκαμε ο Γαμπρός να διαμαρτυρηθεί αλλά τα αδέλφια της έβγαλαν τα κουμπούρια. << Τι σου πέρασε η ιδέα ορέ πώς θα σε προικίζαμε για την όμορφη αδελφή μας. Αυτή θα πάρεις και θα πείς κι ένα τραγούδι>>. Έτσι κι έγινε.  Την πήρε και είπαμε όλοι μας όχι ένα μα πολλά τραγούδια γιατί έγινε μεγάλο γλέντι με σφαχτά, με τυριά, με άφθονο κρασί . Χορέψαμε και την άλλη μέρα όλοι μαζί φέραμε τη Νύφη συνοδεία στο χωριό. Αυτή η κοπέλα είχε τέτοια καλωσύνη και τέτοια προκοπή που σε λίγο η ομορφιά της ψυχής της  τη μετέτρεψε στα δικά μας μάτια από ασχημόπαπο σε αληθινή κούκλα. Μας αγάπησε και την αγαπήσαμε. Και εξακολουθούμε να θυμόμαστε αυτό το ζευγάρι αν και δεν υπάρχει στη ζωή.  

Κατά τον Θεριστή


O Ιούλιος ο καυτός μήνας του καλοκαιριού με τα τζιτζίκια τρελαμένα. Τα μεσημέρια μπαϊλισμένοι οι γονείς μας μετά το φαγητό ξάπλωναν στο πάτωμα για δροσιά και υποχρεωτικά έπρεπε και εγώ να πέσω για ύπνο στρωματσάδα. Μόλις άκουγα τις ανάσες τους ρυθμικές και κανένα ξεγυρισμένο ροχαλητό του πατέρα την κοπάναγα να πάω με την παρέα για τζιτζίκους. Οι περισσότεροι με την πατούσα αφού για πολλά παιδιά το παπούτσι ήταν είδος πολυτελείας. Δεν βαριέσε από μόνες τους η πατούσες μας ήταν σιόλες και μάλιστα αντοχής. Γεμίζαμε τα βαζάκια μας τζιτζίκια και άστοργοι τα βασανίζαμε φτιάχνοντας με δαύτα κολιέ και τρελένοντας και τις γάτες. Δεν ήμαστε και τόσο αθώες περιστερές. Κλέβαμε και κανένα φρούτο από γειτονικούς μπαξέδες με τη δικαιολογία ότι τα κλεμένα είναι πιο νόστιμα από τα δικά μας. Ήταν και αυτό ένας είδος παιχνιδιού. Ο Ιούλιος ήταν και ο μήνας που θερίζαμε τα σπαρτά μας και τα κουβαλούσαμε στα αλώνια. Τι πανηγύρι αυτό με τα ζωντανά μας γύρω γύρω όλοι στο αλώνι. Αργότερα έφερε ο Αντώνης ο Κρούσος αλωνιστική μηχανή και τα πράγματα έγιναν ευκολώτερα αλλά χάσαμε τη μαγεία. Κουβαλούσαμε τις θυμωνιές μας στο χωράφι που ήταν η αλωνιστική μηχανή και εκεί περιμέναμε τη σειρά μας να αλωνίσουμε. Αυτό σήμαινε αναμονή τουλάχιστον δυό ημερόνυχτα. Κανείς λοιπόν δεν το κούναγε από κεί γιατί φοβόμαστε ο ένας τον ΄ άλλον για κλοπή. Όσο και να αγαπιόμαστε υπήρχε λόγω φτώχειας η υποψία. Ένας μακρυνός συγγενής της μάνας μου ξενύχταγε μαζί με τη γυναίκα του όχι μακριά από το δικό μας κονάκι. Εκείνο το αλησμόνητο βράδυ η θειά τούπε πάω στο χωριό να αναπιάσω προζύμι να μαγειρέψω για τα παιδιά και αν νετάρω νωρίς θα γυρίσω. Ο μπάρμπας έγειρε για ύπνο και καθώς η θειά δεν γύρισε κατά τα μεσάνυχτα το πειραχτήριο της παρέας τρυπώνει πισώπλατα στον μπάρμπα όπως κοιμότανε στο πλάι και τον χουφτώνει καταλαβαίνετε που. Και δός του καμάρια συνταορίστηκε  ο κακομοίρης.  Κάποια στιγμή γύρισε πλευρό αναζητώντας την ικανοποίηση τού οίστρου του και βρέθηκε κατάφατσα με τον διάολο ο οποίος ήταν και ανηψιός του. Πως να αναπαραστήσω τα επακόλουθα? << Ορέ παλιόμουλε, ορέ το αποκείνο της μάνας σου ορέ θα σου κάμω έτσι κι αλοιώς τις αδερφάδες και λοιπά που κι αυτά δεν λέγονται. Μεγάλη χοντράδα βέβαια αλλά και τα γέλια τα ακούω ακόμη.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Περίεργα Μπαλόνια


Αμέσως σχεδόν  μετά το σεισμό του 1953 ήλθε στο χωριό μας όπως σε όλα τα χωριά στρατός για να βοηθήσει στον καθαρισμό των επικίνδυνων ερειπίων και στο στήσιμο των ξύλινων πρόχειρων σπιτιών μας πριν μας βρεί ο χειμώνας. Μαζί με αυτούς ήλθαν και ομάδες εθελοντών από την Ευρώπη. Νέοι από την Αγγλία την Γαλλία και αλλού άνδρες και γυναίκες όλοι τους υπέροχοι. Έστησαν και αυτοί τις σκηνές τους  σε διπλανό χωράφι από τις σκηνές των στρατιωτών. Έδιναν τρομερή ζωντάνια στο χωριό και γέμιζε το καφενείο του πατέρα μου λεβέντες φανταράκια και πανέμορφες ακτιβίστριες. Ανάμεσα στις Γαλλίδες ήταν μία που γνώριζε τέλεια Ελληνικά. Την λέγανε Υβόννη και οι Νέοι του χωριού την είχαν ερωτευτεί. Πρώτος και καλύτερος ο αδελφός μου που νομίζω δεν την ξεπέρασε ποτέ μιά και ήταν το πρώτο του σκίρτημα. Την Υβόννη την εντυπωσίαζε ότι μέσα στην τόση φτώχεια οι γυναίκες γεννούσαν τόσα παιδιά. Αποφάσισε λοιπόν να τις καλέσει στην κατασκήνωσή τους και να τις μάθει δυό πράγματα περί αντισύλληψης. Τους έδωσε και κάμποσα κουτιά προφυλακτικά και τις οδήγησε πώς να τα χρησιμοποιούν. Κάποιες δεν τόλμησαν ποτέ να τα παρουσιάσουν στούς άνδρες τους από φόβο μην φάνε κάνα χέρι ξύλο. Η μάνα μου κάλεσε μια γειτόνισα της έδωσε ένα κουτί και τις ανάλογες οδηγίες. Το ίδιο βράδυ η καημενούλα προσπάθησε να περάσει το μήνυμα στον άνδρα της με καλοπιάσματα και παρακάλια.<< Ωρέ Κωσταντή μου έχουμε γεμίσει τις τρύπες με θυγατέρες. Τι θα τις κάμουμε. Φτωχοί ανθρώποι είμαστε. Πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε παιδιά>>. Οι φωνές από την αντίδραση του Κωσταντή ακούστηκαν σέ  όλη τη γειτονιά. << Και τι να κάμω ωρή. Να τον κόψω να τον πετάξω στη γουρούνα να τόνε φάει?>> << Βρε άντρα μου δεν είπα τέτοιο πράμα. Θεός φυλάξει. Το και το μπορούμε να κάνουμε>>. Φαίνεται πώς τον κατάφερε να δοκιμάσει. Ποιός είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε.   Σίγουρα την ξυλοφόρτωσε την κακομοίρα και άνοιξε την πόρτα και τά  πέταξε στο δρόμο.Όταν τα βρήκαμε εμείς τα παιδιά το πρωί πηγαίνοντας σχολείο, νομίζοντας  πως είναι μπαλόνια τα μαζέψαμε με χαρά και το απόγευμα ανεβήκαμε στο καφενείο του γούτου, τα φουσκώναμε και τα αμολάγαμε στα ύψη, κατάπληκτοι που όσο και να τα φουσκώναμε δεν έσπαζαν με τίποτα. Ευτυχώς μας πήρε χαμπάρι ένα φανταράκι και μας εξήγησε περί τίνος πρόκειται και μας τα ζήτησε. Ένας μάγκας της παρέας του είπε << Θα τα φυλάξω για όταν μεγαλώσω. Εκτός αν θέλεις να τα αγοράσεις>>. Πρός μεγάλη χαρά όλων μας τα πλήρωσε το φανταράκι όχι γιατί τα ήθελε νομίζω, αλλά για να πάψουμε εμείς να τα φουσκώνουμε. Έτσι τα περίεργα μπαλόνια μας μετετράπηκαν σε νόστιμα στραγάλια και σοκολάτες.

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Προσοχή στά μπαρμπαρόσυκκα


Στο σπίτι μας ψηλά στο κτήμα υπήρχαν πολλές μπαρμπαροσυκιές. Έκαναν τα νοστιμότερα μπαρμπαρόσυκα. Φραγκόσυκα για τους μη Κεφαλονίτες. Στο τέλος Αυγούστου ήταν στην καλύτερή τους. Ώριμα μα σφικτά και πολύ αρωματικά. Όποιος ήθελε έτρωγε και έπαιρνε και μαζί του. << Μπάτε φάτε>> έλεγε ο πατέρας μου. Μια μέρα ήλθε και ένας αδελφός του Νόνου μου ο μπάρμπα Βαίτσης. Γέμισε έναν σύκλο ( κουβά) και του άλαξε τα Φώτα. Ύστερα άραξε κάτου από την ελιά και αποκοιμήθηκε. Μα μετά από μισή ώρα τον ακούμε να ουρλιάζει. Φωνές για βοήθεια. Τρέξαμε εμείς και όλη η γειτονιά να δούμε τι τον έβρικε και σκούζει. << Ω μάνα μου ο κώλος μου. Ω θα σκάσω>> φώναζε. << Ωρές τσίμπλωσε ο κώλος του από τα πολλά μπαρμπαρόσυκα . Πόσα επεριδρόμιασε ο Χριστιανός. Θα άδειασε όλο το σύκλο>>. Μούσκεμα στον ιδρώτα ο Βαίτσης κίτρινος σαν λεμόνι λέγαμε πως θα πεθάνει. << Σφίξου μπάρμπα >>  τούλεγε ο πατέρας μου. << Κουράγιο μπάρμπα Διονύση . Σφίξου. Πές πώς γεννάς παιδί>> τούλεγαν οι γυναίκες οι οποίες όσο και να τον συμπονούσαν έσκαγαν και στα γέλια. << Ω μάνα ο κώλος μου>>, ούρλιαζε ο κακομοίρης. Τέλος πάντων πάντα υπάρχει και κάποιος ψύχραιμος που σώζει καταστάσεις.  Έτρεξε η μάνα μου στην κουζίνα μας έφερε ένα κουταλάκι του γλυκού και λάδι.  Ο πατέρας μου έβαλε όσο λάδι μπόρεσε στον κώλο του μπάρμπα του και σιγά σιγά με το κουταλάκι τον ξετσίμπλωσε τον κακομοίρη. Πόναγε ο μαγκούφης αλλά αν αργούσε λίγο ακόμα ο πατέρας μου θα έσκαγε. Με το που βγήκαν οι πρώτοι κοπρόλιθοι μας ρίχνει ο μπάρμπας ένα χέσιμο ξεγυρισμένο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το κάζο. Είναι περιτό να σας πώ πώς δεν ξανάφαγα ποτέ μου μπαρμπαρόσυκα.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Κουμπαριές της κακιάς ώρας


Μπήκα στον πειρασμό να αναφερθώ και σε έναν ακόμη Γάμο γραφικό ο οποίος ετελέσθη το 1927.
Ένας από τους περίεργους του χωριού ήταν και ένας νέος άνδρας που το παρατσούκλι του από μόνο του λέει πολλά. Χάνος. Η μάνα του Χάνου όπως όλες οι μανάδες του κόσμου, δεν έβλεπε τα χουζούρια του γιού της. Ίσα ίσα τον θεωρούσε μεγάλο κελεπούρι. Ήθελε λοιπόν να τον παντρέψει με μιά καλή κοπέλα για να της κάνει και εγγόνια. Αφενός γιατί δεν έβλεπε τίποτα παράξενο στο παιδί της και αφετέρου μάλλον ήλπιζε πως ο Γάμος θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Έλα όμως που καμιά κοπέλα του χωριού δεν τον ήθελε. Έτρωγε λοιπόν τα λυσακά της. Έβαλε λυτούς και δεμένους προξενητάδες να ψάξουν στα χωριά της Κεφαλονιάς να βρούν Νύφη. Πράγματι κουβάλησαν μιά κοπέλα με προσόντα ανάλογα του Χάνου και στο άψε σβήσε κανονίστηκε και ο Γάμος πριν πάρει χαμπάρι πολλά πράγματα η κοπέλα με το λιγοστό μυαλό που διέθετε. Την εποχή εκείνη στεφάνωναν πολλοί κουμπάροι . Δέκα, δώδεκα, και είκοσι αρκεί να είναι ζυγός αριθμός. Αυτό ήταν χαράς Ευαγγέλια για τον παππά γιατί όλοι έβαζαν φακκελάκι.Τον Χάνο όμως δεν τον ήθελε κανείς για κουμπάρο. Τελικά ο πατέρας μου που δεν περιφρονούσε ποτέ άνθρωπο δέχθηκε να τον στεφανώσει ως ένας και μοναδικός κουμπάρος. Στα μισά του μυστηρίου και ενώ όλα πήγαινα κατά πως πρέπει ο Χάνος από την ταραχή του χέστηκε απάνου του. Το μυστήριο δεν γινόταν να διακοπεί. Ευτυχώς φόραγε μακρυά σώβρακα με κορδόνια στους αστραγάλους και μπαλώθηκε η δουλειά εκτός βέβαια από τη βρώμα. Από τότε πολλοί ζήταγαν από τον πατέρα μου κουμπαριές. <<Δεν μου χρειάζεται >> τους έλεγε. <<Έναν κουμπάρο έκαμα στη ζωή μου και μέχεσαι. Να μου λείπει το βύσσινο>. Πάντως το ζεύγος Χάνου έζησαν καλά και μείς καλύτερα και ευτυχώς γι αυτούς δεν απέκτησαν παιδιά.

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Στη μάνα μου


Σε βλέπω στο πορτόνι της αυλής μας λυγερόκορμη με τα θεικά σου μαλλιά σε περίτεχνο κότσο, να μας μαζεύεις από τη γειτονιά για το δείπνο μας. Μας εύρισκες μονίμως απρόθυμους να αφήσουμε το παιχνίδι. Και σύ με ύφος στρατηγού μας έλεγες << στο τραπέζι το δικό μου τρώμε ψωμί μαζωμένοι>>. Ένα τραπέζι φτωχικό που το λάμπρυνε η παρουσία σου και τόκανε Βασιλικό. Ένα τραπέζι που συχνά στη δική σου θέση δεν υπήρχε πιάτο. << Παραξεκουτάλεψα  η λιχούτσα παιδάκια μου και μου κόπηκε η όρεξη>> μας έλεγες. Μα εγώ που ήμουνα το στερνοπούλι σου κι όλο  σε ακλούθαγα κι όλο σε γυρόφερνα σε έβλεπα πολλές φορές να μαζεύεις ότι έμενε στα δικά μας πιάτα και  να δειπνάς . Ήσουν μια μάνα βασανισμένη όπως όλες  τις μανάδες της γενιάς σου. Φτωχές που χάριν των παιδιών τους ποτέ δεν χόρτασαν τη δική τους πείνα αλλά μανάδες Υπερήφανες και μοναδικές. Είθε να είστε όλες δίπλα στον Μεγαλοδύναμο όπως σας αρμόζει. Ποτέ μάνα μου δεν θα σε ξεχάσω. Και αν τα γεράματα μου κλέψουν τη μνήμη από την καρδιά μου όσο κτυπάει δεν θα φύγεις ποτέ.

Κυριακάτικες Βόλτες


Οι κοπέλες του χωριού μας όλες σχεδόν ακολουθούσαν τον πατέρα τους στα χωράφια και δούλευαν σκληρά. Ακόμη και τσαπί στα αμπέλια. Τα χέρια τους ροζιασμένα και τρυπημένα από γαιδουράγκαθα μα όμορφες , ροδοκκόκινες, μεστές και γερές. Όλες με υπέροχες πλεξούδες και καλοστημένους κότσους. Τις Κυριακές και τις γιορτές με τα όμορφα φουστανάκια τους πλυμένες ολόδροσες πηγαίνανε στην εκκλησία όχι μόνο από ευλάβεια αλλά γιατί εκκλησιάζονταν και τα παλικάρια. Από τον γυναικονύτη παίζονταν πολλά. Ματιές βέβαια αλλά τί ματιές. Καυτές. Στην απογευματινή Κυριακάτικη βόλτα πιάνονταν αγκαζέ τουλάχιστον τριάντα από δαύτες και έκλειναν όλο το δρόμο. Από αντίθετη αφετηρία ξεκίναγαν άλλα τόσα αγόρια και μοιραίως κάπου συναπαντιόντουσαν εκείνες χαμήλωναν τάχαμου τάχαμου τα μάτια αλλά πολλά νταραβέρια παίζονταν στίς Κυριακάτικες βόλτες που σύντομα κατέληγαν στο στεφάνι.  Καμιά φορά σπάνια δηλαδή που πέρναγε κανένα αυτοκίνητο για Δειλινάτα για να περάσει έσπαγαν οι κοπέλες την αγκαζαδούρα τους και πήγαιναν μισές δεξιά μισές αριστερά. Οι σωφέρηδες πάντως δεν παραπονιόνταν ποτέ και καθόλου μα καθόλου δεν βιάζονταν να περάσουν.

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Bρυκολάκοι


Όλο το χειμώνα το πατερό μας έρημο και μόνο δεν έβλεπε την ώρα να έλθει ο Μάης για να ζεσταθεί από τις κουβέντες και κυρίως από τους πισινούς των γυναικών οι οποίες  και το χειμώνα συνέχιζαν τις συναντήσεις τους σε μικρότερο βέβαια αριθμό ατόμων, πότε στο ένα μαγερειό πότε στο άλλο. Γύρω από τη φωτιά με την κατσαρόλα στην πιρωστιά  όπου έβραζαν νόστιμα όσπρια, μυρωδάτα τσιγαρίδια, πατάτες σωφιγάδες και από καμιά φορά αλλά σπάνια κρέας. Συχνά στη χόβολη ψήναμε γλυκοπατάτες και κυδώνια. Εκεί ζεσταίνονταν και παγωμένα πόδια και χέρια και ως συνέπεια του ζεστάματος βουρλίζονταν οι χιονίστρες και τρελαινόμαστε στη φαγούρα. Ένα τέτοιο παγωμένο χειμώνα πέθανε ένας μπάρμπας του πατέρα μου. Πήγαμε όλοι στο ξενύχτι. Για μας τα παιδιά κάτι τέτοια ήταν διασκέδαση όταν μάλιστα ο πεθαμένος τάχε φάει τα ψωμιά του. Γίνονταν πολλές πλάκες και καλαμπούρια τέτοια που συχνά και οι πενθούντες έσκαγαν στα γέλια. Στο ξενύχτι του μπάρμπα μας που παραήταν γέρος βάλανε μέσα στον καφέ οι γυναίκες τριμμένο φελλό και οι άνδρες δεν μπορούσαν να σταματήσουν το κλανίδι. Λίγες μέρες μετά μας είπε η Μπερλίνα πως ο μπάρμπας βρυκολάκιασε και τον είδε στην αυλή της να κλέβει λεμόνια. <<Στην ψυχή των απεθαμένων μου σας λέω αλήθεια>>. Ακολούθησαν κι άλλες τέτοιες μαρτυρίες. Άλλη τον έβλεπε να μπαίνει στο κοτέτσι της άλλη στο στάβλο της και η μπεκρού είπε πως τον είδε στην αυλή της και της έκλεψε δυό σεντόνια. Η Μπερλίνα δήλωσε. <<Τι περιμένεις από έναν αφορισμένο γιδοκλέφτη. Βρυκολάκιασε και συνεχίζει τις κλεψιές. Εγώ ήμουν πραγματικά τολμηρό παιδί και τις νύχτες έψαχνα στο στάβλο μας και στο κοτέτσι μας να δω τον βρυκόλακα μια που ήταν και συγγενής. Δεν τον συνάντησα όμως ποτέ.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Νύκτες Δωδεκαήμερου


Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Θεοφάνεια οι νύκτες ήταν ξάστερες, κρύες και λουσμένες στο λευκό του πάγου, θύμιζαν Βόρειο Πόλο και Πολικό Σέλας. Ήταν οι νύκτες που οι άνδρες έπαιζαν χαρτιά. Ξέρω τι σας λέω γιατί ο πατέρας μου είχε καφενείο. Ζούσαμε τότε στις ξύλινες παράγκες του σεισμού. Σε απόσταση αναπνοής από μας ἠταν η παράγκα μιάς θειάς μου.Ο άνδρας της ο τροβαδούρος ήταν ο αγαπημένος μου μπάρμπας. Καλός , κεφάτος και όπως όλοι μας πάμφτωχος. Τις νύχτες που γύρναγε από το καφενείο πάντα χαμένος προσπαθούσε να μην ξυπνήσει τη θειά μου. Μα αυτή του την είχε στημένη. Τον πέρναγε τον κακομοίρη από το τρύπιο λιθάρι. <<Ορέ αναίσθητε που τα παιδιά σου πεινάνε πετάς τις πενταροδεκάρες σου στο τζόγο>>. Και όσο εκείνος δεν μίλαγε τόσο η θειά μου έτρωγε τα λυσσακά της. Εμένα δεν μου ξεφευγε τίποτα. Παραμόνευα με εντολή της νόνας μου που ήθελε να ξέρει τα πάντα. Μιά παραμονή Πρωτοχρονιάς θυμάμαι τον περίμενε στην αυλή για να μη ξυπνήσουν τα παιδιά τους. Μεγαλος καυγάς μες  το κρύο και την παγωνιά. Κάποια στιγμή κουράστηκε η θειά μου η οποία πάντα πίστευε πως άξιζε έναν πρίγκιπα  και όχι ένα τροβαδούρο της πεντάρας, μπήκε στην παράγκα τους.Η συνέχεια υποθέτω παίχτηκε στο κρεβάτι τους γιατί 9 μήνες αργότερα η θειά μου με τα πρώτα της παιδιά στην εφηβεία και ούσα 45 χρονών γέννησε ένα υπέροχο κοριτσάκι. Όπως όλες οι γυναίκες του χωριού μας γέννησε με τη βοήθεια της μάνας μου και ενός αυτοδίδακτου πρακτικού που κατείχε κατά την άποψη τη δική του όλες τις ειδικότητες. Εμάς τα παιδιά μας έδιωξαν από το σπίτι. Μα από τις τρύπες της παράγκας < και ήταν πολλές> είδαμε όλη τη γέννα από την αρχή μέχρι το τέλος. Δεν τρομάξαμε καθόλου. Τα τρία ξαδέλφια μου και εγώ αποφασίσαμε πως τα παιδιά έρχονται στον κόσμο ακριβώς όπως τα αρνιά μας, τα κατσίκια μας και τα γουρουνόπουλά μας. Η γέννα πάντως της θειάς μου  ήταν συγκλονιστική εμπειρία και κάθε φορά που τυχαίνει να βρεθώ με τα ξαδέλφια μου το θυμόμαστε με τρυφερή συγκίνηση.

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Λάμπες και λυχνάρια


Τα βράδυα φωτίζαμε το σπίτι μας με λάμπες πετρελαίου. Το μαγεριό μας για να γλυτώνουμε τον καπνό ήταν εκτός σπιτιού στην αυλή μας. Τα κατσαρολικά και τα τηγάνια μας κρεμασμένα στους τοίχους στην αράδα κατάμαυρα απέξω από τη γάνα μα λαμπερά και πεντακάθαρα από μέσα. Στουβιές για προσάναμμα, λιανόξυλα, σκίζες κομμένες με το τσεκούρι από τον πατέρα από μυρωδάτους κορμούς ελιάς. Το μαγεριό μας το φωτίζαμε με το λύχνο μας με καθαρό λάδι. Κάθε μέρα η μάνα καθάριζε σχολαστικά τα λαμπόγιαλα για να φέγγουν καλά και έφτιαχνε περίτεχνο στρυφτό φυτίλι για το λύχνο μας. Βέβαια το πρωί βρίσκαμε το λύχνο χωρίς φυτίλι γιατί το κλέβανε οι ποντικοί πού όσο και να βουλώναμε τις τρύπες αυτοί καταφέρνανε να τρυπώνουν. Η εκ πατρός Νόνα μου έμενε μαζί μας. Το μικρό της καμαράκι ήταν δίπλα στο δικό μου. Άκουγα την ανάσα της μα και τις αναπόφευκτες λόγω ηλικίας κλανιές της. Πάνω από το κρεβάτι της είχε κρεμασμένους ένα παπόρο Αγίους σερνικούς και θηλυκούς και σε όλους είχε δώσει ειδικότητες σύμφωνα με τις ανάγκες της. Άγιος για τον γιό της Παναγή μόνο και έρημο στην Αυστραλία, Άγιο για τα ζωντανά μας, Άγιο για τα αμπέλια μας και πάει λέγοντας. Κάθε βράδυ λοιπόν όρθια και με ύφος παιδιού που απαγγέλει σε σχολική γιορτή έκανε την προσευχή της που κρατούσε σχεδόν μισή ώρα. Για τον εαυτό της είχε τους Αγίους Αναργύρους με τους οποίους έκλεινε ως εξής. <<Άγιοι μου Ανάργυροι πρώτοι γιατροί του κόσμου γιατρέψτε μου το στομάχι μου, γιατρέψτε μου την καρδιά μου, το σκώτι μου τον κολίτη μου >> και πάει λέγοντας. Μετά γαλήνια και σίγουρη ότι εισακούστηκε παραδινόταν στην αγκαλιά του ύπνου. Ένα βράδυ όμως την ακούω να ξανασηκώνεται φουριόζα και να λέει. <<Και πού είστε Άγιοί μου Ανάργυροι μην ξεχάσετε να γιατρέψετε και τα έρημά μου ποδάρια για να μπορώ να πρεβατώ>>. Νόνα μου εξακολουθώ να σαγαπώ όπως τότε και δεν ξεχνώ πόσο με γαλήνευε η γέρικη μα ζεστή αγκαλιά σου.

 

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Δοχεία νυκτός


Λέω να σταθούμε λίγο στα δοχεία της νύχτας. Το γαστρεντερικό και το ουροποιητικό ζήτημα ήταν ένα θέμα. Πού να πηγαίναμε για αυτές μας τις ανάγκες. Σε μιά γωνία της αυλής μας αρκετά μακρυά από το κυρίως σπίτι είχαμε το στάβλο για τα ζωντανά μας. Θυμάμαι ο πατέρας μου είχε ανοίξει σε μια γωνία του στάβλου μια μεγάλη βαθειά τρύπα κάτι σαν βόθρο δηλαδή το είχε ταβανώσει με τάβλες και είχε ανοίξει μιἀ τετράγωνη τρύπα αρκετά μεγάλη με γνώμονα υποθέτω τον πισινό της νόνας μου που ήταν αρκετά χοντρή. Εκεί τα βολεύαμε μια χαρά και τόχαμε και καμάρι γιατί κανένας άλλος δεν διέθετε τέτοια πατέντα. Τις νύχτες όμως που να τρέχουμε στο στάβλο να τρομάζουμε και τα ζωντανά. Ασε που σκιαζόμαστε και τα ξωτικά. Έτσι το βράδυ στο σπίτι μπάζαμε το δοχείο νυκτός. Το δικό μας ήταν πύλινο και συνεπώς προνομιούχο γιατί θα μπορούσε να είναι τσίγκινο και νάχει και τρύπα ξεγυρισμένη. Πρώτη δουλειά της μἀνας από τα χαράματα ήταν να οδηγήσει το κατουροκάνατο στο στάβλο. Το σκέπαζε μάλιστα. Καμία σεσταρισμένη  γυναίκα δεν ήθελε να τη βλέπουν οι περαστικοί με το κανάτι της. Ώσπου ο πατέρας μου δουλεύοντας στον καθαρισμό των ερειπίων που άφησε ο σεισμός του 1953 βρήκε σε αρχοντόσπιτο του Αργοστολιού ένα υπέροχο δοχείο νυκτός και το κουβάλησε σπίτι. Όταν το είδε η μάνα μου θαμπώθηκε. Ήταν από κατάλευκη πορσελάνη μεγάλο στρογγυλό και απέξω είχε ανάγλυφα στάχυα και φρούτα. <<Τι ωραία σουπιέρα τι υπέροχο σερβίτσιο>> . Όταν ο πατέρας της είπε ότι το βρήκε κάτω από το κρεβάτι απογοητεύτηκε. <<Τέτοιο ωραίο πράμα Σπύρο μου να είναι κατουροκάνατο?>>. Από τότε πάντως δεν βιαζόταν να αδειάζει το κανάτι μας στο στάβλο ούτε το σκέπαζε. Το πήγαινε με καμάρι. Αμ πως να σκάσουν και μερικές μερικές να μη λέμε ονόματα

Μπεκρουλιάσματα


Ο Γέρο Μπακαστράλιας από νέος δεν τα πήγαινε καλά με το νερό. Ούτε το έπινε ούτε το λουζότανε. Ξεδίψαγε μόνο με κρασί. Επειδή όμως δεν άντεχε τη γκρίνα και τη φάουσα πού του έκανε η γυναίκα του για τα μπεκρουλιάσματά του και αφού πλέον κοιμότανε χώρια από τη γυναίκα του την οποία αποκαλούσε σκρόφα, έκρυβε κάτω από το κρεβάτι του μια κανάτα κρασί και με την ησυχία του τα κοπάνιζε. Ένα βράδυ πιθανόν ψιχαλισμένος αντι για την κανάτα του τράβηξε το κατουροκάνατο. Η γριά του ήλθε όπως πάντα στο πατερό και μας ανήγγειλε. << Ορές Χριστιανές ο προκομμένος μου εψές το βράδυ άδειασε όλο το κατουροκάνατο στον καταπιόνα του>>.Το γιέλιο που έπεσε δεν περιγράφεται. Εμείς τα καλόπαιδα την άλλη μέρα γιουχάραμε τον Μπακαστράλια.?<< Ρε μπάρμπα πως σου φάνηκε το κάτουρο. Δεν το ξέρασες ακόμα ?>>. Ο κακομοίρης δεν μας κάκιωνε καθόλου. <<Ορέ διαλεπάρτι έπαθα. Δυνατό και στυφό. Πολύ καλύτερο από τα παλιόκρασα που πουλάνε>> μας έλεγε. Από τότε που απέκτησα και εγώ κάποια άποψη για τα κρσιά συμφωνώ απόλυτα με τον Μπακαστράλια. Θεός σχωρέστονε.

 

 

Γάμος εγένετο


Ένα βράδυ νάσου η και εμφανίστηκε στο πατερό σαν βρεγμένη γάτα η Λεγάμενη. Χλωμή με τα μάτια της χαμηλωμένα. Η Μπερλίνα την ψάρεψε από δω την ψάρεψε από κει στο τέλος μέσα από αναφυλητά ομολόγησε πως είναι αγκαστρωμένη και πως ο φταίχτης της δεν πέταξε από τη χαρά του. Και τότε ως χορός αρχαίου δράματος αρχίζουν όλες μαζί τις κατάρες.  << Που κακιά Λαμπρή να έχει ο παλιάνθρωπος  ο αφορισμένος ο φαρμασώνος που μας ήλθε από του Διαολου τη μάνα και γέλασε ένα φτωχό κορίτσι. Ποιός ξέρει από που κρατάει η σκούφια του. Χωροφύλακας είναι. Τι περμένεις. Οταν σας λέμε να προσέχετε δεν μας ακούτε. Μακρυά από Γαλόνια και συρίτια.΄ Μακρυά από χρυσά κουμπιά. Μα εσείς τους κάθεστε σαν τις κότες και να τα αποτελέσματα. Τι θα απογίνεις μωρή τώρα. Δεν θα σε χωράει το χωριό. Σκοφαντισμένη χωρίς δεκάρα για προίκα ποιός θα σε κοιτάξει με καλό σκοπό>>. Η κακομοίρα η Λεγάμενη έκλαιγε σπαραχτικά. Η μάνα μου που ήταν πολύ υπέρ της αγάπης και πάντα έλεγε πώς ο Έρωτας φτιάχτηκε για τους νέους τις μάλωνε. <<Βγάλτε τον κόριζα αθεόφοβες. Δεν ντρέπεστε να καταριέστε έναν νέο άνθρωπο. Τι ψυχή θα παραδώσετε? Άσε να δούμε τι μπορεί να γίνει>>. << Τι θα γίνει>> αντιφωνούσαν οι άλλες. Προίκα δεν έχει μάνα δεν έχει αδερφό δεν έχει. Αν το μάθει ο πατέρας της θα την πετσοκόψει όσο να πείς απίδι>>.<< Θα τον βρώ το χωροφύλακα να του πω δυό κουβέντες εγώ>> δήλωσε η μάνα μου. Ο Σταθμός της Χωροφυλακής ήταν στα Διλινάτα αλλά κατέβαιναν οι χωροφύλακες στα δικά μας καφενεία συχνά. Ήταν μέσα στα υπηρεσιακά τους καθήκοντα να ελέγχουν την τάξη αλλά μπορούσαν και λίγο πιο εύκολα μακρυά από τον Σταθμάρχη τους να κάνουν τους κορτάκηδες και τους γαμπρούς. Ένα απὀγευμα λοιπόν νάσου τον Λεγάμενο στο σπίτι μας. Η μάνα μου μου είπε να βγώ από την κάμαρα. Μα εγώ κρυφάκουγα. Ήμουν περίεργη  να μάθω. Ήταν πολύ όμορφος ο χωροφύλακας. Μέσα στα πολλά που του είπε η μάνα μου τον ρώτησε αν έχει αδερφές . <<Ναι  .  Έχω τρείς>>. <<Τότε παιδάκι μου σκέψου αν κάποιος έκανε το ίδιο σε αδελφή δική σου πως θα σου φαινόταν>>. Δεν ξέρω αν τα λόγια της μάνας μου βοήθησαν για τις αποφάσεις αυτού του Νέου. Κείνο που ξέρω είναι ότι ο Λεγάμενος και η Λεγάμενη παντρεύτηκαν μετακόμισαν στη δική του πόλη και έκαμαν μια ωραία οικογένεια. Πολλά χρόνια αργότερα καλοκαίρια που επέστρεφε στο χωριό μας η Λεγάμενη δεν παρέλειπε να επισκέπτεται τη μάνα μου που ήταν πλέον μια γλυκειά  γριούλα και να της λέει . <<Χωρίς εσένα θα ήμουνα στο δρόμο>>. Έχουν φύγει πλέον και οι δυό από τη Ζωή μα εγώ τις κρατάω στην καρδιά μου και δεν θα τις ξεχάσω όσο έχω μνήμη.


Ρούχα που χάθηκαν


Ένα βράδυ θυμάμαι ήλθε φουριόζα η Μπερλίνα και είπε στις άλλες<< η λεγάμενη εδώ και δυό μήνες έχασε τα ρούχα της>>. Χαμό έφερε αυτό το νέο.<< Θα της τα έκλεψαν οι τσιγγάνες>> δήλωσα εγώ.<< Εσύ να ακούς και να μη μιλάς>>-μου είπε η Μπερλίνα. Καλού κακού εγώ εκείνο το βράδυ και για πολλά άλλα πριν κοιμηθώ έκρυβα κάτω από το στρώμα το καλό μου φουστάνι. Μια υπέροχη ροζ οργαντίνα με χρυσές πεταλούδες και χρυσή ζώνη. Μάλιστα είχε και φουρό ταφταδένιο. Πολύ αργότερα έμαθα πως τα κορίτσια από ντροπή την περίοδό τους την ονόμαζαν (τα ρούχα τους). <<Τον παλιάνθρωπο το τομάρι>> βρίζανε οι γειτόνισες. <<Κατέστρεψε την κοπέλα>>. Η μάνα μου πάντα καλόκαρδη και αισιόδοξη τις μάλωνε. <<Σωπάτε κακόγλωσσες μη βρίζετε. Είναι καλό παιδί και θα την παντρευτεί>>.  Βέβαια εγώ έμεινα με την απορία τι είδους καταστροφή έκαμε αυτό το παιδί που να πρέπει να την παντρευτεί. Μα απαντήσεις δεν πήρα από πουθενά.