Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Στούς απανταχού Κεφαλονίτες και Θιακούς


Ξενιτεμένα μας πουλιά Καλώς Ήλθατε στην Πατρίδα και τούτο το καλοκαίρι. Το μαγικό ταξίδι της Ύπαρξης ξεκίνησε για σας στην όμορφη Κεφαλονιά και την Ιθάκη, μα η φτώχεια και οι σεισμοί σας έστειλαν σε μακρινές, άγνωστες Πατρίδες. Μα ήταν καλές και φιλόξενες και σας έδωσαν πολλά. Όμως εσείς  τους δώσατε περισσότερα. Δώσατε τη χρυσή νιότη σας, αμέτρητα χρόνια σκληρής και τίμιας εργασίας, συμβάλατε στην οικονομική τους ανάπτυξη και πρόοδο. Στις γειτονιές που ζούσαν Έλληνες μετανάστες άνοιγαν Τράπεζες.  Υπήρξατε νομοταγείς πολίτες που σέβονταν τούς Νόμους και την τάξη. Και κυρίως δώσατε τα παιδιά σας τα Υπέροχα Ελληνόπουλα. Ανάμεσά τους σπουδαίοι επιστήμονες της πυρηνικής Φυσικής, Γιατροί, ερευνητές, πολιτικοί και τόσοι άλλοι επιτυχημένοι από κάθε άποψη.  Σας υιοθέτησαν λοιπόν αυτές οι πατρίδες και τις υιοθετήσατε και σείς. Όμως όλα τα υιοθετημένα παιδιά μια ζωή ψάχνουν μέσα από την ανάγκη τους να βρούν τη βιολογική τους μάνα. Νομίζω ότι αυτή η ανάγκη σας φέρνει και σας ξανά και ξανά πίσω στον τόπο που γεννηθήκατε. Πίσω στις ζαβολιές και την ανεμελιά των παιδικών σας χρόνων, πίσω στα εφηβικά όνειρα, πίσω στην πρώτη Αγάπη που (δεν λησμονιέται δεν ξεριζώνετε απ΄την καρδιά) πίσω στους τάφους λατρεμένων Γονέων και Παππούδων. Ο άνθρωπος φίλοι μου, μπορεί να γνωρίσει στη ζωή του και να αγαπήσει πολλές δεύτερες Πατρίδες. Πάντα όμως ΔΕΥΤΕΡΕΣ θάναι. Γιατί η γνήσια η αληθινή Πατρίδα σαν τη μάνα που μας γέννησε είναι ΜΟΝΟ ΜΙΑ. Εύχομαι ο Θεός να σας χαρίζει μακροζωϊα, Υγεία στο σώμα και στο νου για να μπορείτε για πολλά ακόμα χρόνια να επιστρέφετε στον τόπο που σας γέννησε.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Salad Bar



Για τον πατέρα μου που ήταν 57 χρονών όταν μετανάστευσε η προσαρμογή δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ελεύθερος άνθρωπος όλη του τη ζωή αγρότης βρέθηκε κλεισμένος στην κουζίνα ενός μεγάλου εστιατορίου με τα πιάτα μέχρι το ταβάνι. Πολλές φορές επιστρέφοντας από το σχολείο τον εύρισκα στο τελευταίο σκαλοπάτι  της ξύλινης σκάλας που έτριζε ανελέητα, να κλαίει σαν μικρό παιδί.  <<Πάμε σπίτι μας πατέρα μου>> του έλεγα. <<δεν μπορώ να σε βλέπω να υποφέρεις. Θα ζήσουμε όπως και τόσοι άλλοι σαν κι εμάς>>. Και η μάνα είχε δυσκολίες και εμπαιγμό επειδή δεν γνώριζε και τη γλώσσα. <<Μπήκαμε στο χορό και θα χορέψουμε. Πρέπει να παλέψουμε για μιά σύνταξη>> έλεγαν και παρηγορούσαν ο ένας τον άλλον. Νομίζω ότι η αγάπη που πάντα τους έδενε φούντωσε περισσότερο μέσα από τις δυσκολίες του ξενιτεμού μας. Με τον καιρό βέβαια δέχθηκαν την νέα τους ζωή. Ο πατέρας μου ήταν πολύ εργατικός και τίμιος και δεν χρειάστηκε ποτέ να αλλάξει εργοδότη. Τον λάτρευαν και τον σέβονταν. Δεν άργησε μάλιστα να πάρει <<προαγωγή>>. Αρρώστησε εκείνος που έκοβε σαλάτες και ο πατέρας μου πρότεινε να βοηθήσει. Τρελάθηκε το αφεντικό όταν σε δευτερόλεπτα έκοβε βουνά σαλάτες τόσο περίτεχνα που και ο σεφ τάχασε. Δεν ήξεραν βέβαια ότι στο χωριό καλλιεργούσε καπνά για δική του χρήση και ψιλόκοβε τα φύλλα με μεγάλη ομοιογένεια και μαεστρία. Από τότε τέρμα τα πιάτα. Ήταν πλέον επίσημα στο <<salad bar>>. Καμάρωνε θυμάμαι και σταμάτησε να κλαίει στο τελευταίο σκαλί.  Πατέρα μου η φτώχια μας ανάγκασε να εγκαταλείψουμε τον τόπο μας και εσύ μεγάλος άνθρωπος βίωσες αρκετή πίκρα. Τα καταφέραμε όμως και γυρίσαμε στο σπίτι μας και ξανάγινες ευτυχισμένος .