Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Φθινόπωρο Γυναίκας

Κάθε φορά που φεύγει το καλοκαίρι με πιάνει μια αίσθηση θανάτου. Τόσο έντονη που με μελαγχολεί. Πιθανόν να φταίει η ηλικία μου γιατί νέα δεν με μελαγχολούσε τίποτα. Το αποκορύφωμα με βρίσκει το Νοέβρη κάθε χρόνο ανελλιπώς. Το παθαίνει κανένας από σας? Παρόλο που λατρεύω το ήρεμο Φθινόπωρο σαν εποχή,  δεν καταφέρνω να αποβάλω την κακιά μου διάθεση. Φέτος παλεύω να πείσω το σύζυγο για ένα ταξίδι ολίγων ημερών εντός Ελλάδος μέσα στον επίμαχο μήνα. Δεν ξέρω αν θα τον καταφέρω. Όσο ήμασταν νέοι έβαζα τα μεγάλα μέσα και γινόταν το δικό μου. Τώρα λόγω μειωμένης τεστοστερόνης και 46 χρόνια γάμου δεν έχω τις παλιές επιτυχίες. Τι να κάνουμε . Όλα τα πάντα έχουν ημερομηνία λήξης. Όπως η ίδια η Ζωή άλλωστε. Μου λείπουν κυρίως οι άνθρωποι του καλοκαιριού που ζωντανεύουν το νησί μας από όλα τα μήκη και πλάτη της Γης. ΄       Το ταξίδι όμως είναι πάντα μια υπέροχη εμπειρία και η καλύτερη επένδυση. Το αντίδοτο της κακιάς διάθεσης. Βάλτε ένα χεράκι ρε παιδιά να τον καταφέρουμε να το αποφασίσει. .......

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Καλοκαίρι καί καταχνιά

                     

                            <<   Τα λόγια της αγάπης μας τραγούδι που ατέλειωτο το είχαμε αφήσει
                                γιατί έφυγε το καλοκαίρι εκείνο και χάθηκε η αγάπη πριν ανθίσει>>


Έφυγε και τούτο το καλοκαίρι και πάντα μελαγχολώ και αναρωτιέμαι αν το επόμενο  θα με βρεί καλά για να ζήσω τις χαρές του. Βέβαια οι χαρές της νιότης << τραγούδια που ατέλειωτα τα είχα αφήσει>>, όπως λέει το όμορφο τραγούδι, ζουν πλέον στην καρδιά μου και στη μνήμη μου και είμαι ευτυχισμένη που τα έζησα τότε που τους έπρεπε να τα ζώ. Πιστεύω πως ένα τέτοιο καλοκαίρι έχουμε ζήσει όλοι μας γιατί τα νιάτα είναι νιάτα από καταβολής κόσμου. Θυμάμαι σε ένα μου ταξίδι ένα βράδυ στο τότε υπέροχο Λιμανάκι που είχα πάει με κοριτσίστικη παρέα, ήλθε ένα παλληκαράκι γύρω στα δεκαοχτώ που μου ήταν τελείως άγνωστο, και με ευγένεια αλλά και τράκ μου ζήτησε να χορέψουμε. Τρέμανε τα πόδια του και χορεύοντας τον κουβέντιαζα για να ηρεμήσει. Έμαθα λοιπόν πως το πανέμορφο αυτό αγόρι ήταν από το χωριό μου. Από τότε κάθε φορά που με βλέπει (οικογενειάρχης πλέον) μου λέει <<Αν ήξερες πόση αυτοεκτίμηση ένοιωσα που δέχθηκες να χορέψουμε. Αν είχες αρνηθεί δεν θα ξανατολμούσα να ζητήσω από κοπέλα να χορέψουμε>>.
Αυτή η μαγεία του παιχνιδιού και της διεκδίκησης από το αγόρι για το κορίτσι δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμη στην εποχή που ζούμε. Θέλω να πιστεύω πως δεν άλαξαν τόσο οι καιροί. Θα ήταν κρίμα οι νέοι να μη βιώνουν  τη λαχτάρα της προσμονής που κάνει τον Έρωτα πραγματικό Θεό.
Άς πάει στο Καλό λοιπόν και τούτο το καλοκαίρι (θεωρητικά τουλάχιστον) γιατί στην όμορφη χώρα μας αργεί να έλθει η καταχνιά του Φθινοπώρου.

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Ας μιλήσουμε για ρατσισμό

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι ίσως παραέγινε της μόδας η λέξη ρατσισμός. Μήπως την επικαλούμαστε και εκεί που δεν υπάρχει ή εκεί που δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση από τους γράφοντες. Όπου όμως πραγματικά υπάρχει είναι κακός και μαύρος. Πέρα από τον πολιτικό, θρησκευτικό, φυλετικό και κάθε είδους ρατσισμό, χειρότερος όλων είναι  εκείνος που βιώνει η άτεκνη γυναίκα. Νομίζω είναι καιρός να ακούσετε φίλοι μου την δική μου ιστορία.
Πέντε φορές προσπάθησα να γίνω μάνα αλλά για περίεργους και ανεξήγητους λόγους τα παιδιά μου πέθαιναν στον έκτο μήνα της κύησης και ακολουθούσαν πρόωρες επώδυνες και τραγικές γέννες. Παρόλο που ζούσα στην Αμερική με την επιστήμη προηγμένη απαντήσεις δεν πήρα ποτέ στο μεγάλο μου γιατί.  Την τελευταία φορά είχα εξωμήτρια κύηση με δίδυμα. Στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο που νοσηλευόμουν , (Άγιος Βαρνάβας στο Λίβινγκστον Νέας Υερσέης) υπήρχαν παρεκκλήσια όλων των Θρησκειών και ο γιατρός μου μού  έστειλε τον ορθόδοξο ιερέα και με εξομολόγησε και μετάλαβα πριν μπώ στο χειρουργείο. Όπως βλέπετε επέζησα. Όσες γυναίκες έχουν χάσει παιδιά σαν εμένα καταλαβαίνουν τι σημαίνει να βγαίνεις από το νοσοκομείο καταπονημένη, αδύναμη, ταλαιπωρημένη χωρίς παιδί στην αγκαλιά σου και γεμάτη ενοχές που και πάλι δεν τα κατάφερες Εδώ θα κάνω μια παρένθεση να πώ ότι από αυτό το αβάσταχτο βάρος της ενοχής με απελευθέρωσε ο παππά Γεράσιμος Φωκάς ( Μητροπολήτης μας)  που ήταν ο πνευματικός μου. Με την απέραντη αγάπη του άντρα μου και των γονιών μου τα ξεπερνούσα όλα αυτά αλλά ο ρατσισμός ήταν και παραμένει αγιάτρευτη πληγή. Και τον συνάντησα περισσότερο από γυναίκες. Κεφαλονίτισσες που έρχονταν από την Ελλάδα χωρίς γνώση της Αγγλικής και τις πήγαινα να γεννήσουν και συχνά με κάλενε ο γιατρός στην αίθουσα τοκετού για να μεταφράζω τις οδηγίες του, όταν βάφτιζαν τα μωρά τους δεν με προσκαλούσαν γιατί θεωρούσαν γρουσουζιά την παρουσία μιας γυναίκας που έχανε τα παιδιά της (ως εκ τούτου καταραμένη). Θα μπορούσα να σας αναφέρω σημεία και τέρατα αλλά δεν το κάνω γιατί τις έχω όλες συγχωρήσει. Πιστεύω ότι τα παιδιά μας κατά βάθος δεν είναι ιδιοκτησία μας αλλά ανήκουν στην κοινωνία συνεπώς είναι και δικά μου παιδιά και τις ευγνωμονώ που τα γέννησαν γιατί αν δεν υπήρχαν παιδιά η ζωή μας θα ήταν θλιβερή. Ακόμη και μια διαθήκη πατρική απέκλεισε τον άντρα μου από το πατρικό του σπίτι και αυτό που μας πλήγωσε είναι ότι αιτιολογήθηκε ο αποκλεισμός από τον διαθέτη με τη φράση (Τον αποκλείω γιατί δεν μου έκαμε εγγόνια). Και αυτό το συγχωρήσαμε γιατί δεν θα μπορούσαμε να είμαστε ευτυχισμένοι αν δεν συγχωρούσαμε. Μακριά λοιπόν από κάθε είδους ρατσισμό και με χαρά διαπιστώνω ότι οι νέοι άνθρωποι  δεν έχουν τέτοια συναισθήματα. .Πολλές φορές  άκουγα το εξής φοβερό από άσπονδες φίλες.<<Πώς δεν σε χώρισε ο δικός σου που δεν τούκανες παιδιά>>?  Τους απαντώ σήμερα. << Όλα τα χωρισμένα ζευγάρια έχουν παιδιά και αυτό τα λέει όλα>>.

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ.



Μαγική πόλη η Νέα Υόρκη. Νεαρή κοπέλα πολλά Σαββατόβραδα κατέβαινα από τη Νέα Υερσέη στην Αστόρια στο σπίτι της ξαδέλφης μου της  Άννας Λυκούδη-Δελληγιαννάκη και κάναμε τις τρέλλες μας. Πολλά Ελληνικά μαγαζιά για κάθε είδους διασκέδαση με εξαιρετικά προγράμματα. Κάποια πολυτελείας κάποια μπουζουκομάγαζα, όλα με καλό φαγητό και θαυμασιες πίστες για χορό. Εκείνος όμως που ήταν πραγματικός Άρχοντας της νύχτας ήταν ο Σπύρος ο Μολφέτας από το Πυργί. Στην όγδοη λεωφόρο στο Μανχάταν διέθετε στον πρώτο όροφο εστιατόριο με εκλεκτή Ελληνική κουζίνα και στον δεύτερο νυχτερινό κέντρο το γνωστό Γκρήν Ρούμ. Ένας υπέροχος μαέστρος Κεφαλονίτης  Λυκιαρδόπουλος με μεγάλη ορχήστρα και πρόγραμμα με τους καλύτερους τραγουδιστές που διέθετε τότε η Ελλάδα. Δύσκολο να τους αναφέρω όλους. Από τους αγαπημένους μου Ο Γιάννης Βογιατζής με τη Τζένη Βάνου, οι αδελφοί Κατσάμπα, ο Τάκης Μωράκης με τα βιολιά του και την γυναίκα του Νάντια Κωσταντοπούλου, το τρίο Μπελκάντο, ο Γιώργος Ζαμπέτας με τη Βίκη Μοσχολιού και η υπέροχη Εύα Στιλ με τον Λάμπρο Νικολαϊδη με την κιθάρα του που τραγουδούσε μαζί της ντουέτο και υπήρξαν και τρελά ερωτευμένοι. Η Εύα ήταν εντυπωσιακή  Ελληνοαμερικανίδα καλλονή. Στο γκρήν ρούμ του γοητευτικού Σπύρου Μολφέτα διασκέδαζε και η αφρόκρεμα πολλών Αμερικανών της Νέας Υόρκης. Χρόνια αργότερα μετακόμισε το μαγαζί στο Χάκενσακ  παρέδωσε τα ηνία στα παιδιά του , απεσύρθη ο ίδιος λόγω ηλικίας αλλά καμία σχέση το νέο μαγαζί με τις δόξες του παλιού.  Ένα ακόμη αριστοκρατικό νυχτερινό κέντρο Ελληνικό ήταν το Γκόλντεν Ρούμ επίσης στο Μανχάταν. Ένας υπεροχος κιθαρίστας ο Πέτρος Χαραμής και μία εξίσου υπέροχη πιανίστα της οποίας το όνομα δυστυχώς δεν το θυμάμαι. Πιθανόν Εύα Κουμαράκη. Όσες φορές πήγαινα σε αυτό το κέντρο έβρισκα πρώτο τραπέζι πίστα την ηθοποιό Ρίκα Διαλυνά. Τώρα βέβαια οι νέοι έχουν άλλους τρόπους διασκέδασης αλλά νομίζω πώς έχει χαθεί η μαγεία που εμείς βιώναμε  εκείνη την εποχή. Οι φωτογραφίες είναι δικές μου λήψεις όχι πολύ καλές γιατί ήμουνα  ελαφρώς ψιχαλισμένη και η μηχανή μου μια απλή πολαρόιντ της πλάκας. Η συγκεκριμένη τραγουδίστρια ήταν από τα ταλέντα του Γιώργου Οικονομίδη η Μάριον Σίβα πανέμορφη κοπέλα η οποία είχε οικτρό θάνατο στην Αθήνα . Παρασύρθηκε από το βάρος της σκύβοντας στο μπαλκόνι της και σκοτώθηκε. 

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Περί εγκρίτων Δικηγόρων

Την περασμένη Κυριακή παραβρέθηκα σε μια Γενική Συνέλευση συγχωριανών μου για σοβαρό εκκλησιαστικό ζήτημα. Ο Νομικός Γιάννης Λυκούδης μας εξήγησε με απόλυτη σαφήνεια και σε απλή γλώσσα τα  του Νόμου θέματα και κανονισμούς. Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους δήλωσαν ότι μίλησαν με έγκριτους δικηγόρους των Αθηνών οι οποίοι τους είπαν...................................   Έμεινα με την απορία τι είναι αυτό που καθιστά αυτούς τους δικηγόρους έγκριτους. Για μένα κάθε δικηγόρος που πήρε το πτυχίο του , έγινε αποδεκτός από το Δικηγορικό Σύλλογο και ορκίστηκε είναι καθ' όλα έγκριτος. Τόσο ο Γιάννης ο Λυκούδης και κάθε νέο παιδί που με δυσκολίες συνήθως οικονομικές και άλλες , κατορθώνει να τελειώσει την επιστήμη του είναι ΕΓΚΡΙΤΟΣ.   Αν εννοούσαν οι χωριανοί μου μεγαλοκαρχαρίες δικηγόρους των Αθηνών που αθωώνουν ακόμα και εγκληματίες, εμένα τουλάχιστον δεν μου κάνουν. Κάθε άλλο παρά έγκριτους τους θεωρώ.  Έχουμε δυστυχώς κολλήσει στην καραμέλα μεγαλογιατρών και μεγαλοδικηγόρων και ξεχνάμε ότι τις ίδιες σπουδές κάνουν όλοι τους και τόσο οι γιατροί του νησιού μας όσο και οι δικηγόροι μας αξίζουν την εμπιστοσύνη μας.
Επιπλέον, στην ίδια συνέλευση αντιλήφθηκα μια απαξίωση για τον Εφημέριο του χωριού μας  τον Παππά Βασίλη Παυλάτο.  Παρασκηνιακά φυσικά.  Δεν ξέρω τι ακριβώς τόσο σοβαρό έχουμε να προσάψουμε στον παππά μας που να αξίζει τόση απαξίωση. Νομίζω πώς αν κάτι μας ενοχλεί μπορούμε να το συζητήσουμε μαζί του. Είναι νέος άνθρωπος οικογενειάρχης και κάτω από την πίεση και άλλων ενοριών που καλύπτει κάνει ότι μπορεί. Να θυμήσω σε όλους και στον εαυτό μου ότι κατά τη χειροτονία του με την εκκλησία μας γεμάτη φωνάζαμε όλοι γενικώς  ΑΞΙΟΣ. Τι άλλαξε από τότε? Σεβόμενη όλες τις απόψεις καταθέτω και τις δικές μου.

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Στέρνες και λίμπες.


 Έως και το 1985 στα Φαρακλάτα δεν είχαμε ύδρευση Κάθε σπίτι είχε τη στέρνα του με το σύκλο (κουβά) και το ραμπαούνι σε ετοιμότητα και κάθε αυλή είχε τις λίμπες της (γούρνες). Σε γούρνες τετράγωνες και μεγάλες σαν αυτή της φωτογραφίας, από εξαιρετική πέτρα, στα κατώγια μας,  αποθηκεύαμε το λάδι μας και τα σιτηρά μας και τα σκεπάζαμε με πλάκες πέτρινες που εφάρμοζαν ερμητικά στις λίμπες γιατί μόνο έτσι τα γλυτώναμε από τους ποντικούς. Στις μικρότερες της αυλής πλέναμε ρούχα, στο κοτέτσι μας υπήρχε πάντα μία γεμάτη νερό για να πίνουν οι κότες μας, Λίμπες σαν τη στρογγυλή με το λουλούδι, υπήρχαν και στα χωράφια μας πάντα γεμάτες νερό της βροχής. Θυμάμαι όταν μετά το σχολείο πήγαινα στην εξοχή να βρώ τους γονείς μου, ξεδίψαγα σε αυτές τις λίμπες παρ'ολο που δεν ήταν καθαρές. Άλλωστε σε αυτές  έπιναν και πουλιά,  πρόβατα ακόμη και φίδια γιατί δίπλα τους βρίσκαμε φιδοπουκάμισα πολλά. Πίναμε χωρίς φόβο αφού πρώτα κάναμε μια σπονδή με την οποία από τη λίμπα μας απομακρύνονταν <<Πάσαι αι εναντίαι δυνάμεις>>. Τις μετατρέπαμε δηλαδή σε κολυμβήθρες βαπτίσματος. Η σπονδή είχε ως εξής: Σταυρώνοντας το νερό τρείς φορές στο όνομα της Αγίας Τριάδος λέγαμε: Πίνω 'γώ πίνει ο Θεός πίνει του Θεού το ζό. Αν ειν 'καλό να το ρευτώ κι'αν ειν'κακό να το ξερνώ>>.Για χρόνια γινόταν αυτό .Έτσι ξεδιψούσαμε και ποτέ δεν μας πείραξε. Είμαι σίγουροι πώς πολλοί της ηλικίας μου φίλοι έχουν δροσιστεί στην εξοχή μόνο που μπορεί να μην ήξεραν τη μαγική μου σπονδή.   Και σας πληροφορώ ποτέ <<δεν το ξέρασα>>.            

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Κρίμα Βασίλη


Πρίν μερικές μέρες παρακολούθησα το πρόγραμμα  360 μοίρες της θαυμάσιας Σοφίας Παπαϊωάννου. Νέοι συνάνθρωποί μας κατέθεσαν τη δική τους αλήθεια και μπράβο τους. Η αλήθεια είναι η μεγαλύτερη κατά την άποψή μου Αρετή και κανένας δεν χρειάζεται να λογοδοτήσει πουθενά για την αλήθεια του. Έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον να δεχθεί και να σεβαστεί ότι η φύση του τον προστάζει. Ακούγοντας αυτά τα παιδιά ταξίδεψα πολλά χρόνια πίσω στην εποχή που η Αθήνα ήταν η μενεξεδένια πολιτεία του Άγγελου Τερζόπουλου.
Θεωρώ ότι ήμουν τυχερό παιδί γιατί από την πρώτη Δημοτικού όλες μου τις διακοπές τις ζούσα στην Αθήνα κοντά σε μια υπέροχη θεία αδελφή της εκ μητρός Νόνας μου, αληθινής Αρχόντισσας και όταν οι Γονείς  μου έφυγαν για  Αμερική το 1960, έμεινα με τη θεία μου τρία χρόνια μέχρι να εγκριθεί η πρόσκληση τον Γονιών μου. Ήταν τα ωραιώτερα χρόνια της εφηβείας μου. Σε ένα υπέροχο Νεοκλασικό τριώροφο, στην οδό Θερμοπυλών γωνία με την οδό Γρανικού αριθμός 1. Από την κρεβατοκάμαρά μου έλεγα την τελευταία καληνύχτα στην Ακρόπολη.
Κοντά στη θεία Σπυριδούλα γνώρισα τι σημαίνει Θέατρο. Αλέξης Μινωτής, Αιμίλιος Βεάκης, Κάρολος Κούν και πολλοί άλλοι. Η κουζίνα του σπιτιού μας έβγαζε σε μιά τεράστια σιδερένια στροφική σκάλα που ξεκίναγε από το υπόγειο και έφτανε στη ταράτσα όπου ήταν το πλυσταριό. Δίπλα μας ακριβώς Γρανικού 3 μια μεγάλη μάντρα που ήταν πρακτορείο Μεγάρων. Εκεί άραζε το λεωφορείο που συνέδεε τα Μέγαρα με την Αθήνα. Στη μάντρα υπήρχε ένα σπιτάκι πανέμορφο και γραφικό στο οποίο ζούσε ένα θαυμάσιο παιδί πανέμορφο και ομοφυλόφιλο. Ήταν μορφωμένο αλλά για ευνόητους λόγους τότε καθάριζε γραφεία και σκάλες. Τα βράδυα ζούσε τη δική του αλήθεια. Χόρευε σε νυχτερινό κέντρο οριεντάλ. Ντυνόταν κατάλληλα  καί  μάγευε με το χορό του. Αργότερα στη ζωή μου είδα πολλές γυναίκες να χορεύουν αλλά  καμία σαν το Βασίλη. Ένα καλοκαίρι ήλθε στην Αθήνα η τότε διάσημη Τζέην Μάνσφιλντ  η οποία τρελάθηκε με το χορό του και φωτογραφήθηκε μαζί του. Υπέφερε πολλά ο αγαπημένος μου φίλος και πολλές φορές τον χλεύαζαν και τον ταπείνωναν χωρίς αιτία. Όταν έφυγα μου χάρισε ένα δίσκο 45 στροφών του Γιάννη Βογιατζή με το τραγούδι στη μία πλευρά Αθήνα Αθήνα  και στην άλλη ¨ονειρα όνειρα γιατί λάτρευα το Βογιατζή. Μέτρησε το κεφάλι του και με παρακάλεσε να του στείλω μιά καλή περούκα για την αμφίεσή του. Δεν πρόλαβα. Λίγο μετά την αναχώρησή μου κάποιοι αλήτες όταν επέστρεφε νύχτα από το χορό του, τον χτύπησαν πολύ και το πρωϊ τον βρήκαν στο κρεβάτι του πεθαμένο. Ήταν πολύ σκληρή εποχή τότε για αυτά τα παιδιά που τα περισσότερα ήταν υπέροχα πλάσματα. Δεν ξεχνάω ποτέ το Βασίλη και πολλές φορές μονολογώ και του λέω <<Κρίμα που δεν ζείς σε τούτη την εποχή φίλε μου>>. Τούτη η ανάρτηση αφιερωμένη σε σένα με αγάπη.

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Προσφυγιά


Αυτές οι φωτογραφίες κρύβουν μια ιστορία που θέλω να μοιραστώ μαζί σας φίλοι του Κομπόγιο και όχι μόνο.. Στα καθιστά παιδάκια το πρώτο αριστερά που κρατά ένα άγνωστό του προσφυγόπουλο από την Αρμενία, είναι ο Μιχάλης Αγκοπιάν ο οποίος πολλά χρόνια μετά , η ζωή που μας πάει όπου εκείνη θέλει,  τα κανόνισε να γίνει  πεθερός της μακαρίτισσας της αδελφής μου Τασούλας. Πολλά χρόνια μετά που μετανάστευσα και εγώ μου έλεγε την τραγική ιστορία του την εποχή της γενοκτονίας των Αρμενίων. Σας τη μεταφέρω όπως ακριβώς μου την έλεγε ξανά και ξανά στα βαθιά του γεράματα.
<<Εκείνη την τραγική μέρα εγώ έξι χρονών και η αδελφή μου δώδεκα με τους γονείς μας σκοτωμένους, τρέχαμε όπως όλοι χωρίς να ξέρουμε που πάμε. Η αδελφή μου μπροστά στα έντρομα μάτια μου υπέστη ότι και πολλές άλλες κοπέλες κατά εξακολούθηση. Αιμόφυρτη στο δρόμο έμεινε και εγώ ούρλιαζα όταν με παρέσυρε το πλήθος .Μετά δεινών και βασάνων κατέληξα στη Μικρόπολη Της Δράμας. Εκεί όταν μεγάλωσα ερωτεύτηκα την Ελπινίκη Παστουρματζή πρόσφυγας από τον Πόντο  και αυτή και παντρευτήκαμε>>.  Στο σημείο τούτο έπαιρνε πάντα το λόγο η γυναίκα του και πεθερά της αδελφής μου μια αληθινή αρχόντισσα που θα θυμάμαι πάντα. Μεταφέρω και τη δική της ιστορία χωρίς να αλλάζω λέξη.        << Με τη Μικρασιατική καταστροφή βρέθηκα παντέρημη οκτώ χρονών κοριτσάκι,  στο δρόμο της προσφυγιάς με το μικρό μου αδελφό τριών χρονών στους ώμους μου. Κάθε λίγο μού έλεγε Ελπινίκη πεινάω και μου έσπαγε την καρδιά . Μία μέρα μετά από πορεία πολλών ημερών, σταμάτησε να μου λέει ότι πεινάει και εγώ ανακουφίστηκα ότι επιτέλους αποκοιμήθηκε. Μέχρι που πάγωσε στους ώμους μου αφού είχε πεθάνει.>.    Ο Μιχάλης και η Ελπινίκη λοιπόν παντρεύτηκαν στη Δράμα και έκαμαν δύο κόρες και ένα αγόρι. Ο Μιχάλης έψαχνε πάντα την αδελφή του γιατί πίστευε ότι ζεί, μέσω Ερυθρού Σταυρού. Πράγματι την βρήκε παντρεμένη με έναν υπέροχο Αρμένη και ζούσε στο Μπίνγκχαμπτον της Νέας Υόρκης. Μετανάστευσαν όλοι εκεί και όταν η αδελφή μου το 1955 δεκαεφτάχρονη πήγε στην ίδια πόλη, ερωτεύτηκε τον γυιό τους Μινά νεαρό παλληκάρι που μόλις είχε επιστρέψει βετεράνος από την Κορέα   που υπηρέτησε στον Αμερικάνικο στρατό ως διερμηνέας των εξ Ελλάδος στρατιωτών.    ΄Στη φωτογραφία είναι την ημέρα που λογοδόθηκαν. Μια ένωση που έφερε τρία υπέροχα αγόρια τα λατρεμένα μου ανήψια. ο παππούς και η γιαγιά τους ορφανεμένα προσφυγόπουλα κατάφεραν να επιζήσουν, να ερωτευτούν, να χαρούν παιδιά και εγγόνια και κυρίως κατάφεραν να συγχωρήσουν τους διώκτες τους.                                       

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ένα αξέχαστο Πάσχα.


Εκείνο του 1954. Διαφορετικό από τα άλλα των παιδικών μου χρόνων μεγαλόπρεπο και για πάντα ζωντανό στη μνήμη μου.
Ήταν στρατός τότε στα Φαρακλάτα για να βοηθήσει στην απομάκρυνση των χαλασμάτων που άφησε ο σεισμός του 1953. Είχαν στρατοπεδεύσει εκεί που σήμερα βρίσκεται το σπίτι του παπά Νικόλα (δασκαλάκη). Ομορφόπαιδα τα φανταράκια  με τον υπέροχο λοχαγό τους ο οποίος ερωτοτροπούσε με τη νεαρή μας δασκάλα την οποία και  παντρεύτηκε .Πολλά  κορίτσια ερωτεύτηκαν τότε τους νεαρούς στρατιώτες μία τέτοια και η αδελφή μου η οποία έφυγε για Αμερική αλλά πάντα θυμόταν με τρυφερότητα το φανταράκι της.  Ανάμεσά τους υπηρετούσαν και μουσικοί. Στήθηκε τρικούβερτο γλέντι με ακορντεόν, φυσαρμόνικες, κιθάρες και βιολιά. Χορός μέχρι τα χαράματα. Μας παρουσίασαν και ένα θεατρικό δρώμενο που κάποιοι ηλικιωμένοι κατουρήθηκαν από τα γέλια. Ακόμα θυμάμαι το όνομα του κωμικού πρωταγωνιστή τον οποίον μας σύστησαν <<και τώρα υποδεχθείτε τον κωμικό μας Γιάννη Ταμβάκη>>. Ειχαν καλέσει όλους τους χωριανούς και πρόσφεραν αρνιά στη σούβλα, κοκορέτσια, κοντοσούβλια, τυριά, αυγά και φάγαμε όλοι του σκασμού και κρασί έρεε άφθονο.  Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την υπέροχη Λαμπρή. Δεν ξέρω αν υπάρχουν στη ζωή πλέον οι φαντάροι αλλά εύχομαι όπου και αν βρίσκονται νάναι καλά.

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Αξέχαστοι γιατροί της Κεφαλονιάς.


Όπως έλεγα στην προηγούμενη ανάρτηση, μια μέρα του σχολικού έτους 1957 επέστρεψα από το σχολείο με υψηλό πυρετό και αφόρητο πονόλαιμο. Η μάνα έστειλε τον πατέρα να φέρει τον πρακτικό μας γιατρό το Νίκο. Μόλις κοίταξε το λαιμό μου είπε. << αμέσως στο Νοσοκομείο. Να μη χάσουμε χρόνο. Έχουμε διφτερίτιδα και μάλιστα καλπάζουσα>>. Ευτυχώς  υπήρχε αυτοκίνητο στο χωριό. Έτρεξε ο πατέρας και έφερε το Γεράσιμο Παπαναστασάτο (μπονικάκη), η μάνα με τύλιξε σε κουβέρτες και ολοταχώς στο παιδικό , εκεί που σήμερα στεγάζεται το Κ.Α.Π.Η. Ο πατέρας δεν ήλθε γιατί έπρεπε να φροντίσει τα ζωντανά μας. Το γαϊδαράκο μας το Δημοκράτη, την κατσίκα μας την Καννέλα, τις κότες μας και τη γουρουνίτσα μας την Καλλιρόη που ήταν ώρα--΄ωρα  να γεννήσει και ήταν και πρωτάρα. Ο παιδίατρος Ηλιάδης (θυμάμαι το όνομά του ακόμα), μόλις είδε το λαιμό λέει στη βοηθό του Αμαλία Κρούσσου  (χωριανιά μας), << Έλα να δείς τέτοιο λαιμό δεν έχω ξαναδεί>> <<Τρέξε αμέσως για ταξί>> λέει στη μάνα μου. Πανικόβλητη έφυγε και γύρισε με το Κίμωνα το Μαρκεσίνη και με οδήγησαν στο ξύλινο νοσοκομείο στις παράγκες του Δεστούνη. Μας περίμενε ο Διευθυντής Σωκράτης Πανάς και όλοι οι γιατροί σε συναγερμό. Ο μικροβιολόγος Κουρβισιάνος. ο παθολόγος Γιώργος Σιμωτάς, ο χειρουργός Σπύρος Μαρκέτος και μαζί του ο Γιώργος Ιακωβάτος νεαρός τότε ασκούμενος γιατρός. Η μάνα είχε προνοήσει να κρατήσει τον Κίμωνα με το ταξί σε αναμονή ώσπου να μιλήσει με τους γιατρούς. <<Γρήγορα φωνάζανε μη χάσουμε το παιδί>> Εν τω μεταξύ εγώ δεν μπορούσα να πάρω ανάσα και έκανα σαν να έχω τον <<κόρυζα>>. Ειδικός γιατρός ΩΡΥΛΑ δεν υπήρχε στο νοσοκομείο αλλά ούτε και σε ολόκληρο το νησί. Όλοι αυτοί οι γενναίοι λοιπόν γιατροί και μια ομάδα νεαρές νοσοκόμες, βοήθησαν το χειρουργό Σπύρο Μαρκέτο να μου κάνει  τραχειοτομή γιατί βάδιζα ολοταχώς προς το θάνατο. Η μάνα μου ζήτησε από τον Κίμωνα να έλθει στα Φαρακλάτα να φέρει τον πατέρα μου. Του έδωσε ένα σημείωμα που έγραφε <<Σπύρο παράτησέτα όλα και έλα. Το παιδί μας πεθαίνει>>. Όπως βλέπετε έζησα χάρη στο ενδιαφέρον των γιατρών και κυρίως στο δικό μας πρακτικό πού με διέγνωσε σωστά. Νοσηλεύτηκα στην απομόνωση ένα μήνα με ενέσεις που ακόμα μου πονάνε ώσπου να υποχωρήσει εντελώς η μεμβράνη και να κλείσουν την τραχειοτομή. Κανένας από όσους αναφέρω δεν υπάρχει στη ζωή. Ούτε οι γιατροί ούτε οι νοσοκόμες ούτε οι αυτοκινητιστές. Την ανάρτηση την αφιερώνω στη μνήμη τους και στη μνήμη των  Γονιών μου.

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Γιατρός χωρίς σύνορα


Στό χωριό μας Φαρακλάτα) ζούσε ένας θαυμάσιος άνθρωπος ο Νίκος Κοσμάτος  στον οποίον καταφεύγαμε για κάθε μορφής ασθένεια. Κυρίως όμως ήταν αυτός που ξεγεννούσε τις μανάδες μας. Γνωστός σε όλους ως (Νίκος ο μάμμος). Χωρίς διπλώματα και περγαμηνές ήταν ο γιατρός μας που τον ξυπνάγαμε όποιαδήποτε ώρα της νύχτας και ερχόταν αμέσως χωρίς ποτέ να πληρωθεί μια δραχμή. Όταν επρόκειτο για γέννα καθόταν ώρες και βοήθαγε την γυναίκα με τον καλό του λόγο να υποφέρει τούς πόνους της που ήταν αφόρητοι χωρίς κάποιο παυσίπονο. Είχε τέτοιες γνώσεις και θάρρος που όλοι του είχανε απόλυτη εμπιστοσύνη. Άν έβλεπε τοκετό επικίνδυνο για το παιδί ή τη μάνα έλεγε στον σύζυγο <<πρέπει να φέρεις  γιατρό. Δεν αναλαμβάνω την ευθύνη>>. Αυτό ήταν πάντα δυσάρεστο για το φτωχό νοικοκύρη που έπρεπε να κατεβεί στο Αργοστόλι να αγκαζάρει αυτοκίνητο για να φέρει το γιατρό και το αυτοκίνητο να περιμένει όσο χρειαστεί για να  τον πάει πίσω. Για την εποχή δηλαδή δυσβάσταχτο έξοδο. <<Νίκο μου δεν καρτερείς λίγο ακόμα μήπως λευτερωθεί χωρίς να ξοδευτώ>>? ρώταγε. <<Άσε τα λόγια και τρέχα πριν χάσουμε δυο ζωές>> έλεγε ο μάμμος μας. Έτσι ποτέ δεν έχασε μωρό . Για τους πυρετούς μας τις διάρροιες ,τα λαιμά μας, για τραυματισμούς , ακόμη και κατάγματα αυτός έτρεχε αυτός μας γιάτρευε. Οι ιατρικές του γνώσεις δεν είχαν σύνορα. Όταν μεγάλωσα έμαθα ότι νεαρός υπήρξε νοσοκόμος στην Πολυκλινική των αδελφών Αλιβιζάτου στην οδό Πειραιώς στην Ομόνοια. Ιδού λοιπόν η εξήγηση των ικανοτήτων του. Θυμάμαι το 1958 γύρισα από το σχολείο με πυρετό και πονόλαιμο. Πήγε ο πατέρας μου και τον έφερε στο σπίτι. Μόλις με κοίταξε στο λαιμό είπε << αμέσως στο νοσοκομείο το παιδί έχει διφθερίτιδα αν μείνει χωρίς γιατρό δεν θα ξημερωθεί>>. Πράγματι η ζωή μου κρίθηκε στα δευτερόλεπτα αφού αναγκάστηκαν να μου κάνουν τραχειοτομή ώσπου να υποχωρήσει η απαίσια κίτρινη μεμβράνη. Ο αγαπημένος μας Νίκος πέθανε πριν πολλά χρόνια χωρίς να παντρευτεί ποτέ αλλά όλοι εμείς είμαστε παιδιά δικά του αφού βοήθησε να έλθουμε στον κόσμο.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Γιατροσόφια και Βεντούζες


Τα χρόνια που εμείς οι άνω των πενήντα μεγαλώναμε, ήταν δύσκολα , και η καταφυγή στο γιατρό όταν αρρωσταίναμε,  ήταν μια πολυτέλεια που δεν την είχαμε όλοι. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν, αυτοκίνητα στα χωριά μας δεν υπήρχαν και από μόνη της η πρόσβαση στο γιατρό ήταν μέγα θέμα. Για να πάμε στο Αργοστόλι με το γαϊδαράκο μας κάναμε περισσότερο από μια ώρα. Χειμώνας και κρυωμένοι κινδυνεύαμε διαβαίνοντας τον Πόντε όσο και να μας κουκούλωναν να πάθουμε πνευμονία. Επί πλέον δεν υπήρχε και το χρήμα. Έτσι οι μανάδες μας το πάλευαν με δικά τους γιατροσόφια. Βότανα διάφορα, κομπρέσες ζεστές από σινάπι και λιναρόσπορο, εντριβές και πάνω από όλα Βεντούζες. Και ποιός δεν τις ξέρει. Ήταν δύο ειδών βεντούζες. Οι κούφιες η αναιμικές (αναίμακτες δηλαδή) και οι κοφτές που σήμαιναν κανονικό μικροχειρουργείο. Έξι βεντούζες χρειάζονταν για την ιατρική πράξη, ένα πιρούνι,βαμβάκι, οινόπνευμα μπλέ και ένα ξυραφάκι ξυρίσματος. Η μάνα έδενε στο πιρούνι άφθονο βαμβάκι το οποίο βούταγε στο οινόπνευμα έπιανε μία μία τις βεντούζες τις ζέσταινε τόσο που να μην κάνουν έγκαυμα και τις κόλλαγε στην πλάτη μας κατά μήκος των ώμων με προσοχή να μην πλησιάσουν την σπονδυλική μας στήλη. Μία μία που κρύωνε την ξαναζέσταινε στο πιρούνι και συνέχιζε το βιολί για πολλή ώρα. Μπάκα μπούκου κάνανε σε κάθε τράβηγμα και έναν ήχο που θύμιζε τολμηρό φιλί. Αν έκρινε ότι το κρύωμα ήταν βαρύ στο τέλος έπιανε το ξυράφι και έκανε μία τομή αριστερά και μία δεξιά στις ωμοπλάτες και κόλλαγε από μία βεντούζα και τις άφηνε να τραβήξουν αρκετό αίμα. Δεν ήταν εύκολη επέμβαση ούτε για τις μανάδες ούτε για μας τα παιδιά διότι οι ξυραφιά πόναγε και δεν ήθελαν να μας πονέσουν οι μανούλες μας αλλά ήταν ο τρόπος τους να μας γιατρέψουν. Η δική μου δεν με αιφνιδίασε ποτέ. Μου έλεγε ότι πρέπει να μου βγάλει λίγο αίμα για να γίνω καλά. Τα γλυκά της λόγια γεμάτα αγάπη με έπειθαν και της παραδινόμουν άνευ όρων. Όταν τέλειωνε το μακελειό μού έβαζε πάνω στις κοψιές του ξυραφιού ζεστό λάδι του καντηλιού μας με σκέπαζε, με γέμιζε φιλιά και το πρωί ήμουνα καλά. Είμαι σίγουρη πώς περισσότερο από  τα γιατροσόφια της με γιάτρευε η απέραντη αγάπη της. Υπάρχουν κάποιοι που και σήμερα πιστεύουν και επιζητούν τις βεντούζες και πρέπει να έχουν δίκιο γιατί αυτή η υπεραιμία που προκαλούν δεν βλάπτει.  Το επιβεβαιώνει η φωτογραφία που είναι όπως βλέπετε πρόσφατη και  μου την έδωσε η φίλη μου Αναστασία Πολλάτου (μαβρατζου). Δεν ξέρω ποιός είναι ο άρρωστος αλλά θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας από πενήντα και άνω. Η αντανάκλαση της φλόγας μέσα από τη βεντούζα φαίνεται στην πλάτη του. Θυμάμαι που τα αιματώματα που άφηναν στην πλάτη μας όπως ήταν επόμενο, οι μανάδες τα εξηγούσαν ως το σκοτωμένο άρρωστο αίμα που έπρεπε να βγεί. Το κουζουλό που λένε οι Κρητικοί. Μανάδες φτωχές και βασανισμένες μα υπερήφανες και μοναδικές. Είθε να είναι όλες δίπλα στον Μεγαλοδύναμο όπως τούς αρμόζει.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Καρναβάλια άλλων εποχών


Πολλές οι αναμνήσεις από καρναβάλια των παιδικών και νεανικών μας χρόνων.  Τότε που δεν υπήρχε τηλεόραση,  ρεύμα, τηλέφωνο για πολλούς ούτε ραδιόφωνο,  υπήρχε φαντασία και αυτοσχεδιασμός. Ομαδική λοιπόν η προσπάθεια και το αποτέλεσμα καταπληκτικό. Καβαλιέροι και ντάμες πάντα άνδρες . Χοροί  στην μέση του δρόμου και οργανοπαίκτες αυτοδίδακτοι με μεράκι και καμάρι έπαιζαν ατέλειωτες ώρες χωρίς αμοιβή. Εμείς στα Φαρακλάτα χορεύαμε κάτω στην κολώνα στο δρόμο. Ο Σπύρος Βαρδαραμάτος παππούς του Σπύρου Κοσμάτου (Ντορεμί) με το βιολί του πρώτος και καλύτερος. Αναστάσης Σιμάτος επι πολλά χρόνια Κοινοτάρχης επίσης βιολί. Πολλάτος Νικόλας (τσάκαλος που πλησιάζει τα εκατό του) ακορντεόν και ο Μάκης Πολλάκης κιθάρα. Η οργανοπαίχτες μας έδιναν κέφι για τρικούβερτα γλέντια. Όλοι παρόντες νέοι, νέες και παιδιά αλλά και γονεις και παππούδες. Κάτω από τις μάσκες αλλά και χωρίς αυτές παιζόταν το αιώνιο ερωτικό παιχνίδι. Άλλωστε αυτό ήταν και το κίνητρο για χορούς και μασκαράτες.  Παντομίμες πειράγματα και ότι βάζει ανθρώπινος νούς χωρίς καμιά παρεξήγηση. Η φτώχεια θέλει καλοπέραση και μια χαρά τα καταφέρναμε. Πολλά από τα πρόσωπα της φωτογραφίας δεν ζουν αλλά υπάρχουν ζωντανοί στην καρδιά και στη μνήμη μας.

Στη Νόνα μου Ματίλδη.


Σαν έφηβη ἐζησα και το δράμα του πολέμου στο Βιετνάμ. Πολλές νεαρές συμμαθήτριές μου μόλις έκλειναν τα δεκαέξι τους αρραβωνιάζονταν με νεαρά αγόρια και με το που τέλειωναν το Λύκειο παντρεύονταν αμέσως. Όλα αυτά τα αγόρια τα περισσότερα πεζοναύτες εστέλνοντο στο Βιετνάμ. Σπαραγμός για τα κορίτσια τους που ήταν απαρηγόρητα. Και φυσικά πολλοί άλλοι οικογενειάρχες έφευγαν για μιά χώρα τελείως άγνωστη και σε έναν πόλεμο καθόλου δημοφιλή και χωρίς να καταλαβαίνουν και οι στρατευμένοι αλλά και ο Αμερικανικός Λαός για ποιό λόγο πολεμούν. Ανάμεσά τους στρατεύθηκαν και πολλά παιδιά  Ελλήνων μεταναστών. Οι περισσότεροι στρατευμένοι  γὐρισαν πίσω σε φέρετρα τυλιγμένα με την Αστερόεσσα. Κάποιοι άλλοι σε αναπηρικά καρότσια, οι πιό τυχεροί με πατερίτσες και ελάχιστοι αρτιμελείς. Ένας μεγάλος αριθμός με τεράστια ψυχολογικά προβλήματα και αρκετοι  βρήκαν τις οικογένειές τους διαλυμένες αφού κάποιες  νεαρές  γυναίκες δεν άντεξαν στην αγωνία  τού πολέμου και στην απουσία του αγαπημένου τους και δημιούργησαν νέες σχέσεις. Χρόνια εμαίνετο αυτός ο πόλεμος και οι βετεράνοι επιστρέφοντας δεν έτυχαν τις καλύτερης υποδοχής από το Λαό ούτε των καλύτερων προνομίων από τη Χώρα τους. Πολλοί αυτοκτόνησαν η κλείστηκαν σε ψυχιατρεία χωρίς να καταφέρουν ποτέ να πετάξουν από τη φωλιά του κούκκου.  Και ο μετά τον Κέννεντυ Πρόεδρος Τζόνσον κράτησε τον πόλεμο για πολλά χρόνια. Μιά πολεμική εμπλοκή που κόστισε τόσες ζωές ούτε κάν Υπέρ Πατρίδος αλλά μάλλον για συμφέροντα κάποιων. Ένας πρώτος μου εξάδελφος εθελοντής πολλά χρόνια πεζοναύτης του οποίου η μάνα ήταν αδελφή της μάνας μου και ο πατέρας του από τα Μονοπωλάτα  (Ευαγγελάτος) ήταν από τους τυχερούς που γύρισαν ζωντανοί. Θυμάμαι η νόνα μας που αγωνιούσε για εκείνον έβριζε τον Πρόεδρο Τζόνσον με τα φτωχά της ελάχιστα Αγγλικά με έναν δικό της τρόπο. << Γιά όλα φταίει ο Αντίχρηστος ο παλιάνθρωπος ο πρόεδρος Τζοσός που κακιά Λαμπρή νάχει>>.  Αυτό μου έλεγε συνέχεια και με αυτό κλείνω αφιερωμένο στη μνήμη της.

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Σεισμός 1953



Πρίν από το σεισμό της Τετάρτης 12ης Αυγούστου 1953, είχαν προηγηθεί άλλοι σεισμοί αρκετά μεγάλης έντασης. Ήμουν εφτά χρονών και θυμάμαι τα πάντα σαν να έγιναν χθές. Ο πρώτος 9η Αυγούστου μας βρήκε στην Κυριακάτικη λειτουργία στην Ευαγγελίστρια ώρα δέκα και μισή περίπου. Ο ιερέας της φωτογραφίας ο αλησμόνητος Παππά Διονύσης Κωνσταντάκης, βγήκε στη μεσαία πύλη του ιερού και προσπαθούσε να μας ηρεμήσει. <<Μη τρέχετε στις εξόδους. Μείνετε μέσα στην εκκλησία και προσευχηθείτε. Ο Θεός είναι μαζί μας>> μας έλεγε. Μέσα στο ιερό τον βοηθούσε ο Νικόλας Παπαναστασάτος παιδί δεκαπεντάχρονο τότε (το σκοληταρούδι του) και μετέπειτα Παππά Νικόλας (Δασκαλάκης). Τον κάλεσε να πάει κοντά του και μόλις έφυγε από την καρέκλα του  μια τεράστια πέτρα έπεσε ακριβώς εκεί που καθότανε και σίγουρα θα το σκότωνε το παιδί.  Ο παππά Διονύσης Κωνσταντάκης ήταν ένας σπάνιος ιερέας όχι μόνο γιατί έψαλλε συγκλονιστικά αλλά κυρίως για το ήθος του. Η φωτογραφία που βλέπετε βγήκε το 1938. Δίπλα του ο εγγονός του Διονύσης που τον ακολουθούσε  παντού και το παρατσούκλι του παραμένει (παπαδάγκονας). Εγγόνι παππά δηλαδή. Πρέπει να σας πώ ότι ο παππά Διονύσης της φωτογραφίας είναι προππάπος του Άγγελου Κωνσταντάκη (προέδρου της ΤΕΔΗΚΕ) και το παιδί δίπλα στον παππά ο πατέρας του Άγγελου Διονύσης Κωνσταντάκης που είναι από τους καλύτερους ιεροψάλτες.

 

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Παιδιά των εξήντα


Η πρώτη μου επαφή με το Αμερικάνικο σχολείο στο New Port  News Virginia άρχισε το σχολικό Έτος 1963 μόλις αφιχθείσα μετανάστρια 14 χρονών. Είχα εξαιρετικές δασκάλες  που με βοήθησαν πολύ. Πέρα από τη διδακτέα ύλη ασχολήθηκαν μαζί μου για την εκμάθηση της γλώσσας αφιλοκερδώς. Ήμουν πραγματικά τυχερή.  Παιδί λοιπόν και εγώ των εξήντα βίωσα συγκλονιστικά γεγονότα που διαδραματίζονταν όχι μόνο στην Αμερική αλλά σε όλο τον κόσμο. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους δολοφόνησαν τον Πρόεδρο Κέννεντυ. Χωρίς να έχω ακόμη πολιτικές αντιλήψεις και προτιμήσεις πήγα σχολείο την επόμενη της δολοφονίας και έριχνα μαύρο δάκρυ. Με εντυπωσίασε που οι συμμαθητές μου ήταν εντελώς αδιάφοροι και κάποιοι από αυτούς  τολμώ να πώ καταευχαριστημένοι για τον θάνατό του. Γρήγορα βέβαια κατάλαβα ότι πολλά από αυτά τα παιδιά κουβαλούσαν ακόμα τη νοοτροπία των προγόνων τους που είχαν βαμβακοφυτείες, παλιά στην Βιργινία, και όπως δεν λάτρεψαν τον πρόεδρο Λίνκολν άλλο τόσο δεν χώνευαν και το Κέννεντυ. Τα δικά μου δάκρυα είχαν αποτέλεσμα να αποκτήσω εχθρούς ανάμεσα στους συμμαθητές μου και να αντιληφθώ πολύ γρήγορα ότι βρίσκομαι σε μιά χώρα που υπάρχει ακόμα έντονος ρατσισμός και αυτό με λύπησε πολύ. Εξ άλλου δεν υπήρχε στο Σχολείο μου ούτε ένα Αφροαμερικανάκι και ας είχαν περισσότερα δικαιώματα από μένα αφού είχαν γεννηθεί εκεί. Με τον καιρό όμως με αγάπησαν και μπορώ να καυχιέμαι ότι κοντά μου πολλά παιδιά άλαξαν αντιλήψεις. Θα συνεχίσουμε τούτη την κουβέντα.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Ταξίδι στο χρόνο.

Η είδηση του θανάτου τού εξαιρετικού ηθοποιού και ανθρώπου,Τζόν Χέρτ, με ταξίδεψε 17 χρόνια πίσω, τότε που για οκτώ μήνες οι παράγοντες της ταινίας, διέμεναν στο Ιόνιαν Πλάζα όπου εργαζόμουν. Όταν θα ξεκίναγε το γύρισμα μετακόμισαν όλοι στην περιοχή της Σάμης, στην Αγία Ευφημία, στα Μακρυώτικα και Γριζάτα για να είναι κοντά στο τόπο των γυρισμάτων. Τους αποχαιρέτησα με μια δημοσίευση στον Ημερήσιο την οποία αναρτώ με νοσταλγία για εκείνο το υπέροχο καλοκαίρι.

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Σέ αναζήτηση Εργασίας


Κι όπως όλα τα ωραία τελειώνουν, τέλειωσαν και γιά μένα τα όμορφα ανέμελα χρόνια των σπουδών. Ώρα να βρούμε δουλειά. Ξεκίνησα λοιπόν το ψάξιμο στην αγορά εργασίας. Η Σχολή μου είχε σχέσεις με μια  Βιομηχανία Φαρμάκων και Έρευνας την γνωστή  Χόφμεν Λά Ρόουτσ.  Από τις μεγαλύτερες  στο είδος εταιρείες. Με μια συστατική επιστολή του καθηγητή μου πήγα να διεκδικήσω μιά θέση. Ήμουν νεαρή μόλις είκοσι χρονών. Στην Ελλάδα κυβερνούσε η χούντα και η Μελίνα Μερκούρη βρισκόταν τότε στην Αμερική και με πύρινους λόγους στις πλατείες, στα σχολεία, στις τηλεοράσεις έβριζε τους Αμερικανούς που στήριζαν τη χούντα. Όλοι εμείς οι νέοι αψηφούσαμε τούς συνετούς μας γονείς και ουρλιάζαμε μαζί της . Κατέθεσα λοιπόν τα δικαιολογητικά μου, πέρασα όλες τις απαιτούμενες εξετάσεις γνώσεων, γραφομηχανή, στενογραφία διάφορα πονηρά τέστ αντίληψης και τα πήγα πολύ καλά. Η τελευταία δοκιμασία και καθοριστική ήταν η συνάντηση με τον προσωπάρχη ο οποίος είχε την τελευταία λέξη. Μια συνέντευξη δηλαδή το περιβόητο (Ιντερβιού). Με ρώταγε πολλά και διάφορα  και ξαφνικά με ρωτάει <<Τι πιστεύεις για τις βρωμιές που εξακοντίζει η Μελίνα Μερκούρη για τις Ηνωμένες Πολιτείες την σπουδαιότερη χώρα του κόσμου?>> Και εγώ με το θάρρος η το θράσος που πάντα με χαρακτήριζε τον κοίταξα κατάματα και του απάντησα << Συμφωνώ ότι η Αμερική είναι μια σπουδαία χώρα αλλά μια τέτοια χώρα που το πολίτευμά της είναι Δημοκρατία δεν πρέπει να στηρίζει τέτοια καθεστώτα. Δικαίως η Μελίνα Μερκούρη σας βρίζει Άλλωστε δεν βρίζει τον Λαό αλλά τους κυβερνώντες>>. Άργησε πολύ να μου μιλήσει μόνο με κοίταζε. Την έχασα τη δουλειά σκέφτηκα με λύπη. Και απότομα σηκώνεται όρθιος μου δίνει το χέρι του και μου ανακοινώνει <<Προσλαμβάνεσαι>>. Δεν ξέρω αν του άρεσε η απάντησή μου για τη Μελίνα η απλά τον είχαν ζαλίσει τα νιάτα μου και τα λυτά μακρυά μαλλιά μου. Σημασία έχει ότι στην πρώτη μου προσπάθεια για εργασία βρήκα μια θέση εξαιρετική σε μια υπέροχη βιομηχανία φαρμάκων και κυρίως έρευνας που ονειρευόταν κάθε νεαρή κοπέλα. Ήταν Ελβετοί οι μέτοχοι, μας πλήρωναν ένα μισθό ολόκληρο τα Χριστούγεννα (πράγμα ανήκουστο στην Αμερική) και μαζί με το μισθό ένα τεράστιο κουτί με σοκολατάκια  φερμένα από την Ελβετία.  Δυό χρόνια δούλεψα εκεί γιατί ο Έρωτας με πήγε σ' άλλες πολιτείες.  Στή Νέα Υερσέη όπου μπήκα στο μεταφραστικό τμήμα του Δικαστηρίου και έκανα τον διερμηνέα στούς Έλληνες. Θα σας  πώ πολλά και για αυτή μου την εμπειρία σε άλλη ανάρτηση.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Τζέτ Μπλού


Το πρόσφατο χιόνι με ταξίδεψε στο 2007 μήνα Φεβρουάριο, που πήγαμε στην Αμερική για το γάμο της κόρης του αδελφού μου. Ως τη Νέα Υόρκη όλα ωραία και καλά. Η ανηψιά μου ζούσε στη Σαραζότα της Φλόριδας. Μείναμε ένα βράδυ στη Νέα Υόρκη και το επόμενο πρωϊ πετάγαμε για τον προορισμό μας με την εταιρία Τζέτ Μπλού. Λογαριάζαμε όμως χωρίς τον Ξενοδόχο. Το πρωϊ ξημερωθήκαμε σε δυο μέτρα χιόνι. Πήγαμε στο αεροδρόμιο Κένεντυ όπου βρήκαμε μια κατάσταση πανικού και με πτήσεις που ακυρώνονταν συνεχώς. Η δική μας απλά έπαιρνε αναβολή. Δέκα  θα πετάγαμε βάση προγράμματος αλλά κάθε μισή ώρα αλλάζανε το χρόνο. Οι επιβάτες των ακυρωμένων πτήσεων όλοι ξάπλα στα δάπεδα κοιμόνταν, ροχάλιζαν, μωρά ούρλιαζαν και δεν μπορούσαμε να ματαιώσουμε το ταξίδι και να φύγουμε γιατί εκτός αεροδρομίου δεν κινείτο τίποτα. Οι βαλίτσες μας δοσμένες φορτίο, και εμείς δέσμιοι προσμένοντας τις εξελίξεις. Τραβιόμαστε από πύλη σε πύλη μετά από ανακοινώσεις ότι η πτήση μας θα γίνει για να μας ανακοινώσουν τελικά ότι δεν πετάμε λόγω καιρού. Πολλές ώρες συνολικά δεκαπέντε νύχτωσε δηλαδή, μας τάϊσαν πέσαμε και εμείς στα πατώματα και ούτε μπρός ούτε πίσω. Η μοναδική πτήση που ήταν υπό συζήτηση ήταν οι δική μας. Όλες οι άλλες και όλων των εταιριών είχαν ακυρωθεί. Ήταν Παρασκευή και ο γάμος Σάββατο βράδυ. Ακριβώς τα μεσάνυχτα μας ενημέρωσαν ότι θα πετάξουμε. Μπήκαμε στην ουρά επιβίβασης και αυτή τη φορά το πιστέψαμε γιατί είδαμε το πλήρωμα να μας προσπερνάει. Έλεγα στο Γιώργο να κάτσουμε στα αυγά μας αλλά μούλεγε <<Ελύσσαξες να πάμε στο γάμο της ανηψιάς σου και θα πάμε αν το αεροπλάνο μας πετάξει>>. Φοβόμουνα και λίγο με τέτοιο καιρό αλλά λούφαξα. Επιβιβαστήκαμε τέλος πάντων ώρα δώδεκα μεσάνυχτα. Δεθήκαμε, βολευτήκαμε, σταυροκοπηθήκαμε (εγώ δηλαδή) και περιμέναμε την τρομαχτική πάντα απογείωση. Και τώρα να φύγουμε κι'αλλιώρα να φύγουμε πήγε δύο και τέταρτο και δεμένοι περιμέναμε. Ρωτήσαμε που πάει η βαλίτσα και μας πληροφόρησαν ότι γίνεται απόψυξη στις φτερούγες. Συνθήκες δηλαδή να τρέμει η ψυχή σου για το ενδεχόμενο να κάνεις την μοιραία πτήση της ζωής σου. Τέλος πάντων απογειωθήκαμε με το χέρι στην καρδιά και μια πτήση με κραδασμούς απερίγραπτους αλλά με ολοκαίνουργιο αεροπλάνο και πανέμορφες συνοδούς. Ο Γιώργος απολάμβανε τα ποτά του χαμουρευότανε τις συνοδούς και εγώ απλά αντιλήφθηκα ότι είχα κατουρηθεί απάνου μου. Πάντως και το γάμο προλάβαμε και στην ανηψιά μου κάναμε έκπληξη που την περιμέναμε στην εκκλησία χωρίς να το ξέρει και ο αδελφός μου πέταξε από χαρά όταν μας είδε.

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Έτοιμη για την χοροεσπερίδα των Θεοφανείων

Στο New Port News Virginia  που  πέρασα  τα πρώτα χρόνια μου στην Αμερική, ένα εξαιρετικό δρώμενο λάβαινε χώρα την ημέρα των Θεοφανείων. Στην καρδιά του χειμώνα με τα νερά συχνά καλυμμένα με πάγο γινόταν κανονικά η Βάπτιση. Από τις γειτονικές πολιτείες όπως Νόρφολκ, Ριτσμοντ, Ουίλιαμσμπουργκ, Χόπγουέλ και άλλες έρχονταν οι εκκλησιαστικές χορωδίες και μαζί με τη δική μας σμίγανε και ήταν μαγεία κυριολεκτική. Πλήθος βέβαια κόσμου όλων των Ορθοδόξων εκκλησιών της περιοχής, με τον τότε Βορείου και Νοτίου Αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο, γινόταν η λειτουργία στην δική μας εκκλησία Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και αμέσως μετά μεγαλειώδης πομπή με εξαπτέρυγα, με μπάντες στρατιωτικές κατεβαίναμε στο λιμάνι για την τελετή της Βάπτισης. Πρέπει να σας πώ ότι στην δική μας πόλη υπήρχε στρατιωτική βάση (Φορτγιούστες) αεροπορική βάση (Λάνγκλιφίλντ) και στο κοντινό Νόρφολκ Ναυτική Ακαδημία. Τιμητικά λοιπόν όλες αυτές οι μπάντες παιάνιζαν σε όλη τη διαδρομή. Υπηρετούσαν σε όλα τα σώματα και Έλληνες στρατευμένοι από την Ελλάδα λόγω της Ατλαντικής Συμμαχίας. Γινόταν ο Αγιασμός των Υδάτων και η κατάδυση του Σταυρού από τον Αρχιεπίσκοπο που στον τρίτο <<Εν Ιορδάνη>> πέταγε τον Σταυρό πολύ μακρυά. Ορμούσαν τα παληκάρια που μέρες πρίν προπονούνταν στη θάλασσα για να αντέξουν το κρύο, και γινόταν χαμός. Καράβια εμπορικά που ποτέ δεν έλειπαν αλλά και του Πολεμικού Ναυτικού σφύριζαν, βεγγαλικά χιλιάδες, λευκά περιστέρια λευκά μπαλόνια και πάει λέγοντας. Βούταγαν όχι μόνο Ελληνόπουλα αλλά και Σέρβοι και πολλοί της Ρώσσικης εκκλησίας. Θυμάμαι μια χρονιά έπιασε τον Σταυρό ένα νεοφερμένο αγόρι 16 χρονών που είχε έλθει από τη Σπάρτη και είχε μόλις χάσει τον πατέρα του πολύ νέο. Πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο και λεγόταν Παναγιώτης Μπεκουβάρης. Μόλις αναδύθηκε με το Σταυρό ουρλιάζαμε όλα τα κοριτσόπουλα. Του πέρασε στο λαιμό ο Αρχιεπίσκοπος έναν ολόχρυσο Σταυρό με αλυσίδα και το ίδιο βράδυ που γινόταν η μεγάλη επίσημη χοροεσπερίδα της κοινότητάς μας σε υπερπολυτελές Ξενοδοχείο (Τσάμπερλαν Χοτελ) για κάποιους που μπορεί να θυμούνται,  περιφερόταν στη αίθουσα του χορού με τον Σταυρό στο λαιμό του και μάζευε λεφτά από όλους. Πολλά λεφτά τα οποία εννοείται ήταν δικά του. Στο συγκεκριμένο χορό ήταν συνοδός μου. Ήλθε και με πήρε επίσημα από το σπίτι μου με το φόρεμα της φωτογραφίας , χόρεψε τον πρώτο χορό μαζί μου και όπως καταλαβαίνετε πέταγα από τη χαρά μου. Είμαστε φίλοι όλα τα σχολικά μας χρόνια αλλά μετά καθένας πήρε το δικό του δρόμο. Ελπίζω να διαβάσει την ανάρτησή μου και να ταξιδέψει στη νιότη μας όπως εγώ. Τα τελευταλια χρόνια η βάπτιση γίνεται  στην Τάμπα της Φλοριδας με την ίδια μεγαλοπρέπεια.