Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Αυτοδίδακτοι

 Ως τα εφτά μου χρόνια, δηλαδή μέχρι το 1953 όπου ο σεισμός αφάνισε τα σπίτια μας και τα χωριά μας, κάθε καλοκαίρι η μανούλα μου με έστελνε να κουρευτώ στη Βαρβάρα του Θανάση. Έτσι την ξέραμε. Σε μιά πλακόστρωτη γεμάτη λουλούδια αυλή, κάτω από μια περγουλιά με κούρευε σύμφωνα με τις εντολές της μάνας μου. <<Νά φαίνεται μόνο η ρόγα των αυτιών μου. Όχι πιό κοντά>>. Η Βαρβάρα  κόρη του Θανάση Πολλάτου ενός πανέξυπνου και λαλίστατου άνδρα πού κοντά του γινόμασταν σοφότεροι. Οι γνώσεις του για τα πάντα ήταν τεκμηριωμένες και τις μοιραζότανε με όλους μας. Μίλαγε πολύ αλλά με σοφία καί του είχαν δώσει το παρατσούκλι Παρλαπόντιος. Προφανώς λόγω της πάρλας. Έφτιαχνε το καλύτερο παστέλι καί το πούλαγε τις Κυριακές στο χωριό μας. Τον θυμάμαι με το ταβλάτσο πού είχε απλωμένο το παστέλι κομμένο σε μακρόστενα τεμάχια.  Πιό νόστιμο παστέλι δεν ξανάφαγα.  Το 1920 έφτιαξε το Γεννεαλογικό Δέντρο της οικογένειάς του το οποίο είναι πραγματικό έργο τέχνης. Δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από αυτά πού φτιάχνονται σήμερα. Πόσο πραγματικά ταλαντούχος ήταν ο αείμνηστος Θανάσης. Τα παιδιά σαν εμένα που τον γνωρίσαμε τον θυμόμαστε πάντα. Μοιράζομαι το έργο του με τούς φίλους μου κυρίως να το δούν οι νεώτεροι.


Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

ΠΕΡΣΕΑΣ


 Είχα τη χαρά καί το προνόμιο να φιλοξενώ στο ΙΟΝΙΑΝ ΠΛΑΖΑ τον Κώστα Θωκταρίδη και την ομάδα του,  τότε που εντόπισαν το υποβρύχιο Περσεύς.  Γνωστή  η ιστορία και δεν θα σας κουράσω με τις λεπτομέρειες αυτού του τραγικού γεγονότος. Αμέσως μετά τόν εντοπισμό του υποβρυχίου ήλθαν πολλοί απόγονοι των αδικοχαμένων ανδρών καί τους είχαμε όλους στο ξενοδοχείο όπου ήμουν υπεύθυνη υποδοχής για είκοσι χρόνια. Είχα την τιμή να τούς γνωρίσω και να συζητώ μαζί τους. Ανάμεσά τους ο γιός του μοναδικού επιζώντα John Capes. Μού έλεγε με δάκρυα στα μάτια του .<<  Ποτέ δεν πίστεψαν τον πατέρα μου και τον χαρακτήριζαν μυθομανή. Ακόμα και η μητέρα μου και εμείς τα παιδιά του δεν τον πιστεύαμε. Προσποιούμασταν το αντίθετο για μην τον πικρένουμε αλλά το καταλάβαινε και τον έτρωγε το παράπονο. Δικαιώθηκε μετά τον θάνατό του αλλά αυτή η δικαίωση με γεμίζει φοβερές τύψεις που τον αμφισβητούσαμε όλοι εμείς πού τόσο τον αγαπούσαμε>>. Επίσης γνώρισα και την κόρη του Πλοιάρχου Nickolas Merlin ο οποίος είχε παντευτεί την Κεφαλονίτισα Αλεξάνδρα Μεταξά. Τη μέρα πού οι απόγονοι έριξαν δάφνινα στεφάνια στο σημείο της βύθησης  και έιχα πάει , είναι μέρα που δεν θα ξεχάσω όσο ζώ. Κρατάω όμως στούς θησαυρούς μου τον γιό του μοναδικού επιζώντα John Capes και την κόρη του Πλοιάρχου. Nickolas Merlin. Ιδιαίτερη εκτίμηση και αγάπη για τον Κώστα Θωκταρίδη και την ομάδα του για την ευγένια και την σεμνότητά τους . 

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Έρμαιες στα χιόνια


 Εκείνα τα Χριστούγεννα του 1965 αποφάσισα να πάω στο Rochester New York στην αδελφή μου Ερατώ για να τεστάρω και το νεοαποκτηθέν αμεταχείριστο αυτοκίνητό μου. Τολμηρή απόφαση για μιά τόσο ορεινή περιοχή στην καρδιά του χειμώνα, αλλά η τόλμη και τα νιάτα πάνε μαζί. Φοιτούσα τότε σε κολέγιο μακριά από τους Γονείς μου. Μετά από 6 ώρες οδήγησης  έφτασα στην αδελφή μου  και όλα ωραία και καλά. Την επομένη των Χριστουγέννων αποφασίσαμε να   κάνουμε έκπληξη στούς  Γονείς μας πού ζούσαν ακόμα πιο βόρεια σχεδόν στα σύνορα του Καναδά. Μια απόσταση με αυτοκίνητο περίπου 3 ώρες. Έλα όμως πού πέσαμε σε απρόβλεπτη χιονοθύελα και είδαμε το χάρο με τα μάτια μας. Μέσα στα βουνά κολλήσαμε πίσω από μια νταλίκα και πηγαίναμε σημειωτόν. Δεν βλέπαμε τις εξόδους λόγω ομίχλης γα να βγούμε και να σταματήσουμε κάπου με ασφάλεια. Είχα γραπώσει εγώ το τιμόνι πάντα πίσω από τη νταλίκα με τον οδηγό να βγάζει το χέρι του προσπαθώντας να με ενθαρύνει και να με προτρέπει να μείνω πίσω του και να μην τολμήσω προσπέραση. Η αδελφή μου είχε πάθει υστερία και έκλαιγε γοερά λέγοντάς μου <<δεν με νοιάζει που θα πεθάνουμε και θα μας φάνε οι λύκοι αλλά που θα πάμε αδιάβαστες στην κόλαση>> Τόλεγε το ξανάλεγε στο τέλος της λέω .<<Σκάσε επιτέλους και θα σε διαβάσω εγώ>> Μέλος της εκκλησιαστικής χορωδίας ήξερα όλη την εξόδιο ακολουθία. Και  του παπά τα λόγια και του ψάλτη. Πιάνω λοιπόν το (άμωμοι εν οδώ) και τα λέω  όλα μιά χαρά. Η αδελφή μου ηρέμησε ότι διαβάστηκε και μετά από ώρες αρκετές καταφέραμε να φτάσουμε στους Γονείς μας. Ενοείται ότι και οι δύο φτάσαμε κατουρημένες απάνου μας. Δεν θα ξεχάσω αυτό το ταξίδι ούτε τον υπέροχο νταλικιέρη,