Γεωργίας Βιώματα
Αληθινές ιστορίες από γειτονιές που χάθηκαν
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026
Ουδέν Κρυπτόν
Περιπλανώμενη στη μηχανή του χρόνου θυμήθηκα τον αδελφό μου, παληκαράκι 18χρονο, τρελά ερωτευμένο με νεαρή όμορφη κοπελίτσα από το χωριό μας. Άν και μικρή η φτώχεια την ανάγκασε να είναι εργαζόμενη. Μικρή νοσοκόμα. Ο αδελφός μου συχνά με έκανε ταχυδρόμο να πηγαίνω τα ραβασάκια του στην κοπέλα αφου πρώτα με ανάγκαζε να ορκίζομαι στη ζωή της της μάνας μας, ότι δεν θα μαρτυρίσω. Ιερός ο όρκος μου δεν μίλησα ποτέ. Κανόνιζε στο ραβασάκι πού και πότε θα συναντηθούν. Στην εξοχή πάντα σε ένα ξεχασμένο καλύβι. Εκεί έκαναν ότι τούς επέτρεπαν τα όρια της εποχής, γιατί μια κοπέλα τού τότε δεν ήταν εύκολο να αφαιθεί ολοκληρωτικά στις προσταγές της νιότης. Πρέπει να εξομολογηθώ ότι άν και μόλις 9 χρονών μερικές φορές κρυφά πήγαινα έξω από το καλύβι και έστηνα αυτί. Θυμάμαι επίσης τον αδελφό μου στο νοσοκομείο στα ξύλινα του σεισμού πέρα στου Δεστούνη. Πήγα μαζί με τη μάνα μας να τον δώ σε μικρό ξύλινο δωμάτιο και θυμάμαι τη μικρή νοσοκόμα πάνω από το κεφάλι του τρομαγμένη για την κατάστασή του. Είχε λέει πάθει δηλητηρίαση από φαγητό. Θυμάμαι τη μάνα μας να λέει στον πατέρα. <<Από την ίδια κατσαρόλα στο ίδιο τραπέζι φάγαμε όλοι μας γουλοβλάσταρα και καψαλισμένο καπνιστό και δεν πάθαμε δηλητηρίαση. Κάποια μαγάρα έκαμε μάγια στο παιδί μου αλλά οι γιατροί και οι δεήσεις μου στην Παναγία το γλυτρώσανε>>. Λίγο μετά την ανάρωσή του εγκρίθηκε η πρόσκληση από τον νόνο μας και ετοιμάστηκε για τον ξενιτεμό στην Αμερική. Έπρεπε μάλιστα να φύγει αμέσως γιατί σύντομα θα τον καλούσαν στρατιώτη. Πολλά χρόνια μετά μετανάστευσα και εγώ. Τον βρήκα παντρεμένο με παιδί. Μερικές φορές του μελέταγα τη νοσοκόμα του αλλά ενοχλημένος μου έλεγε <<περασμένα ξεχασμένα>> και άλαζε κουβέντα. Έλεγα μέσα μου ίσως την αγαπάει ακόμα και πονάει. Όταν έφυγε από τη ζωή η μανούλα μου στα συρτάρια της βρήκα μια μικρούλα ασπρόμαυρη φωτογραφία της νοσοκόμας . Πανέμορφη με γλυκα κατάμαυρα μάτια. <<Φωτο Πετράτος>>. Πίσω αφιέρωση στον αδελφό μου. Στό τέλος έγραφε <<στην ξένη γη που θα είσαι να θυμάσαι την Τ..............σου πού θα πεθάνει νοσοκόμα>>.Αναρωτήθηκα γατί ο αδελφός μου δεν πήρε μαζί του τη φωτογραφία της κοπέλας πού αγάπησε αλλά πρίν λίγες μέρες πήρα από αλλού την απάντηση. Στην εκκλησία του Ευαγγελισμού συνάντησα μιά ενενηντάχρονη αδελφή της πού την τελευταία φορά πού την είδα ήμουνα μόνο 10 χρονών. Τυχαία βρέθηκε στο χωριό για λίγο ερχόμενη από Αυστραλία. Την κάλεσα για καφέ και κουβέντα στην κουβέντα μου είπε τα εξής συγκλονιστικά. <<Όταν ήλθε η ώρα να φύγει ο αδελφός σου δεν άντεχαν και οι δύο τον πόνο του χωρισμού και αποφάσισαν να πεθάνουν μαζί . Η νοσοκόμα ήξερε τις θανατηφόρες ουσίες του νοσοκομείου. Σε παγκάκι στον κήπο του Νάπιερ συναντήθηκαν αποφασισμένοι να πεθάνουν αγκαλιά. Ο αδελφός σου κύριος πήρε πρώτος τη δόση αλλά η αδελφή μου δείλιασε και δεν πήρε τη δική της. Αμέσως όμως τον οδήγησε στο νοσοκομείο όπου έτσι του έσωσε τη ζωή. Μετά από αυτό ο αδελφός σου την έκαμε πέρα.>> Επιτέλους κατάλαβα γιατί δεν πήρε μαζί του τη φωτογραφία της και επιτέλους δικαιώθηκε και η μάνα μας πού αρνιόταν για χρόνια τη δηλητηρίαση κάθε που θυμόταν το γεγονός. Ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιον. Ο αδελφός μου Σαιξπηρικός Ρωμαίος ένοιωσε προδομένος από την Ιουλιέτα του και την διέγραψε. Εγώ όμως την ευχαριστώ γιατί με την απιστία της έσωσε τον αδελφό μου. Ίσως στον Ουρανό όπου συναντήθηκαν να την συγχώρησε και να ξαναερωτευτήκανε όπως τότε πού ήταν νεαρά παιδιά.
Κυριακή 22 Μαρτίου 2026
Κυνήγι
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026
Αυτοδίδακτοι
Ως τα εφτά μου χρόνια, δηλαδή μέχρι το 1953 όπου ο σεισμός αφάνισε τα σπίτια μας και τα χωριά μας, κάθε καλοκαίρι η μανούλα μου με έστελνε να κουρευτώ στη Βαρβάρα του Θανάση. Έτσι την ξέραμε. Σε μιά πλακόστρωτη γεμάτη λουλούδια αυλή, κάτω από μια περγουλιά με κούρευε σύμφωνα με τις εντολές της μάνας μου. <<Νά φαίνεται μόνο η ρόγα των αυτιών μου. Όχι πιό κοντά>>. Η Βαρβάρα κόρη του Θανάση Πολλάτου ενός πανέξυπνου και λαλίστατου άνδρα πού κοντά του γινόμασταν σοφότεροι. Οι γνώσεις του για τα πάντα ήταν τεκμηριωμένες και τις μοιραζότανε με όλους μας. Μίλαγε πολύ αλλά με σοφία καί του είχαν δώσει το παρατσούκλι Παρλαπόντιος. Προφανώς λόγω της πάρλας. Έφτιαχνε το καλύτερο παστέλι καί το πούλαγε τις Κυριακές στο χωριό μας. Τον θυμάμαι με το ταβλάτσο πού είχε απλωμένο το παστέλι κομμένο σε μακρόστενα τεμάχια. Πιό νόστιμο παστέλι δεν ξανάφαγα. Το 1920 έφτιαξε το Γεννεαλογικό Δέντρο της οικογένειάς του το οποίο είναι πραγματικό έργο τέχνης. Δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από αυτά πού φτιάχνονται σήμερα. Πόσο πραγματικά ταλαντούχος ήταν ο αείμνηστος Θανάσης. Τα παιδιά σαν εμένα που τον γνωρίσαμε τον θυμόμαστε πάντα. Μοιράζομαι το έργο του με τούς φίλους μου κυρίως να το δούν οι νεώτεροι.
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026
ΠΕΡΣΕΑΣ
Είχα τη χαρά καί το προνόμιο να φιλοξενώ στο ΙΟΝΙΑΝ ΠΛΑΖΑ τον Κώστα Θωκταρίδη και την ομάδα του, τότε που εντόπισαν το υποβρύχιο Περσεύς. Γνωστή η ιστορία και δεν θα σας κουράσω με τις λεπτομέρειες αυτού του τραγικού γεγονότος. Αμέσως μετά τόν εντοπισμό του υποβρυχίου ήλθαν πολλοί απόγονοι των αδικοχαμένων ανδρών καί τους είχαμε όλους στο ξενοδοχείο όπου ήμουν υπεύθυνη υποδοχής για είκοσι χρόνια. Είχα την τιμή να τούς γνωρίσω και να συζητώ μαζί τους. Ανάμεσά τους ο γιός του μοναδικού επιζώντα John Capes. Μού έλεγε με δάκρυα στα μάτια του .<< Ποτέ δεν πίστεψαν τον πατέρα μου και τον χαρακτήριζαν μυθομανή. Ακόμα και η μητέρα μου και εμείς τα παιδιά του δεν τον πιστεύαμε. Προσποιούμασταν το αντίθετο για μην τον πικρένουμε αλλά το καταλάβαινε και τον έτρωγε το παράπονο. Δικαιώθηκε μετά τον θάνατό του αλλά αυτή η δικαίωση με γεμίζει φοβερές τύψεις που τον αμφισβητούσαμε όλοι εμείς πού τόσο τον αγαπούσαμε>>. Επίσης γνώρισα και την κόρη του Πλοιάρχου Nickolas Merlin ο οποίος είχε παντευτεί την Κεφαλονίτισα Αλεξάνδρα Μεταξά. Τη μέρα πού οι απόγονοι έριξαν δάφνινα στεφάνια στο σημείο της βύθησης και έιχα πάει , είναι μέρα που δεν θα ξεχάσω όσο ζώ. Κρατάω όμως στούς θησαυρούς μου τον γιό του μοναδικού επιζώντα John Capes και την κόρη του Πλοιάρχου. Nickolas Merlin. Ιδιαίτερη εκτίμηση και αγάπη για τον Κώστα Θωκταρίδη και την ομάδα του για την ευγένια και την σεμνότητά τους .
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026
Έρμαιες στα χιόνια
Εκείνα τα Χριστούγεννα του 1965 αποφάσισα να πάω στο Rochester New York στην αδελφή μου Ερατώ για να τεστάρω και το νεοαποκτηθέν αμεταχείριστο αυτοκίνητό μου. Τολμηρή απόφαση για μιά τόσο ορεινή περιοχή στην καρδιά του χειμώνα, αλλά η τόλμη και τα νιάτα πάνε μαζί. Φοιτούσα τότε σε κολέγιο μακριά από τους Γονείς μου. Μετά από 6 ώρες οδήγησης έφτασα στην αδελφή μου και όλα ωραία και καλά. Την επομένη των Χριστουγέννων αποφασίσαμε να κάνουμε έκπληξη στούς Γονείς μας πού ζούσαν ακόμα πιο βόρεια σχεδόν στα σύνορα του Καναδά. Μια απόσταση με αυτοκίνητο περίπου 3 ώρες. Έλα όμως πού πέσαμε σε απρόβλεπτη χιονοθύελα και είδαμε το χάρο με τα μάτια μας. Μέσα στα βουνά κολλήσαμε πίσω από μια νταλίκα και πηγαίναμε σημειωτόν. Δεν βλέπαμε τις εξόδους λόγω ομίχλης γα να βγούμε και να σταματήσουμε κάπου με ασφάλεια. Είχα γραπώσει εγώ το τιμόνι πάντα πίσω από τη νταλίκα με τον οδηγό να βγάζει το χέρι του προσπαθώντας να με ενθαρύνει και να με προτρέπει να μείνω πίσω του και να μην τολμήσω προσπέραση. Η αδελφή μου είχε πάθει υστερία και έκλαιγε γοερά λέγοντάς μου <<δεν με νοιάζει που θα πεθάνουμε και θα μας φάνε οι λύκοι αλλά που θα πάμε αδιάβαστες στην κόλαση>> Τόλεγε το ξανάλεγε στο τέλος της λέω .<<Σκάσε επιτέλους και θα σε διαβάσω εγώ>> Μέλος της εκκλησιαστικής χορωδίας ήξερα όλη την εξόδιο ακολουθία. Και του παπά τα λόγια και του ψάλτη. Πιάνω λοιπόν το (άμωμοι εν οδώ) και τα λέω όλα μιά χαρά. Η αδελφή μου ηρέμησε ότι διαβάστηκε και μετά από ώρες αρκετές καταφέραμε να φτάσουμε στους Γονείς μας. Ενοείται ότι και οι δύο φτάσαμε κατουρημένες απάνου μας. Δεν θα ξεχάσω αυτό το ταξίδι ούτε τον υπέροχο νταλικιέρη,
Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025
Κόντρα ξύρισμα
Σε κάποιο από τα μπάρκα τους ο Γιώργος (ο δικός μου), δεύτερος μηχανικός με καπετάνιο τον αείμνηστο Διονύση Λευκαδείτη, βρέθηκαν στη Νέα Ορλεάνη των Η.Π.Α. Στη βόλτα τους ,είδαν ένα κουρείο με Γαλλική ταμπέλα (σύνηθες στη Νέα Ορλεάνη) και αποφάσισαν να μπούν για ένα καλό ξύρισμα. (Να μην ενοχλούν και τις πεταλούδες της νύχτας με τα γένια τους). Ο καπετάν-Διονύσης θέλοντας να το παίξει Γαλλομαθής, μπαίνοντας είπε στον κουρέα.<<Ξυρισιέν>>. <<Ουί>> του απάντησε. <<Γιαλυσιέν>> επέμενε ο καπετάνιος. <<ουί>> ο κουρέας. Για μεγαλύτερη σιγουριά ο καπετάνιος τού έριξε και ένα τελευταίο <<Αλά κολιέν>>. Και ο κουρέας σε άπταιστα Ελληνικά αλλά Κεφαλονίτικα του απάντησε. <<Ρε πατριώτη επιτέλους, πές μου απλά για να καταλάβω ότι θέλεις να σου κάνω τα μούτρα σου σαν τον κώλο σου>>. Νικόλας Παυλάτος λεγόταν ο κουρέας. Γέλασε και το παρδαλό κατσίκι. Κάθε φορά που βλεπόμασταν με τον μετέπειτα Νομάρχη μας Διονύση Λευκαδίτη ταξίδευαν με τον Γιώργο στα λιμάνια του κόσμου και μέσα στα πολλά (ακατάλληλα δια ανηλίκους) αναπολούσαν και το ξύρισμα της Νέας Ορλεάνης. Πάντα στην καρδιά μας καπετάν Διονύση .






