Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Στη Μάνα μου καί στίς Μανάδες της γενιάς της

Σέ βλέπω στο σπιτάκι μας χωρίς ηλεκτρικό,  να κουβαλάς από στέρνες μακρινές νερό σε  κουβάδες μεγάλους, έναν σε κάθε χέρι, καί να ετοιμάζεσαι για την μπουγάδα της επόμενης μέρας. Πολλές στράτες για να γεμίσουν δύο μεγάλες σκάφες και δύο μεγάλα μαστέλα. Μία μεγάλη πέτρινη λίμπα επίσης γέμιζε  όπου έκανες το τελικό λουλάκιασμα. Δύο μέρες η διαδικασία της μπουγάδας και μία μέρα ολόκληρη το μπαλωτήρι στα σχισμένα ρούχα και το σιδέρωμα με κάρβουνα. Η στέρνα του σπιτιού μας μόλις αρκούσε για να πίνουμε νερό και να μαγειρεύουμε. Τόση κούραση μανούλα μου. Σε βλέπω να αναπιάζεις από βραδύς προζύμι και να σηκώνεσαι το χάραμα για να ζυμώσεις το υπέροχο ψωμί μας με τα χεράκια σου. Για δέκα μέρες δέκα καρβέλια. Ζύμωνες τραγουδώντας. Ώρες  πολλές να φουσκώσει το ζυμάρι και μετά άναβες το φούρνο μας και στη χόβολη μας έψηνες γλυκοπατάτες και κυδώνια γεμάτα με την αγάπη σου για μάς τα παιδιά σου. Σκληρή δουλεια και στα αμπέλια μας και στις ελιές μας μαζί με τον πατέρα. Φρόντιζες και τα ζωντανά μας χωρίς ποτέ να παραπονεθείς για την κούρασή σου. Σε βλέπω στο πορτόνι μας να μας μαζεύεις από τη γειτονιά για το δείπνο μας. Απρόθυμοι να αφήσουμε το παιχνίδι δεν υπακούαμε. Σέ λίγο ξανάβγαινες και με ύφος στρατηγού μάς έλεγες <<στο δικό μου τραπέζι τρώμε ψωμί όλοι μαζί. Τσακιστήτε ελάτε μέσα πριν στείλω τον πατέρα σας να σας μαζέψει>>. Και τσακινώμασταν. Ένα τραπέζι απλοικό , φτωχικό που η παρουσία σου το έκανε ΒΑΣΙΛΕΙΚΟ. Συχνά  η δική σου μερίδα ήταν μικρή. <<Παραξεκουτάλεψα παιδάκια μου και μού κόπηκε η όρεξη>> μας έλεγες. Μά εγώ πού ήμουνα το στερνοπούλι σου κι΄ολο σ΄ακλούθαγα κι' ολο σε γυρόφερνα σε είδα πολλές φορές να γεύεσαι τα δικά μας αποφάγια. Ευλογημένη μανούλα μου εσύ καί όλες οι μανάδες της γενιάς σου. Φτωχές μα υπερήφανες γεναίες και μοναδικές. Είθε να είστε όλες σας δίπλα στον Μεγαλοδύναμο όπως σας αρμόζει. Αιωνία σας η Μνήμη.