Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Τότε και τώρα


Η υπερπροβολή του ζεύγους Κασελάκη, με ταξίδεψε πίσω στην Αθήνα και τ ην Ελλάδα του 1963. Τότε πού  άδικα υπέφεραν κάποια πλάσματα του Θεού  χωρίς να φταίνε σε τίποτα. Ακραίες οι τότε νοοτροπίες και συμπεριφορές στη διαφορετικότητα, αλλά αναρωτιέμαι μήπως και η σημερινή υπερπροβολή είναι ακραία.
Θεωρώ ότι ήμουν τυχερό παιδί γιατί από την πρώτη Δημοτικού όλες μου τις διακοπές τις ζούσα στην Αθήνα κοντά σε μια υπέροχη θεία αδελφή της εκ μητρός Νόνας μου, αληθινής Αρχόντισσας και όταν οι Γονείς  μου έφυγαν για  Αμερική , έμεινα με τη θεία μου 2 χρόνια μέχρι να εγκριθεί η πρόσκληση τον Γονιών μου. Ήταν τα ωραιώτερα χρόνια της εφηβείας μου. Σε ένα υπέροχο Νεοκλασικό τριώροφο, στην οδό Θερμοπυλών γωνία με την οδό Γρανικού αριθμός 1. Από την κρεβατοκάμαρά μου έλεγα την τελευταία καληνύχτα στην Ακρόπολη.
Κοντά στη θεία Σπυριδούλα γνώρισα τι σημαίνει Θέατρο. Αλέξης Μινωτής, Αιμίλιος Βεάκης, Κάρολος Κούν και πολλοί άλλοι. Η κουζίνα του σπιτιού μας έβγαζε σε μιά τεράστια σιδερένια στροφική σκάλα που ξεκίναγε από το υπόγειο και έφτανε στη ταράτσα όπου ήταν το πλυσταριό. Δίπλα μας ακριβώς Γρανικού 3 μια μεγάλη μάντρα που ήταν πρακτορείο Μεγάρων. Εκεί άραζε το λεωφορείο που συνέδεε τα Μέγαρα με την Αθήνα. Στη μάντρα υπήρχε ένα σπιτάκι  γραφικό στο οποίο ζούσε ένα θαυμάσιο παιδί πανέμορφο και ομοφυλόφιλο. Ήταν μορφωμένο αλλά για ευνόητους λόγους τότε καθάριζε γραφεία και σκάλες. Τα βράδυα ζούσε τη δική του αλήθεια. Χόρευε σε νυχτερινό κέντρο οριεντάλ. Ντυνόταν κατάλληλα  καί  μάγευε με το χορό του. Αργότερα στη ζωή μου είδα πολλές γυναίκες να χορεύουν αλλά  καμία σαν το Βασίλη. Ένα καλοκαίρι ήλθε στην Αθήνα η τότε διάσημη Τζέην Μάνσφιλντ  η οποία τρελάθηκε με το χορό του και φωτογραφήθηκε μαζί του. Υπέφερε πολλά ο αγαπημένος μου φίλος και πολλές φορές τον χλεύαζαν και τον ταπείνωναν χωρίς αιτία. Όταν έφυγα μου χάρισε ένα δίσκο 45 στροφών του Γιάννη Βογιατζή με το τραγούδι στη μία πλευρά << Αθήνα Αθήνα >> και στην άλλη << ¨ονειρα όνειρα>>  γιατί λάτρευα το Βογιατζή. Μέτρησε το κεφάλι του και με παρακάλεσε να του στείλω μιά καλή περούκα για την αμφίεσή του. Δεν πρόλαβα. Λίγο μετά την αναχώρησή μου κάποιοι αλήτες όταν επέστρεφε νύχτα από το χορό του, τον χτύπησαν πολύ και το πρωϊ τον βρήκαν στο κρεβάτι του πεθαμένο. Ήταν πολύ σκληρή εποχή τότε για αυτά τα παιδιά που τα περισσότερα ήταν υπέροχα πλάσματα. Δεν ξεχνάω ποτέ το Βασίλη και πολλές φορές μονολογώ και του λέω <<Κρίμα που δεν ζείς σε τούτη την εποχή φίλε μου>>. Τούτη η ανάρτηση αφιερωμένη σε σένα με αγάπη.

Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

Προσφυγιά


Αυτές οι φωτογραφίες κρύβουν μια ιστορία που θέλω να μοιραστώ μαζί σας φίλοι του Κομπόγιο και όχι μόνο.. Στα καθιστά παιδάκια το πρώτο αριστερά που κρατά ένα άγνωστό του προσφυγόπουλο από την Αρμενία, είναι ο Μιχάλης Αγκοπιάν ο οποίος πολλά χρόνια μετά , η ζωή που μας πάει όπου εκείνη θέλει,  τα κανόνισε να γίνει  πεθερός της μακαρίτισσας της αδελφής μου Τασούλας. Πολλά χρόνια μετά που μετανάστευσα και εγώ μου έλεγε την τραγική ιστορία του την εποχή της γενοκτονίας των Αρμενίων. Σας τη μεταφέρω όπως ακριβώς μου την έλεγε ξανά και ξανά στα βαθιά του γεράματα.
<<Εκείνη την τραγική μέρα εγώ έξι χρονών και η αδελφή μου δώδεκα με τους γονείς μας σκοτωμένους, τρέχαμε όπως όλοι χωρίς να ξέρουμε που πάμε. Η αδελφή μου μπροστά στα έντρομα μάτια μου υπέστη ότι και πολλές άλλες κοπέλες κατά εξακολούθηση. Αιμόφυρτη στο δρόμο έμεινε και εγώ ούρλιαζα όταν με παρέσυρε το πλήθος .Μετά δεινών και βασάνων κατέληξα στη Μικρόπολη Της Δράμας. Εκεί όταν μεγάλωσα ερωτεύτηκα την Ελπινίκη Παστουρματζή πρόσφυγας από τον Πόντο  και αυτή και παντρευτήκαμε>>.  Στο σημείο τούτο έπαιρνε πάντα το λόγο η γυναίκα του και πεθερά της αδελφής μου μια αληθινή αρχόντισσα που θα θυμάμαι πάντα. Μεταφέρω και τη δική της ιστορία χωρίς να αλλάζω λέξη.        << Με τη Μικρασιατική καταστροφή βρέθηκα παντέρημη οκτώ χρονών κοριτσάκι,  στο δρόμο της προσφυγιάς με το μικρό μου αδελφό τριών χρονών στους ώμους μου. Κάθε λίγο μού έλεγε Ελπινίκη πεινάω και μου έσπαγε την καρδιά . Μία μέρα μετά από πορεία πολλών ημερών, σταμάτησε να μου λέει ότι πεινάει και εγώ ανακουφίστηκα ότι επιτέλους αποκοιμήθηκε. Μέχρι που πάγωσε στους ώμους μου αφού είχε πεθάνει.>.    Ο Μιχάλης και η Ελπινίκη λοιπόν παντρεύτηκαν στη Δράμα και έκαμαν δύο κόρες και ένα αγόρι. Ο Μιχάλης έψαχνε πάντα την αδελφή του γιατί πίστευε ότι ζεί, μέσω Ερυθρού Σταυρού. Πράγματι την βρήκε παντρεμένη με έναν υπέροχο Αρμένη και ζούσε στο Μπίνγκχαμπτον της Νέας Υόρκης. Μετανάστευσαν όλοι εκεί και όταν η αδελφή μου το 1955 δεκαεφτάχρονη πήγε στην ίδια πόλη, ερωτεύτηκε τον γυιό τους Μινά νεαρό παλληκάρι που μόλις είχε επιστρέψει βετεράνος από την Κορέα   που υπηρέτησε στον Αμερικάνικο στρατό ως διερμηνέας των εξ Ελλάδος στρατιωτών.    ΄Στη φωτογραφία είναι την ημέρα που λογοδόθηκαν. Μια ένωση που έφερε τρία υπέροχα αγόρια τα λατρεμένα μου ανήψια. ο παππούς και η γιαγιά τους ορφανεμένα προσφυγόπουλα κατάφεραν να επιζήσουν, να ερωτευτούν, να χαρούν παιδιά και εγγόνια και κυρίως κατάφεραν να συγχωρήσουν τους διώκτες τους.                                       

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Ένα αξέχαστο Πάσχα


Εκείνο του 1954. Διαφορετικό από τα άλλα των παιδικών μου χρόνων μεγαλόπρεπο και για πάντα ζωντανό στη μνήμη μου.
Ήταν στρατός τότε στα Φαρακλάτα για να βοηθήσει στην απομάκρυνση των χαλασμάτων που άφησε ο σεισμός του 1953. Είχαν στρατοπεδεύσει εκεί που σήμερα βρίσκεται το σπίτι του παπά Νικόλα (δασκαλάκη). Ομορφόπαιδα τα φανταράκια  με τον υπέροχο λοχαγό τους ο οποίος ερωτοτροπούσε με τη νεαρή μας δασκάλα την οποία και  παντρεύτηκε .Πολλά  κορίτσια ερωτεύτηκαν τότε τους νεαρούς στρατιώτες μία τέτοια και η αδελφή μου η οποία έφυγε για Αμερική αλλά πάντα θυμόταν με τρυφερότητα το φανταράκι της.  Ανάμεσά τους υπηρετούσαν και μουσικοί. Στήθηκε τρικούβερτο γλέντι με ακορντεόν, φυσαρμόνικες, κιθάρες και βιολιά. Χορός μέχρι τα χαράματα. Μας παρουσίασαν και ένα θεατρικό δρώμενο που κάποιοι ηλικιωμένοι κατουρήθηκαν από τα γέλια. Ακόμα θυμάμαι το όνομα του κωμικού πρωταγωνιστή τον οποίον μας σύστησαν <<και τώρα υποδεχθείτε τον κωμικό μας Γιάννη Ταμβάκη>>. Ειχαν καλέσει όλους τους χωριανούς και πρόσφεραν αρνιά στη σούβλα, κοκορέτσια, κοντοσούβλια, τυριά, αυγά και φάγαμε όλοι του σκασμού και κρασί έρεε άφθονο.  Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την υπέροχη Λαμπρή. Δεν ξέρω αν υπάρχουν στη ζωή πλέον οι φαντάροι αλλά εύχομαι όπου και αν βρίσκονται νάναι καλά.

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Αξέχαστοι γιατροί της Κεφαλονιάς



 Μιά μέρα του σχολικού έτους 1955-56 επέστρεψα από το σχολείο με υψηλό πυρετό και αφόρητο πονόλαιμο. Η μάνα έστειλε τον πατέρα να φέρει τον πρακτικό μας γιατρό το Νίκο. Μόλις κοίταξε το λαιμό μου είπε. << αμέσως στο Νοσοκομείο. Να μη χάσουμε χρόνο. Έχουμε διφτερίτιδα και μάλιστα καλπάζουσα>>. Ευτυχώς  υπήρχε αυτοκίνητο στο χωριό. Έτρεξε ο πατέρας και έφερε το Γεράσιμο Παπαναστασάτο (μπονικάκη), η μάνα με τύλιξε σε κουβέρτες και ολοταχώς στο παιδικό , εκεί που σήμερα στεγάζεται το Κ.Α.Π.Η. Ο πατέρας δεν ήλθε γιατί έπρεπε να φροντίσει τα ζωντανά μας. Το γαϊδαράκο μας το Δημοκράτη, την κατσίκα μας την Καννέλα, τις κότες μας και τη γουρουνίτσα μας την Καλλιρόη που ήταν ώρα--΄ωρα  να γεννήσει και ήταν και πρωτάρα. Ο παιδίατρος Ηλιάδης (θυμάμαι το όνομά του ακόμα), μόλις είδε το λαιμό λέει στη βοηθό του Αμαλία Κρούσσου  (χωριανιά μας), << Έλα να δείς τέτοιο λαιμό δεν έχω ξαναδεί>> <<Τρέξε αμέσως για ταξί>> λέει στη μάνα μου. Πανικόβλητη έφυγε και γύρισε με το Κίμωνα το Μαρκεσίνη και με οδήγησαν στο ξύλινο νοσοκομείο στις παράγκες του Δεστούνη. Μας περίμενε ο Διευθυντής Σωκράτης Πανάς και όλοι οι γιατροί σε συναγερμό. Ο μικροβιολόγος Κουρβισιάνος. ο παθολόγος Γιώργος Σιμωτάς, ο χειρουργός Σπύρος Μαρκέτος και μαζί του ο Γιώργος Ιακωβάτος νεαρός τότε ασκούμενος γιατρός. Η μάνα είχε προνοήσει να κρατήσει τον Κίμωνα με το ταξί σε αναμονή ώσπου να μιλήσει με τους γιατρούς. <<Γρήγορα φωνάζανε μη χάσουμε το παιδί>> Εν τω μεταξύ εγώ δεν μπορούσα να πάρω ανάσα και έκανα σαν να έχω τον <<κόρυζα>>. Ειδικός γιατρός ΩΡΥΛΑ δεν υπήρχε στο νοσοκομείο αλλά ούτε και σε ολόκληρο το νησί. Όλοι αυτοί οι γενναίοι λοιπόν γιατροί και μια ομάδα νεαρές νοσοκόμες, βοήθησαν το χειρουργό Σπύρο Μαρκέτο να μου κάνει  τραχειοτομή γιατί βάδιζα ολοταχώς προς το θάνατο. Η μάνα μου ζήτησε από τον Κίμωνα να έλθει στα Φαρακλάτα να φέρει τον πατέρα μου. Του έδωσε ένα σημείωμα που έγραφε <<Σπύρο παράτησέτα όλα και έλα. Το παιδί μας πεθαίνει>>. Όπως βλέπετε έζησα χάρη στο ενδιαφέρον των γιατρών και κυρίως στο δικό μας πρακτικό πού με διέγνωσε σωστά. Νοσηλεύτηκα στην απομόνωση ένα μήνα με ενέσεις που ακόμα μου πονάνε ώσπου να υποχωρήσει εντελώς η μεμβράνη και να κλείσουν την τραχειοτομή. Κανένας από όσους αναφέρω δεν υπάρχει στη ζωή. Ούτε οι γιατροί ούτε οι νοσοκόμες ούτε οι αυτοκινητιστές. Την ανάρτηση την αφιερώνω στη μνήμη τους και στη μνήμη των  Γονιών μου.

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Γιατρός χωρίς σύνορα


Στό χωριό μας Φαρακλάτα) ζούσε ένας θαυμάσιος άνθρωπος ο Νίκος Κοσμάτος  στον οποίον καταφεύγαμε για κάθε μορφής ασθένεια. Κυρίως όμως ήταν αυτός που ξεγεννούσε τις μανάδες μας. Γνωστός σε όλους ως (Νίκος ο μάμμος). Χωρίς διπλώματα και περγαμηνές ήταν ο γιατρός μας που τον ξυπνάγαμε όποιαδήποτε ώρα της νύχτας και ερχόταν αμέσως χωρίς ποτέ να πληρωθεί μια δραχμή. Όταν επρόκειτο για γέννα καθόταν ώρες και βοήθαγε την γυναίκα με τον καλό του λόγο να υποφέρει τούς πόνους της που ήταν αφόρητοι χωρίς κάποιο παυσίπονο. Είχε τέτοιες γνώσεις και θάρρος που όλοι του είχανε απόλυτη εμπιστοσύνη. Άν έβλεπε τοκετό επικίνδυνο για το παιδί ή τη μάνα έλεγε στον σύζυγο <<πρέπει να φέρεις  γιατρό. Δεν αναλαμβάνω την ευθύνη>>. Αυτό ήταν πάντα δυσάρεστο για το φτωχό νοικοκύρη που έπρεπε να κατεβεί στο Αργοστόλι να αγκαζάρει αυτοκίνητο για να φέρει το γιατρό και το αυτοκίνητο να περιμένει όσο χρειαστεί για να  τον πάει πίσω. Για την εποχή δηλαδή δυσβάσταχτο έξοδο. <<Νίκο μου δεν καρτερείς λίγο ακόμα μήπως λευτερωθεί χωρίς να ξοδευτώ>>? ρώταγε. <<Άσε τα λόγια και τρέχα πριν χάσουμε δυο ζωές>> έλεγε ο μάμμος μας. Έτσι ποτέ δεν έχασε μωρό . Για τους πυρετούς μας τις διάρροιες ,τα λαιμά μας, για τραυματισμούς , ακόμη και κατάγματα αυτός έτρεχε αυτός μας γιάτρευε. Οι ιατρικές του γνώσεις δεν είχαν σύνορα. Όταν μεγάλωσα έμαθα ότι νεαρός υπήρξε νοσοκόμος στην Πολυκλινική των αδελφών Αλιβιζάτου στην οδό Πειραιώς στην Ομόνοια. Ιδού λοιπόν η εξήγηση των ικανοτήτων του. Θυμάμαι το 1958 γύρισα από το σχολείο με πυρετό και πονόλαιμο. Πήγε ο πατέρας μου και τον έφερε στο σπίτι. Μόλις με κοίταξε στο λαιμό είπε << αμέσως στο νοσοκομείο το παιδί έχει διφθερίτιδα αν μείνει χωρίς γιατρό δεν θα ξημερωθεί>>. Πράγματι η ζωή μου κρίθηκε στα δευτερόλεπτα αφού αναγκάστηκαν να μου κάνουν τραχειοτομή ώσπου να υποχωρήσει η απαίσια κίτρινη μεμβράνη. Ο αγαπημένος μας Νίκος πέθανε πριν πολλά χρόνια χωρίς να παντρευτεί ποτέ αλλά όλοι εμείς είμαστε παιδιά δικά του αφού βοήθησε να έλθουμε στον κόσμο.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Γιατροσόφια και Βεντούζες


Τα χρόνια που εμείς οι άνω των πενήντα μεγαλώναμε, ήταν δύσκολα , και η καταφυγή στο γιατρό όταν αρρωσταίναμε,  ήταν μια πολυτέλεια που δεν την είχαμε όλοι. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν, αυτοκίνητα στα χωριά μας δεν υπήρχαν και από μόνη της η πρόσβαση στο γιατρό ήταν μέγα θέμα. Για να πάμε στο Αργοστόλι με το γαϊδαράκο μας κάναμε περισσότερο από μια ώρα. Χειμώνας και κρυωμένοι κινδυνεύαμε διαβαίνοντας τον Πόντε όσο και να μας κουκούλωναν να πάθουμε πνευμονία. Επί πλέον δεν υπήρχε και το χρήμα. Έτσι οι μανάδες μας το πάλευαν με δικά τους γιατροσόφια. Βότανα διάφορα, κομπρέσες ζεστές από σινάπι και λιναρόσπορο, εντριβές και πάνω από όλα Βεντούζες. Και ποιός δεν τις ξέρει. Ήταν δύο ειδών βεντούζες. Οι κούφιες η αναιμικές (αναίμακτες δηλαδή) και οι κοφτές που σήμαιναν κανονικό μικροχειρουργείο. Έξι βεντούζες χρειάζονταν για την ιατρική πράξη, ένα πιρούνι,βαμβάκι, οινόπνευμα μπλέ και ένα ξυραφάκι ξυρίσματος. Η μάνα έδενε στο πιρούνι άφθονο βαμβάκι το οποίο βούταγε στο οινόπνευμα έπιανε μία μία τις βεντούζες τις ζέσταινε τόσο που να μην κάνουν έγκαυμα και τις κόλλαγε στην πλάτη μας κατά μήκος των ώμων με προσοχή να μην πλησιάσουν την σπονδυλική μας στήλη. Μία μία που κρύωνε την ξαναζέσταινε στο πιρούνι και συνέχιζε το βιολί για πολλή ώρα. Μπάκα μπούκου κάνανε σε κάθε τράβηγμα και έναν ήχο που θύμιζε τολμηρό φιλί. Αν έκρινε ότι το κρύωμα ήταν βαρύ στο τέλος έπιανε το ξυράφι και έκανε μία τομή αριστερά και μία δεξιά στις ωμοπλάτες και κόλλαγε από μία βεντούζα και τις άφηνε να τραβήξουν αρκετό αίμα. Δεν ήταν εύκολη επέμβαση ούτε για τις μανάδες ούτε για μας τα παιδιά διότι  η  ξυραφιά πόναγε και δεν ήθελαν να μας πονέσουν οι μανούλες μας αλλά ήταν ο τρόπος τους να μας γιατρέψουν. Η δική μου δεν με αιφνιδίασε ποτέ. Μου έλεγε ότι πρέπει να μου βγάλει λίγο αίμα για να γίνω καλά. Τα γλυκά της λόγια γεμάτα αγάπη με έπειθαν και της παραδινόμουν άνευ όρων. Όταν τέλειωνε το μακελειό μού έβαζε πάνω στις κοψιές του ξυραφιού ζεστό λάδι του καντηλιού μας με σκέπαζε, με γέμιζε φιλιά και το πρωί ήμουνα καλά. Είμαι σίγουρη πώς περισσότερο από  τα γιατροσόφια της με γιάτρευε η απέραντη αγάπη της. Υπάρχουν κάποιοι που και σήμερα πιστεύουν και επιζητούν τις βεντούζες και πρέπει να έχουν δίκιο γιατί αυτή η υπεραιμία που προκαλούν δεν βλάπτει.  Το επιβεβαιώνει η φωτογραφία που είναι όπως βλέπετε πρόσφατη και  μου την έδωσε η φίλη μου Αναστασία Πολλάτου (μαβρατζου). Ο άρρωστος είναι ο άνδρας της αδελφής της ο Μπάμπης ο Μακρής.  Η αντανάκλαση της φλόγας μέσα από τη βεντούζα φαίνεται στην πλάτη του. Θυμάμαι που τα αιματώματα που άφηναν στην πλάτη μας όπως ήταν επόμενο, οι μανάδες τα εξηγούσαν ως το σκοτωμένο άρρωστο αίμα που έπρεπε να βγεί. Το κουζουλό που λένε οι Κρητικοί. Μανάδες φτωχές και βασανισμένες μα υπερήφανες και μοναδικές. Είθε να είναι όλες δίπλα στον Μεγαλοδύναμο όπως τούς αρμόζει.

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Στη Νόνα μου Ματίλδη


Σαν έφηβη ἐζησα και το δράμα του πολέμου στο Βιετνάμ. Πολλές νεαρές συμμαθήτριές μου μόλις έκλειναν τα δεκαέξι τους αρραβωνιάζονταν με νεαρά αγόρια και με το που τέλειωναν το Λύκειο παντρεύονταν αμέσως. Όλα αυτά τα αγόρια τα περισσότερα πεζοναύτες εστέλνοντο στο Βιετνάμ. Σπαραγμός για τα κορίτσια τους που ήταν απαρηγόρητα. Και φυσικά πολλοί άλλοι οικογενειάρχες έφευγαν για μιά χώρα τελείως άγνωστη και σε έναν πόλεμο καθόλου δημοφιλή και χωρίς να καταλαβαίνουν και οι στρατευμένοι αλλά και ο Αμερικανικός Λαός για ποιό λόγο πολεμούν. Ανάμεσά τους στρατεύθηκαν και πολλά παιδιά  Ελλήνων μεταναστών. Οι περισσότεροι στρατευμένοι  γὐρισαν πίσω σε φέρετρα τυλιγμένα με την Αστερόεσσα. Κάποιοι άλλοι σε αναπηρικά καρότσια, οι πιό τυχεροί με πατερίτσες και ελάχιστοι αρτιμελείς. Ένας μεγάλος αριθμός με τεράστια ψυχολογικά προβλήματα και αρκετοι  βρήκαν τις οικογένειές τους διαλυμένες αφού κάποιες  νεαρές  γυναίκες δεν άντεξαν στην αγωνία  τού πολέμου και στην απουσία του αγαπημένου τους και δημιούργησαν νέες σχέσεις. Χρόνια εμαίνετο αυτός ο πόλεμος και οι βετεράνοι επιστρέφοντας δεν έτυχαν τις καλύτερης υποδοχής από το Λαό ούτε των καλύτερων προνομίων από τη Χώρα τους. Πολλοί αυτοκτόνησαν η κλείστηκαν σε ψυχιατρεία χωρίς να καταφέρουν ποτέ να πετάξουν από τη φωλιά του κούκκου.  Και ο μετά τον Κέννεντυ Πρόεδρος Τζόνσον κράτησε τον πόλεμο για πολλά χρόνια. Μιά πολεμική εμπλοκή που κόστισε τόσες ζωές ούτε κάν Υπέρ Πατρίδος αλλά μάλλον για συμφέροντα κάποιων. Ένας πρώτος μου εξάδελφος εθελοντής πολλά χρόνια πεζοναύτης του οποίου η μάνα ήταν αδελφή της μάνας μου και ο πατέρας του από τα Μονοπωλάτα  (Ευαγγελάτος) ήταν από τους τυχερούς που γύρισαν ζωντανοί. Θυμάμαι η νόνα μας που αγωνιούσε για εκείνον έβριζε τον Πρόεδρο Τζόνσον με τα φτωχά της ελάχιστα Αγγλικά με έναν δικό της τρόπο. << Γιά όλα φταίει ο Αντίχριστος ο παλιάνθρωπος ο πρόεδρος Τζοσός που κακιά Λαμπρή νάχει>>.  Αυτό μου έλεγε συνέχεια και με αυτό κλείνω αφιερωμένο στη μνήμη της.