Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Γιατροσόφια και Βεντούζες


Τα χρόνια που εμείς οι άνω των πενήντα μεγαλώναμε, ήταν δύσκολα , και η καταφυγή στο γιατρό όταν αρρωσταίναμε,  ήταν μια πολυτέλεια που δεν την είχαμε όλοι. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν, αυτοκίνητα στα χωριά μας δεν υπήρχαν και από μόνη της η πρόσβαση στο γιατρό ήταν μέγα θέμα. Για να πάμε στο Αργοστόλι με το γαϊδαράκο μας κάναμε περισσότερο από μια ώρα. Χειμώνας και κρυωμένοι κινδυνεύαμε διαβαίνοντας τον Πόντε όσο και να μας κουκούλωναν να πάθουμε πνευμονία. Επί πλέον δεν υπήρχε και το χρήμα. Έτσι οι μανάδες μας το πάλευαν με δικά τους γιατροσόφια. Βότανα διάφορα, κομπρέσες ζεστές από σινάπι και λιναρόσπορο, εντριβές και πάνω από όλα Βεντούζες. Και ποιός δεν τις ξέρει. Ήταν δύο ειδών βεντούζες. Οι κούφιες η αναιμικές (αναίμακτες δηλαδή) και οι κοφτές που σήμαιναν κανονικό μικροχειρουργείο. Έξι βεντούζες χρειάζονταν για την ιατρική πράξη, ένα πιρούνι,βαμβάκι, οινόπνευμα μπλέ και ένα ξυραφάκι ξυρίσματος. Η μάνα έδενε στο πιρούνι άφθονο βαμβάκι το οποίο βούταγε στο οινόπνευμα έπιανε μία μία τις βεντούζες τις ζέσταινε τόσο που να μην κάνουν έγκαυμα και τις κόλλαγε στην πλάτη μας κατά μήκος των ώμων με προσοχή να μην πλησιάσουν την σπονδυλική μας στήλη. Μία μία που κρύωνε την ξαναζέσταινε στο πιρούνι και συνέχιζε το βιολί για πολλή ώρα. Μπάκα μπούκου κάνανε σε κάθε τράβηγμα και έναν ήχο που θύμιζε τολμηρό φιλί. Αν έκρινε ότι το κρύωμα ήταν βαρύ στο τέλος έπιανε το ξυράφι και έκανε μία τομή αριστερά και μία δεξιά στις ωμοπλάτες και κόλλαγε από μία βεντούζα και τις άφηνε να τραβήξουν αρκετό αίμα. Δεν ήταν εύκολη επέμβαση ούτε για τις μανάδες ούτε για μας τα παιδιά διότι  η  ξυραφιά πόναγε και δεν ήθελαν να μας πονέσουν οι μανούλες μας αλλά ήταν ο τρόπος τους να μας γιατρέψουν. Η δική μου δεν με αιφνιδίασε ποτέ. Μου έλεγε ότι πρέπει να μου βγάλει λίγο αίμα για να γίνω καλά. Τα γλυκά της λόγια γεμάτα αγάπη με έπειθαν και της παραδινόμουν άνευ όρων. Όταν τέλειωνε το μακελειό μού έβαζε πάνω στις κοψιές του ξυραφιού ζεστό λάδι του καντηλιού μας με σκέπαζε, με γέμιζε φιλιά και το πρωί ήμουνα καλά. Είμαι σίγουρη πώς περισσότερο από  τα γιατροσόφια της με γιάτρευε η απέραντη αγάπη της. Υπάρχουν κάποιοι που και σήμερα πιστεύουν και επιζητούν τις βεντούζες και πρέπει να έχουν δίκιο γιατί αυτή η υπεραιμία που προκαλούν δεν βλάπτει.  Το επιβεβαιώνει η φωτογραφία που είναι όπως βλέπετε πρόσφατη και  μου την έδωσε η φίλη μου Αναστασία Πολλάτου (μαβρατζου). Ο άρρωστος είναι ο άνδρας της αδελφής της ο Μπάμπης ο Μακρής.  Η αντανάκλαση της φλόγας μέσα από τη βεντούζα φαίνεται στην πλάτη του. Θυμάμαι που τα αιματώματα που άφηναν στην πλάτη μας όπως ήταν επόμενο, οι μανάδες τα εξηγούσαν ως το σκοτωμένο άρρωστο αίμα που έπρεπε να βγεί. Το κουζουλό που λένε οι Κρητικοί. Μανάδες φτωχές και βασανισμένες μα υπερήφανες και μοναδικές. Είθε να είναι όλες δίπλα στον Μεγαλοδύναμο όπως τούς αρμόζει.

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Στη Νόνα μου Ματίλδη


Σαν έφηβη ἐζησα και το δράμα του πολέμου στο Βιετνάμ. Πολλές νεαρές συμμαθήτριές μου μόλις έκλειναν τα δεκαέξι τους αρραβωνιάζονταν με νεαρά αγόρια και με το που τέλειωναν το Λύκειο παντρεύονταν αμέσως. Όλα αυτά τα αγόρια τα περισσότερα πεζοναύτες εστέλνοντο στο Βιετνάμ. Σπαραγμός για τα κορίτσια τους που ήταν απαρηγόρητα. Και φυσικά πολλοί άλλοι οικογενειάρχες έφευγαν για μιά χώρα τελείως άγνωστη και σε έναν πόλεμο καθόλου δημοφιλή και χωρίς να καταλαβαίνουν και οι στρατευμένοι αλλά και ο Αμερικανικός Λαός για ποιό λόγο πολεμούν. Ανάμεσά τους στρατεύθηκαν και πολλά παιδιά  Ελλήνων μεταναστών. Οι περισσότεροι στρατευμένοι  γὐρισαν πίσω σε φέρετρα τυλιγμένα με την Αστερόεσσα. Κάποιοι άλλοι σε αναπηρικά καρότσια, οι πιό τυχεροί με πατερίτσες και ελάχιστοι αρτιμελείς. Ένας μεγάλος αριθμός με τεράστια ψυχολογικά προβλήματα και αρκετοι  βρήκαν τις οικογένειές τους διαλυμένες αφού κάποιες  νεαρές  γυναίκες δεν άντεξαν στην αγωνία  τού πολέμου και στην απουσία του αγαπημένου τους και δημιούργησαν νέες σχέσεις. Χρόνια εμαίνετο αυτός ο πόλεμος και οι βετεράνοι επιστρέφοντας δεν έτυχαν τις καλύτερης υποδοχής από το Λαό ούτε των καλύτερων προνομίων από τη Χώρα τους. Πολλοί αυτοκτόνησαν η κλείστηκαν σε ψυχιατρεία χωρίς να καταφέρουν ποτέ να πετάξουν από τη φωλιά του κούκκου.  Και ο μετά τον Κέννεντυ Πρόεδρος Τζόνσον κράτησε τον πόλεμο για πολλά χρόνια. Μιά πολεμική εμπλοκή που κόστισε τόσες ζωές ούτε κάν Υπέρ Πατρίδος αλλά μάλλον για συμφέροντα κάποιων. Ένας πρώτος μου εξάδελφος εθελοντής πολλά χρόνια πεζοναύτης του οποίου η μάνα ήταν αδελφή της μάνας μου και ο πατέρας του από τα Μονοπωλάτα  (Ευαγγελάτος) ήταν από τους τυχερούς που γύρισαν ζωντανοί. Θυμάμαι η νόνα μας που αγωνιούσε για εκείνον έβριζε τον Πρόεδρο Τζόνσον με τα φτωχά της ελάχιστα Αγγλικά με έναν δικό της τρόπο. << Γιά όλα φταίει ο Αντίχριστος ο παλιάνθρωπος ο πρόεδρος Τζοσός που κακιά Λαμπρή νάχει>>.  Αυτό μου έλεγε συνέχεια και με αυτό κλείνω αφιερωμένο στη μνήμη της.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Σεισμός 1953



Πρίν από το σεισμό της Τετάρτης 12ης Αυγούστου 1953, είχαν προηγηθεί άλλοι σεισμοί αρκετά μεγάλης έντασης. Ήμουν εφτά χρονών και θυμάμαι τα πάντα σαν να έγιναν χθές. Ο πρώτος 9η Αυγούστου μας βρήκε στην Κυριακάτικη λειτουργία στην Ευαγγελίστρια ώρα δέκα και μισή περίπου. Ο ιερέας της φωτογραφίας ο αλησμόνητος Παππά Διονύσης Κωνσταντάκης, βγήκε στη μεσαία πύλη του ιερού και προσπαθούσε να μας ηρεμήσει. <<Μη τρέχετε στις εξόδους. Μείνετε μέσα στην εκκλησία και προσευχηθείτε. Ο Θεός είναι μαζί μας>> μας έλεγε. Μέσα στο ιερό τον βοηθούσε ο Νικόλας Παπαναστασάτος παιδί δεκαπεντάχρονο τότε (το σκοληταρούδι του) και μετέπειτα Παππά Νικόλας (Δασκαλάκης). Τον κάλεσε να πάει κοντά του και μόλις έφυγε από την καρέκλα του  μια τεράστια πέτρα έπεσε ακριβώς εκεί που καθότανε και σίγουρα θα το σκότωνε το παιδί.  Ο παππά Διονύσης Κωνσταντάκης ήταν ένας σπάνιος ιερέας όχι μόνο γιατί έψαλλε συγκλονιστικά αλλά κυρίως για το ήθος του. Η φωτογραφία που βλέπετε βγήκε το 1938. Δίπλα του ο εγγονός του Διονύσης που τον ακολουθούσε  παντού και το παρατσούκλι του παραμένει (παπαδάγκονας). Εγγόνι παππά δηλαδή. Πρέπει να σας πώ ότι ο παππά Διονύσης της φωτογραφίας είναι προππάπος του Άγγελου Κωνσταντάκη (προέδρου της ΤΕΔΗΚΕ) και το παιδί δίπλα στον παππά ο πατέρας του Άγγελου Διονύσης Κωνσταντάκης που είναι από τους καλύτερους ιεροψάλτες.

 

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Παιδιά των εξήντα


Η πρώτη μου επαφή με το Αμερικάνικο σχολείο στο New Port  News Virginia άρχισε το σχολικό Έτος 1963 μόλις αφιχθείσα μετανάστρια . Είχα εξαιρετικές δασκάλες  που με βοήθησαν πολύ. Πέρα από τη διδακτέα ύλη ασχολήθηκαν μαζί μου για την εκμάθηση της
 γλώσσας αφιλοκερδώς. Ήμουν πραγματικά τυχερή.  Παιδί λοιπόν και εγώ των εξήντα βίωσα συγκλονιστικά γεγονότα που διαδραματίζονταν όχι μόνο στην Αμερική αλλά σε όλο τον κόσμο. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους δολοφόνησαν τον Πρόεδρο Κέννεντυ. Χωρίς να έχω ακόμη πολιτικές αντιλήψεις και προτιμήσεις πήγα σχολείο την επόμενη της δολοφονίας και έριχνα μαύρο δάκρυ. Με εντυπωσίασε που οι συμμαθητές μου ήταν εντελώς αδιάφοροι και κάποιοι από αυτούς  τολμώ να πώ καταευχαριστημένοι για τον θάνατό του. Γρήγορα βέβαια κατάλαβα ότι πολλά από αυτά τα παιδιά κουβαλούσαν ακόμα τη νοοτροπία των προγόνων τους που είχαν βαμβακοφυτείες, παλιά στην Βιργινία, και όπως δεν λάτρεψαν τον πρόεδρο Λίνκολν άλλο τόσο δεν χώνευαν και το Κέννεντυ. Τα δικά μου δάκρυα είχαν αποτέλεσμα να αποκτήσω εχθρούς ανάμεσα στους συμμαθητές μου και να αντιληφθώ πολύ γρήγορα ότι βρίσκομαι σε μιά χώρα που υπάρχει ακόμα έντονος ρατσισμός και αυτό με λύπησε πολύ. Εξ άλλου δεν υπήρχε στο Σχολείο μου ούτε ένα Αφροαμερικανάκι και ας είχαν περισσότερα δικαιώματα από μένα αφού είχαν γεννηθεί εκεί. Με τον καιρό όμως με αγάπησαν και μπορώ να καυχιέμαι ότι κοντά μου πολλά παιδιά άλαξαν αντιλήψεις. Θα συνεχίσουμε τούτη την κουβέντα.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

Ταξίδι στο χρόνο.

Η είδηση του θανάτου τού εξαιρετικού ηθοποιού και ανθρώπου,Τζόν Χέρτ, με ταξίδεψε 17 χρόνια πίσω, τότε που για οκτώ μήνες οι παράγοντες της ταινίας, διέμεναν στο Ιόνιαν Πλάζα όπου εργαζόμουν. Όταν θα ξεκίναγε το γύρισμα μετακόμισαν όλοι στην περιοχή της Σάμης, στην Αγία Ευφημία, στα Μακρυώτικα και Γριζάτα για να είναι κοντά στο τόπο των γυρισμάτων. Τους αποχαιρέτησα με μια δημοσίευση στον Ημερήσιο την οποία αναρτώ με νοσταλγία για εκείνο το υπέροχο καλοκαίρι.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Σέ αναζήτηση Εργασίας


Κι όπως όλα τα ωραία τελειώνουν, τέλειωσαν και γιά μένα τα όμορφα ανέμελα χρόνια των σπουδών. Ώρα να βρούμε δουλειά. Ξεκίνησα λοιπόν το ψάξιμο στην αγορά εργασίας. Η Σχολή μου είχε σχέσεις με μια  Βιομηχανία Φαρμάκων και Έρευνας την γνωστή  Χόφμεν Λά Ρόουτσ.  Από τις μεγαλύτερες  στο είδος εταιρείες. Με μια συστατική επιστολή του καθηγητή μου πήγα να διεκδικήσω μιά θέση. Ήμουν νεαρή μόλις είκοσι χρονών. Στην Ελλάδα κυβερνούσε η χούντα και η Μελίνα Μερκούρη βρισκόταν τότε στην Αμερική και με πύρινους λόγους στις πλατείες, στα σχολεία, στις τηλεοράσεις έβριζε τους Αμερικανούς που στήριζαν τη χούντα. Όλοι εμείς οι νέοι αψηφούσαμε τούς συνετούς μας γονείς και ουρλιάζαμε μαζί της . Κατέθεσα λοιπόν τα δικαιολογητικά μου, πέρασα όλες τις απαιτούμενες εξετάσεις γνώσεων, γραφομηχανή, στενογραφία διάφορα πονηρά τέστ αντίληψης και τα πήγα πολύ καλά. Η τελευταία δοκιμασία και καθοριστική ήταν η συνάντηση με τον προσωπάρχη ο οποίος είχε την τελευταία λέξη. Μια συνέντευξη δηλαδή το περιβόητο (Ιντερβιού). Με ρώταγε πολλά και διάφορα  και ξαφνικά με ρωτάει <<Τι πιστεύεις για τις βρωμιές που εξακοντίζει η Μελίνα Μερκούρη για τις Ηνωμένες Πολιτείες την σπουδαιότερη χώρα του κόσμου?>> Και εγώ με το θάρρος η το θράσος που πάντα με χαρακτήριζε τον κοίταξα κατάματα και του απάντησα << Συμφωνώ ότι η Αμερική είναι μια σπουδαία χώρα αλλά μια τέτοια χώρα που το πολίτευμά της είναι Δημοκρατία δεν πρέπει να στηρίζει τέτοια καθεστώτα. Δικαίως η Μελίνα Μερκούρη σας βρίζει Άλλωστε δεν βρίζει τον Λαό αλλά τους κυβερνώντες>>. Άργησε πολύ να μου μιλήσει μόνο με κοίταζε. Την έχασα τη δουλειά σκέφτηκα με λύπη. Και απότομα σηκώνεται όρθιος μου δίνει το χέρι του και μου ανακοινώνει <<Προσλαμβάνεσαι>>. Δεν ξέρω αν του άρεσε η απάντησή μου για τη Μελίνα η απλά τον είχαν ζαλίσει τα νιάτα μου και τα λυτά μακρυά μαλλιά μου. Σημασία έχει ότι στην πρώτη μου προσπάθεια για εργασία βρήκα μια θέση εξαιρετική σε μια υπέροχη βιομηχανία φαρμάκων και κυρίως έρευνας που ονειρευόταν κάθε νεαρή κοπέλα. Ήταν Ελβετοί οι μέτοχοι, μας πλήρωναν ένα μισθό ολόκληρο τα Χριστούγεννα (πράγμα ανήκουστο στην Αμερική) και μαζί με το μισθό ένα τεράστιο κουτί με σοκολατάκια  φερμένα από την Ελβετία.  Δυό χρόνια δούλεψα εκεί γιατί ο Έρωτας με πήγε σ' άλλες πολιτείες.  Στή Νέα Υερσέη όπου μπήκα στο μεταφραστικό τμήμα του Δικαστηρίου και έκανα τον διερμηνέα στούς Έλληνες. Θα σας  πώ πολλά και για αυτή μου την εμπειρία σε άλλη ανάρτηση.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017

Τζέτ Μπλού


Το πρόσφατο χιόνι με ταξίδεψε στο 2007 μήνα Φεβρουάριο, που πήγαμε στην Αμερική για το γάμο της κόρης του αδελφού μου. Ως τη Νέα Υόρκη όλα ωραία και καλά. Η ανηψιά μου ζούσε στη Σαραζότα της Φλόριδας. Μείναμε ένα βράδυ στη Νέα Υόρκη και το επόμενο πρωϊ πετάγαμε για τον προορισμό μας με την εταιρία Τζέτ Μπλού. Λογαριάζαμε όμως χωρίς τον Ξενοδόχο. Το πρωϊ ξημερωθήκαμε σε δυο μέτρα χιόνι. Πήγαμε στο αεροδρόμιο Κένεντυ όπου βρήκαμε μια κατάσταση πανικού και με πτήσεις που ακυρώνονταν συνεχώς. Η δική μας απλά έπαιρνε αναβολή. Δέκα  θα πετάγαμε βάση προγράμματος αλλά κάθε μισή ώρα αλλάζανε το χρόνο. Οι επιβάτες των ακυρωμένων πτήσεων όλοι ξάπλα στα δάπεδα κοιμόνταν, ροχάλιζαν, μωρά ούρλιαζαν και δεν μπορούσαμε να ματαιώσουμε το ταξίδι και να φύγουμε γιατί εκτός αεροδρομίου δεν κινείτο τίποτα. Οι βαλίτσες μας δοσμένες φορτίο, και εμείς δέσμιοι προσμένοντας τις εξελίξεις. Τραβιόμαστε από πύλη σε πύλη μετά από ανακοινώσεις ότι η πτήση μας θα γίνει για να μας ανακοινώσουν τελικά ότι δεν πετάμε λόγω καιρού. Πολλές ώρες συνολικά δεκαπέντε νύχτωσε δηλαδή, μας τάϊσαν πέσαμε και εμείς στα πατώματα και ούτε μπρός ούτε πίσω. Η μοναδική πτήση που ήταν υπό συζήτηση ήταν οι δική μας. Όλες οι άλλες και όλων των εταιριών είχαν ακυρωθεί. Ήταν Παρασκευή και ο γάμος Σάββατο βράδυ. Ακριβώς τα μεσάνυχτα μας ενημέρωσαν ότι θα πετάξουμε. Μπήκαμε στην ουρά επιβίβασης και αυτή τη φορά το πιστέψαμε γιατί είδαμε το πλήρωμα να μας προσπερνάει. Έλεγα στο Γιώργο να κάτσουμε στα αυγά μας αλλά μούλεγε <<Ελύσσαξες να πάμε στο γάμο της ανηψιάς σου και θα πάμε αν το αεροπλάνο μας πετάξει>>. Φοβόμουνα και λίγο με τέτοιο καιρό αλλά λούφαξα. Επιβιβαστήκαμε τέλος πάντων ώρα δώδεκα μεσάνυχτα. Δεθήκαμε, βολευτήκαμε, σταυροκοπηθήκαμε (εγώ δηλαδή) και περιμέναμε την τρομαχτική πάντα απογείωση. Και τώρα να φύγουμε κι'αλλιώρα να φύγουμε πήγε δύο και τέταρτο και δεμένοι περιμέναμε. Ρωτήσαμε που πάει η βαλίτσα και μας πληροφόρησαν ότι γίνεται απόψυξη στις φτερούγες. Συνθήκες δηλαδή να τρέμει η ψυχή σου για το ενδεχόμενο να κάνεις την μοιραία πτήση της ζωής σου. Τέλος πάντων απογειωθήκαμε με το χέρι στην καρδιά και μια πτήση με κραδασμούς απερίγραπτους αλλά με ολοκαίνουργιο αεροπλάνο και πανέμορφες συνοδούς. Ο Γιώργος απολάμβανε τα ποτά του χαμουρευότανε τις συνοδούς και εγώ απλά αντιλήφθηκα ότι είχα κατουρηθεί απάνου μου. Πάντως και το γάμο προλάβαμε και στην ανηψιά μου κάναμε έκπληξη που την περιμέναμε στην εκκλησία χωρίς να το ξέρει και ο αδελφός μου πέταξε από χαρά όταν μας είδε.