Μόλις λοιπόν πήρε το δίπλωμα ο Γιώργος γράφτηκε στο σωματείο και από εκεί και μετά κάθε μέρα πήγαινε στον οίκο του ναύτη, εκεί που στέκονταν τότε οι δίδυμοι Πύργοι, και διάβαζε τις αναρτήσεις. Εσύ ξέρεις πως λειτουργεί το σύστημα εκεί. Εγώ ήμουν μες την τρελή χαρά γιατί σκόπευα να πάω μαζί του στο καράβι τουλάχιστον στο πρώτο μπάρκο. Μίλησα λοιπόν στον υπεύθυνο του μεταφραστικού τμήματος του Δικαστηρίου όπου μετέφραζα στις δίκες των Ελλήνων, και δέχθηκε να προωθήσει κάποιες που έπρεπε να εκδικαστούν και μετά θα μου έδινε άδεια για ένα μήνα. Λογάριαζα όμως χωρίς τον ξενοδόχο. Στα Αμερικάνικα καράβια απαγορεύονται οι φιλοξενίες. Ούτε σύζυγοι ούτε μανάδες. Ουδείς. Απελπισμένη πήγα στον φίλο μου τον Γερουσιαστή Peter Rodino και έριξα μαύρο δάκρυ. Με αγαπούσε πολύ και έψαξε να βρεί τρόπους να ταξιδέψω. Ένας μόνο υπήρχε. Σαν μέλος του πληρώματος. Τα κατάφερε λοιπόν να με δεχτούν ως βοηθό του Λογιστή. Έβγαλα λοιπόν το φυλλάδιό μου και περιμέναμε το πρώτο μας μπάρκο στο ίδιο πλοίο. Δεν άργησε να έλθει. Ένα υπέροχο καράβι θυμάμαι το οποίο είχε σχέση με τους Βαρδινογιάνηδες και θα ερχόταν και στην Ελευσίνα. Προϋπόθεση και για τους δύο μας ιατρικές εξετάσεις λεπτομερείς και συστηματικές από γιατρούς της εταιρίας που γίνονταν στον οίκο του ναύτη. Πρώτη μπήκα εγώ. Όλα ωραία και καλά. Μια όμορφη γυναίκα ήταν η γιατρός. Όταν μπήκε ο Γιώργος άργησε πολύ να βγεί. << Έλα διάολε τι κάνει τόση ώρα. Μπάς και μου κάνει κουτσουκέλα με την γιατρίνα>> έλεγα εγώ. ΄Μα με κάλεσαν μέσα και μου είπε<<Κυρία Πολλάτου εσείς μπορείτε να μπαρκάρετε ο σύζυγος όχι διότι έχει κοίλη και η ασφάλεια δεν του επιτρέπει να ταξιδέψει για ευνόητους λόγους>> Μας ήλθε ταμπλάς. Αμέσως χειρουργήθηκε ο Γιώργος και έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον δύο μήνες πριν του επιτρέψουν να μπαρκάρει. Έτσι όταν συνήλθε ήλθαμε στην Κεφαλονιά για το διάστημα της αποθεραπείας του και τότε μας πρότειναν να διοικήσουμε ένα Ξενοδοχείο και δεχθήκαμε. Έτσι τα μπάρκα μας έμειναν ανεκπλήρωτα. Νομίζω πως και οι δυό μας αισθανόμαστε ένα κενό. Ίσως πρέπει έστω και στην ηλικία μας να την κάνουμε για λιμάνια ξένα..Μα τώρα ποιος μας θέλει?? Α ξέχασα να πώ ότι ουδέποτε καταλάβαμε ότι είχε κοίλη μα η γιατρίνα ψάξε-ψάξε την εντόπισε.
Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016
Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016
Φοβερή Αντίζηλος
H γυναίκα που παντρεύεται ναυτικό (ακόμη και πρώην ναυτικό
όπως εγώ) κάποια στιγμή θα καταλάβει ότι ανάμεσα σε κείνη και τον αγαπημένο της
πλανάται μια φοβερή αντίζηλος. Η ΘΑΛΑΣΣΑ. Εγώ το αντιλήφθηκα το 1982 μετά από
10 χρόνια γάμου. Είχαμε και ένα φίλο από την Μονεμβασιά γεννημένο στην Αμερική
ο οποίος ήταν λοστρόμος σε καράβι Αμερικανικών συμφερόντων και κάθε φορά που
ξεμπαρκάριζε άναβε φωτιές στον μαστροΓιώργο. Η νοσταλγία είναι βασανιστικό
συναίσθημα και εγώ δεν ήθελα να υποφέρει ο άνδρας της ζωής μου. Τον παρακίνησα
λοιπόν να πάρει το Αμερικάνικο δίπλωμα και να μπαρκάρει αν αυτό επιθυμεί.
Πήγαμε στο Coast Guard
(Staten Island)
για τα σχετικά της συμμετοχής στις εξετάσεις, αγοράσαμε τα βιβλία και για τρείς μήνες διαβάζαμε και οι
δυό για να βοηθάω το Γιώργο στη μετάφραση των κειμένων. Για δύο εβδομάδες έδινε
καθημερινά δύσκολες εξετάσεις. Πήγαινα μαζί του για στήριξη. Όταν πέρασε τα
πάντα με άριστα μας κάλεσε ο καθηγητής και τον ρώτησε που σπούδασε. Όταν άκουσε
για τη Σχολή του Ληξουριού μας είπε απίστευτο τέτοιο επίπεδο σπουδών σε ένα
νησί. Δεν ήξερε ότι η Βαλλιάνιος με διευθυντή τον Φραγκόπουλο και καθηγητή τον
Μαρτίνη ήταν ισάξια του Μετσοβείου Πολυτεχνείου. Πήραμε λοιπόν το δίπλωμα και
μπήκαμε στη λίστα για μπάρκο. Θα σας πω τη συνέχεια σε επόμενη ανάρτηση γιατί
είναι μεγάλη ιστορία.
Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016
Εκλογές
Κάθε φορά οι εκλογές με ταξιδεύουν στά νιάτα μου και στην εποχή πού νεαρή κοπέλα στην Αμερική είχα για πρώτη φορά δικαίωμα ψήφου.
Ήταν θυμάμαι το 1968 και μας έπιασε όλους
ο ενθουσιασμός για την υποψηφιότητα του Σπύρου Άγκνιου. Δουλέψαμε
σκληρά για να επικρατήσει το ψηφοδέλτιο Νίξον Άγκνιου. Ένας μεγαλοβιομήχανος Έλληνας ο Μιχάλης Κάργκας, είχε νοικιάσει ένα ολόκληρο όροφο Ξενοδοχείου στο Νιούαρκ Νέας Υερσέης , και κάθε βράδυ έως αργά τη νύχτα εθελοντικά κάναμε τον προεκλογικό μας αγώνα υπέρ του κυρίου Σπύρου από τον οποίον δεν ακούσαμε ποτέ ένα ευχαριστώ. Ατέλειωτες ώρες στα τηλέφωνα μιλάγαμε σε ομογενείς και Αμερικανούς, διοργανώναμε συνεστιάσεις και γλέντια με εισιτήριο βέβαια για να στηρίξουμε την υποψηφιότητα του Έλληνα αντιπροέδρου. Φωτογραφίες σε εφημερίδες και περιοδικά από τις οποίες δυστυχώς δεν κράτησα καμία. Όταν απεδείχθη τι κουμάσι ήταν ο εκλεγείς αντιπρόεδρος που κάθε άλλο παρά Έλληνας υπήρξε (ούτε κάν Φιλέλληνας) έριξα ένα ξεγυρισμένο φάσκελο στα μάτια μου και έσκισα όλο το έντυπο υλικό και τις φωτογραφίες που είχαν σχέση με εκείνες τις εκλογές. Εκείνο που με είχε εντυπωσιάσει ήταν η απόλυτη αδιαφορία που έδειχναν οι Αμερικανοί ψηφοφόροι όλων των ηλικιών για την διεξαγωγή των εκλογών. Καμία σχέση με εμάς. Το παρασκήνιο βέβαια είναι μια άλλη ιστορία και όλοι ξέρουμε τι σημαίνει αλλά αυτό δεν αφορά τον μέσο Αμερικανό πολίτη. Στα είκοσι χρόνια που έζησα στις Η.Π.Α. ψήφισα πολλές φορές αλλά πάντα το προεκλογικό κλίμα ήταν χλιαρό έως αδιάφορο. Καμία σχέση με τη δική μας τρέλα.
σκληρά για να επικρατήσει το ψηφοδέλτιο Νίξον Άγκνιου. Ένας μεγαλοβιομήχανος Έλληνας ο Μιχάλης Κάργκας, είχε νοικιάσει ένα ολόκληρο όροφο Ξενοδοχείου στο Νιούαρκ Νέας Υερσέης , και κάθε βράδυ έως αργά τη νύχτα εθελοντικά κάναμε τον προεκλογικό μας αγώνα υπέρ του κυρίου Σπύρου από τον οποίον δεν ακούσαμε ποτέ ένα ευχαριστώ. Ατέλειωτες ώρες στα τηλέφωνα μιλάγαμε σε ομογενείς και Αμερικανούς, διοργανώναμε συνεστιάσεις και γλέντια με εισιτήριο βέβαια για να στηρίξουμε την υποψηφιότητα του Έλληνα αντιπροέδρου. Φωτογραφίες σε εφημερίδες και περιοδικά από τις οποίες δυστυχώς δεν κράτησα καμία. Όταν απεδείχθη τι κουμάσι ήταν ο εκλεγείς αντιπρόεδρος που κάθε άλλο παρά Έλληνας υπήρξε (ούτε κάν Φιλέλληνας) έριξα ένα ξεγυρισμένο φάσκελο στα μάτια μου και έσκισα όλο το έντυπο υλικό και τις φωτογραφίες που είχαν σχέση με εκείνες τις εκλογές. Εκείνο που με είχε εντυπωσιάσει ήταν η απόλυτη αδιαφορία που έδειχναν οι Αμερικανοί ψηφοφόροι όλων των ηλικιών για την διεξαγωγή των εκλογών. Καμία σχέση με εμάς. Το παρασκήνιο βέβαια είναι μια άλλη ιστορία και όλοι ξέρουμε τι σημαίνει αλλά αυτό δεν αφορά τον μέσο Αμερικανό πολίτη. Στα είκοσι χρόνια που έζησα στις Η.Π.Α. ψήφισα πολλές φορές αλλά πάντα το προεκλογικό κλίμα ήταν χλιαρό έως αδιάφορο. Καμία σχέση με τη δική μας τρέλα.
Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016
Στον βετεράνο πατέρα μου και στούς συμπολεμιστές του
Γεννήθηκα μετά τον πόλεμο αλλά ο πατέρας μου πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο και οι ιστορίες που μας έλεγε ήταν συγκλονιστικές. Περισσότερο από κάθε ιστορικό βιβλίο και κάθε πολεμικό ανταποκριτή τίποτα δεν μπορεί να σταθεί μπροστά στον προφορικό λόγο των γενναίων πολεμιστών που είδαν δίπλα τους να πεθαίνουν οι συμπολεμιστές τους, χωρίς να μπορούν να τους προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια. Αργότερα μαθήτρια του Δημοτικού Σχολείου Φαρακλάτων με πολύ καμάρι και υπερηφάνεια απήγγειλα το ποίημά μου στη γιορτή για την 28η Οκτωβρίου κοιτάζοντας κατάματα τον πατέρα μου πού καθόταν στην πρώτη γραμμή και έκλαιγε. Πολλοί σαν και κείνον γύρισαν ανάπηροι, άλλοι έμειναν στα χιονισμένα βουνά τροφή στα όρνια και η Πατρίδα τους περισσότερους τους αγνόησε και δεν τους τίμησε. Νομίζω όμως πως όλοι θα ξανάπιαναν τα όπλα χωρίς δεύτερη σκέψη γιατί τότε ξέρανε γιατί πολεμούν. ΠΑΤΡΙΔΑ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Σήμερα μάλλον αυτό το τρίπτυχο είναι αμφισβητούμενο. Ο πατέρας μου γύρισε από το μέτωπο εντελώς κουφός και βασανιζόταν χρόνια από αυτή την αναπηρία χωρίς να ζητήσει από την πολιτεία τίποτα. Για αρκετά χρόνια δεν είχε τα χρήματα να αγοράσει ακουστικό μέχρι που δούλεψε κατά την ανοικοδόμηση μετά το σεισμό του 1953. Στα 70 του χρόνια χειρουργήθηκε στην Αμερική και όταν είπε στον γιατρό του ότι έχασε την ακοή του στον πόλεμο δεν δέχθηκε καμία αμοιβή. Δεν ξεχνώ τη στιγμή που τον περίμενα έξω από το χειρουργείο όπου μπήκε με το ακουστικό στο αυτί και βγήκε χωρίς να το φοράει. Ρώτησα τον γιατρό <<πώς πήγε η επέμβαση>> και μου απάντησε << ρώτα τον πατέρα σου>>. τρελάθηκα από χαρά. Για πρώτη φορά στη δική μου ζωή ο λατρεμένος μου πατέρας άκουγε όπως εγώ και ένας υπέροχος Αμερικανός δεν δέχθηκε αμοιβή από έναν βετεράνο. Αφιερώνω τούτη την ανάρτηση στον πατέρα μου και σε όλους εκείνους που είδε να πεθαίνουν δίπλα του για την Πατρίδα. Η φωτογραφία είναι από παρέλαση της 28ης στο Γυμνάσιο Αργοστολίου τότε που ήταν τιμή μας να παρελάσουμε. Το έτος 1963. Θα αναφερθώ μόνο στην πρώτη σειρά. Δεξιά Η Σπανού Μαρία και αριστερά Λυκούδη Γεωργία του Σπυρίδωνος. Εγώ δηλαδή. Και οι δυό μας από Φαρακλάτα. ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ.
Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016
Δύο Πατρίδες
Τα χρόνια που έζησα στην Αμερική νοσταλγούσα βασανιστικά τα
παιδικά μου χρόνια τα αθώα και ανέμελα.
Όταν επέστρεψα στο νησί μου δεν φανταζόμουν ότι θα εξακολουθούσα να
βασανίζομαι πάλι από νοσταλγίες. Δεν μπορείς να διαγράψεις μια εικοσαετία που
ξεκίνησε στα 14 και τέλειωσε στα 34.
Χωρίς αμφιβολία είναι
τα ανήσυχα χρόνια της εφηβείας, η εποχή που τρελαίνονται οι ορμόνες ενός
κοριτσιού που κατά βάθος είναι ακόμη παιδί, τα χρόνια που κάνεις τους φίλους
σου τους αληθινούς, τα χρόνια του πρώτου έρωτα. Είναι οι φίλοι των φοιτητικών
θρανίων και αργότερα οι συνάδελφοι στον
επαγγελματικό τομέα. Όσο είναι δεδομένοι δεν τους δίνουμε πιθανόν την σημασία
που τους αξίζει. Μόλις βρέθηκα λοιπόν μακριά τους πνιγόμουνα από τη θλίψη της
απουσίας τους και για πρώτη φορά κατάλαβα τι σημαίνει το κλισέ έχω δύο πατρίδες.
Είναι κατά κάποιο τρόπο ένας διχασμός και μια ταλάντευση για το που τελικά
ανήκεις όταν γίνεσαι μετανάστης. Υπήρχαν στιγμές που μελαγχολούσα αλλά σύντομα
οι φίλοι των παιδικών χρόνων και οι καινούργιοι που έκανα, σχεδόν διέγραψαν εκείνους της ξενιτιάς. Βέβαια
δεν τους ξεχνώ αλλά δεν υποφέρω για πάρτη τους και αποφάσισα ότι η δεύτερη
πατρίδα είναι μια χώρα που για τους δικούς της λόγους σε δέχεται και σε
υιοθετεί αλλά δεν μπορεί να γίνει αληθινή πατρίδα σου τουλάχιστον όπως εγώ το
αντιλαμβάνομαι. Για μένα κάθε μορφή υιοθεσίας δεν είναι το απόλυτα γνήσιο και
καθαρό που εγώ επιδιώκω όλη μου τη ζωή και κρύβει μια νοθεία, ένα ας πούμε (ένα
μπαστάρδεμα) που δεν ταιριάζει στον χαραχτήρα μου. Έτσι αποφάσισα ότι το δύο
πατρίδες δεν ισχύει για μένα συνεπώς δεν υπάρχει διχασμός. Είμαι λοιπόν στο
σπίτι μου, στο νησί μου, στην Πατρίδα μου, και χωρίς έπαρση λέω είμαι γαλήνια
και ευτυχισμένη.
Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016
Πάμε για ψάρεμα
Αν και ήμουν μόνο 14 χρονών όταν πήγα στην Αμερική,
παρέμεινα παθιασμένη νοσταλγός της Κεφαλονιάς. Μου άρεσαν πολλά πράγματα σε
αυτή τη Μεγάλη Χώρα και αν μπορούσα θα τα έφερνα μαζί μου όταν επέστρεψα αλλά
δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα. Μου λείπει η παντελής απουσία της
γραφειοκρατίας που εδώ μας βασανίζει τόσο, μου λείπει η αξιοκρατία, που τότε
τουλάχιστον ήταν σε ισχύ και φυσικά εφαρμόζονταν οι Νόμοι από τους οποίους
κανείς δεν εξαιρείτο. Από τότε όμως που γύρισα έχουν περάσει 32 χρόνια και
πιθανόν να μην ισχύουν όσα εγώ βίωσα στα είκοσι χρόνια διαμονής μου στην ξενιτειά. Εκείνο που δεν άντεχα ήταν οι
ρυθμοί της ζωής που δεν ταίριαζαν καθόλου με το δικό μου ταμπεραμέντο. Δουλειά
και σπίτι και ένα Σάββατο μόνο για προγραμματισμένη ψυχαγωγία. Για να επισκεφτώ
ακόμη και τις αδελφές μου έπρεπε να τηλεφωνήσω και να ζητήσω την έγκρισή τους
διαφορετικά έτρωγα πόρτα. Από τις έξι το
απόγευμα δύσκολα κυκλοφορούσε άνθρωπος έξω. Δείπνο το αργότερο στις εφτά και
ύστερα καναπές και ύπνος. Όταν παντρεύτηκα και πήγα κοντά στη Νέα Υόρκη
ξαναζωντάνεψα. Για μένα και τον Γιώργο το χρήμα δεν ήταν αυτοσκοπός. Θέλαμε να
ζήσουμε και να χαρούμε ότι μας έδινε αυτή η χώρα. Η Νέα Υόρκη μαγική πόλη αλλά
για να τη χαρείς πρέπει να χαλάς λεφτά και εμείς αυτό κάναμε. Και ταξιδεύαμε
πολύ. Θεωρούσαμε και οι δυό το ταξίδι σαν την καλύτερη επένδυση και δεν
μετανοιώσαμε ποτέ. Ερχόμαστε και στην Ελλάδα τακτικά και αποφασίσαμε ότι θα
γυρίσουμε πίσω στο νησί μας γι'αυτό και ποτέ δεν αγοράσαμε σπίτι δικό μας.
Προσωπικά εγώ που είμαι λάτρης του ψαροντούφεκου, αποφάσισα πως όποιος
κολυμπήσει στις θάλασσες της Κεφαλονιάς δεν πρόκειται να του αρέσει καμία άλλη
θάλασσα. Και έτσι ένα ωραίο καλοκαίρι διακοπών μας πρότειναν να αναλάβουμε ένα
Ξενοδοχείο και χωρίς δεύτερη σκέψη δεχθήκαμε. Γυρίσαμε πίσω, πακετάραμε την
οικοσκευή μας και από τότε ξαναγίναμε ευτυχισμένοι. Ευτυχώς είμαστε και από το
ίδιο χωριό και κάμαμε το σπιτικό μας στα Φαρακλάτα. Είναι υπέροχο να ζείς στον
τόπο που γεννήθηκες ακόμα και αν κάποια πράγματα σου δυσκολεύουν λίγο τη ζωή.
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016
Απαγορεύεται ο Αγοραίος Έρωτας.
Kλείνω
τις αναφορές μου στους λαθραίους μας με
μια αφιέρωση σε έναν από αυτούς που δεν μπόρεσα να βοηθήσω όσο και αν
προσπάθησα. Ήταν ένας κοντούλης ανθρωπάκος με σπινθηροβόλο βλέμμα και ύφος και
ντύσιμο που θύμιζε κουτσαβάκια άλλης εποχής.
Ήταν κατηγορούμενος για απόπειρα φόνου και συμμετοχή σε
αγοραίο έρωτα, που θεωρητικά απαγορεύεται και διώκεται ποινικά από τον Αμερικάνικο
Πουριτανισμό. Βέβαια αν σε πιάσει κόκκινο φώς στο Μανχάταν δεν γλυτώνεις από
τις κοπέλες που ορμούν σε άνδρες και γυναίκες με θράσος και τόλμη εξασκώντας
παράνομα το αρχαιότερο επάγγελμα που κατά την άποψή μου είναι ευγενές και
χρήσιμο. Ήταν δύσκολη υπόθεση με 12 ενόρκους και η ακροαματική διαδικασία
κράτησε δέκα μέρες. Απαγορευόταν να τον πλησιάσω εκτός αίθουσας και ήταν
ολομόναχος και απελπισμένος. Όσο κράταγε η απολογία του με κοίταζε με τρόμο και μου
πέταγε σε δύσκολες ερωτήσεις την φράση <<Τι να πώ ρε αδελφούλα>>?
Έτρεμε το φυλοκάρδι μου μη χάσω τη δουλειά μου και μετέφραζα γρήγορα ως εξής:
<<τι να πώ ρε πεθαμένη μου αδελφούλα. Βοήθα με>>. Μιά νύχτα λοιπόν
τον ψάρεψε μια νεαρή Αφροαμερικάνα 18 χρονών και όταν την οδήγησε σε μια πολυκατοικία
που ζούσε , κανόνισαν την τιμή και αυτή του είπε όπως λέει και το τραγούδι (και
η Ελένη κλεί την πόρτα και του λέει πέσε πρώτα ντάγκλαμέ κ.λ.π.) ανοίγει ένα
συρτάρι και βγάζει ένα κουτί από
λουκούμια γεμάτο δολάρια για την πληρώσει. Αυτή ορμάει με ένα μαχαίρι και τον
πετσοκόβει κανονικά για να τον ληστέψει. Από τις φωνές του ορμήσανε όλοι οι
λαθραίοι της πολυκατοικίας και την κάμανε ταλατιού. Οδηγήθηκαν όλοι στο τμήμα
και οι τραυματίες στο Νοσοκομείο. Βέβαια ο δικός μας δικάστηκε για απόπειρα
ανθρωποκτονίας και για συμμετοχή στον αγοραίο έρωτα. Πήγε για μαλλί και βγήκε
κουρεμένος. Η μικρή ούτε γάτα ούτε ζημιά γιατί ήταν ανήλικη. Φυσικά έκαμε
φυλακή και μετά απέλαση αφού πήρε στο λαιμό του και τους σωτήρες του λαθραίους.
Αυτή η δίκη είχε τέτοιο γέλιο με τα λεγόμενά του που ο δικαστής χτύπαγε
συνέχεια το κουδούνι για να σταματήσει τα χαχανητά. Ακούστηκαν χοντράδες από το
κουτσαβάκι που αναγκάστηκα να τις μεταφράσω επί λέξη αλλά ευτυχώς δεν είμαι
υποχρεωμένη να τις επαναλάβω. Ξέρω ότι
ζεί στην πατρίδα του (το Καρπενήσι) και είναι στις προθέσεις μου να τον
επισκεφθώ κάποια στιγμή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





