Κυριακή 16 Αυγούστου 2026
Προληπτική? Ίσως.
Πολλά καλοκαίρια μου μετατρέπονταν σε εφιάλτη τον μήνα Ιούλιο. Από την πρώτη μου εγγυμοσύνη μου έγινε σαφές ότι από μια παραξενιά ανατομική στη μήτρα μου, δεν θα έφταναν βιώσιμο μήνα τα παιδιά μου. Στον πέμπτο μήνα γενιόντουσαν νεκρά. Χωρίς καμία πίεση από τον υπέροχο Γιώργο μου, χωρίς κανέναν υπαινιγμο από τα πεθερικά μου και τούς Γονείς μου, επέλεξα να επιμένω ματαίως με τέσσαρες εγγυμοσύνες. Στην τέταρτη είχα δίδυμα αγοράκια. Στην οικογένεια της μάνας μου πολλές δίδυμες κυήσεις. Ενοείται τα έχασα και πήγα στον τάφο και ξαναγύρισα αλλά το ενδεχόμενο επόμενη ς εγγυμοσύνης θα σήμαινε τον θάνατό μου. Έτσι επέτρεψα στον γιατρό μου να μου δέσει τίς σάλπιγγες. Δέν ήταν εύκολη απόφαση για μένα μόλις 28 χρονών τότε. Ήταν Ιούλιος του 1975. Ιούλιο χάσαμε αγαπημένη αδελφή μου σε τροχαίο στην Αμερική μόλις 55 χρονών. Ιούλιο χάσαμε την μανούλα μου. Ιούλιο έχασα αγαπημένα εξαδέλφια και καλούς φίλους. Φέτος 16 Ιουλίου κινδύνεψα καί εγώ από απώλεια αισθήσεων πέφτοντας και χτυπώντας στο κεφάλι μου. Μεγάλη δοκιμασία και αγωνία με αξονικές καριδιακο έλεγχο και πολλά άλλα. Είμαι συγκινημένη από το ενδιαφέρον των γιατρών του νοσοκομείου μας , από την καλωσύνη και τηε ενθάρυνση τών παιδιών του 166 και την φροντίδα πού μού έδειξαν. Οι γιατροί μας και οι νοσηλευτές μας είναι υπέροχοι αλλά δεν αμοίβονται όσο τούς αξίζει. Κρίμα. Είμαι καλύτερα και ευχαριστώ τούς φίλους για τις ευχές τους. Όσο γιατον μήνα Ιούλιο ας πάει στα τσακίδια. Με έκαμε προληπτική.
Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026
Ψάρια και άλλα τινά
Χθές βούτηξα πίσω από τις καταβόθρες με το ψαροντούφεκό μου, τη γαλαζόπετρά μου κλεισμένη αεροστεγώς, ζωσμένη την τσάντα μου και αισιόδοξη ότι θα έχω καλή ψαριά. Αμ δέ. Κόντεψα να φτάσω μέχρι το Ληξούρι περιπλανώμενη δύο ώρες χωρίς να συναντήσω ούτε ψάρι ούτε χταπόδι. Κάποτε επέστρεφα με την τσάντα μου γεμάτη και με την αγωνία μη μου επιτεθεί καμιά σμέρνα και με πετσοκόψει. Μοίραζα στη γειτονιά τη λεία μου καί πολλά τραπεζώματα κάναμε σε ταβέρνες πού ψήνανε τα χταπόδια μου, παρέα με τον γιατρό τον Ιακωβάτο, το Σπύρο τον Μπεκατώρο και πολλούς άλλους φίλους. Περασμένα μεγαλεία. Μαζί με τούς αγαπημένους φίλους που έχουν φύγει, φύγανε και τα χταπόδια και λοιπά τινά της θάλασσας. Κρίμα. Θα επιμένω όμως να βουτάω και να ψάχνω έστω και ματαίως γιατί ο βυθός με μαγεύει. Ο Γιώργος μού λέει << κανόνισε μεγάλη γυναίκα πλέον, να σε βρούμε τουμπανιασμένη να επιπλέεις και με την τσάντα σου αδειανή. >> <<Καί ποιός σου λέει ότι όταν έλθει η ώρα μου είναι ανάγκη να πεθάνω στο κρεβάτι μου σαν τον Νίκο Καββαδία>>. Πάντως ελπίζω επιμένοντας να βάλω κάτι στην τσάντα μου άν αφήσει κάτι ο Περικλής ο Κακουράτος. Καλό μας Καλοκαίρι φιλαράκια.
Κυριακή 14 Ιουνίου 2026
Μπάλα αγάπη μου
Το μουντιάλ με ταξιδεύει στα νιάτα μου τότε πού ζούσα στη Νέα Υερσέη των Η.Π.Α. Το 1970 ιδρύθηκε η πρώτη ομάδα ποδοσφαίρου. Τό όνομα αυτής New York Cosmos.Από το σπίτι μας απείχε μόλις 20 λεπτά οδήγησης. Έδρα της ομάδας το Στάδιο Giant East Rutherford New Jersey. Νεαρό ζευγάρι ο Γιώργος και εγώ και λάτρεις του ποδοσφαίρου δεν χάναμε αγώνα με τίποτα. Πολλούς καυγάδες είχα κάνει με συναδέλφους μου Αμερικανούς άνδρες και γυναίκες οι οποίοι σαμποτάριζαν το ποδόσφαιρο με πείσμα. <<Μιά μέρα και σύντομα θα γίνει το νούμερο ένα άθλημά σας και θα το λατρέψουν κορίτσια και αγόρια>> τούς έλεγα. Καί είχα δίκιο. Το 1981 πρώτη Ιουλίου παίξανε με την Εθνική Ελλάδας. Δεν έμεινε Έλληνας που να μην πάει στον αγώνα. Χιλιάδες κατακλείσαμε το στάδιο. Στην ομάδα Κόσμος παίζανε ο Βραζιλιάνος αξέχαστος Pele, o Δυτικογερμανός Franz Beckebauer, ο Ιταλός Georgio Chinaglia, και ο Βραζιλιάνος Carlos Alberto Torres. Μόνο Έλληνες της ξενιτιάς μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει να ακούς τον Εθνικό Υμνο της χώρας σου σε ένα κατάμεστο στάδιο μιά ξένης Πατρίδας. Όταν μπήκε η Εθνική μας Ομάδα έγινε χαμός. Ουρλιάζαμε, κλαίγαμε, χειροκροτούσαμε όχι μόνο εμείς που ήμασταν παιδιά μα και γριούλες πού παραβρέθηκαν με τα εγγόνια τους και τα παιδιά τους στο στάδιο. Δυστυχώς όμως οι Εθνικοί μας δεν μας ανταπέδωσαν το χειροκρότημα πού αντιλαλούσε σε όλη την περιοχή, και ούτε στράφηκαν να μάς κοιτάξουν. Με λίγα λόγια μας αγνόησαν παντελώς και μας περιφρόνησαν. Δεν έχω καμία εξήγηση ούτε δικαιολογία για την απαξίωσή μας ως Έλληνες πού πληρώσαμε για να τούς δούμε. Για ένα είμαι σίγουρη. Όσοι από μάς υπάρχουν ακόμα στη ζωή κουβαλάμε όλοι μας την πικρία αυτής της συμπεριφοράς.
Κυριακή 10 Μαΐου 2026
Στη Μάνα μου καί στίς Μανάδες της γενιάς της
Δευτέρα 27 Απριλίου 2026
Τις πταίει?
Το σχολικό έτος 1957 έγινα και εγώ Γυμνασιοκόριτσο. Μετά από δύσκολες προφορικές και γραπτές εξετάσεις. Μαθήτρια λοιπόν << Λυκούδη Γεωργία του Σπυρίδωνος. Τάξης τρίτη νέου τύπου, Γυμνασίου θηλέων Αργοστολίου>>. Άλλες εποχές αλλά τα νιάτα πάντα ανήσυχα. Η μαύρη μας ποδιά ήταν οικονομία για τους φτωχούς μας Γονείς και για μάς απέκλειε τη ζήλια και τον ανταγωνισμό με της συμμαθήτριές μας. Τα αγόρια στο Γυμνάσιο αρρένων, δεν βασανίζονταν με τούς πειρασμούς και την αναστάτωση των ορμονών τους από της δική μας παρουσία, και εμείς δεν χρειαζόταν να ξεμαλλιαζόμαστε μεταξύ μας γιά κανένα αγόρι. Στο διάλειμμα ο μόνος εισερχόμενος στό προαύλιό μας ήταν ο υπέροχος Κωστάκης με το καροτσάκι του φορτωμένο λαχταριστά τσουρέκια. Όσες διέθεταν τη δραχμή αγόραζαν όσες είχαν αφραγκιές (ανάμεσά τους και εγώ) απλά τρέχανε τα σάλια μας. Δύο υπέροχα και ασφαλή χρόνια στο Γυμνάσιο Αργοστολίου αξέχαστα για μένα. Τα υπόλοιπα στήν Αμερική στο Γυμνάσιο του New Port News Virginia. Εντελώς διαφορετικά εκεί τα συστήματα. Μεικτά σχολεία έρωτες εφηβικοί χωρίς σχολική ποδιά αλλά όρια και σεβασμός σε όλα. Σήμερα έχουν αλλάξει πολύ τα πάντα. Άραγε είναι καλύτερα από τότε? Δεν ξέρω. Νομίζω όμως πώς αν ήμουνα σήμερα έφηβη και μαθήτρια ίσως και εγώ να έμπλεκα σε άσχημες καταστάσεις σαν αυτές που τελευταία ταλάνισαν το Νησί μας. Ποιός και τι φταίει για όλα αυτά? ΠΟΤΕ πάντως δεν φταίνε τα παιδιά.
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026
Ουδέν Κρυπτόν
Περιπλανώμενη στη μηχανή του χρόνου θυμήθηκα τον αδελφό μου, παληκαράκι 18χρονο, τρελά ερωτευμένο με νεαρή όμορφη κοπελίτσα από το χωριό μας. Άν και μικρή η φτώχεια την ανάγκασε να είναι εργαζόμενη. Μικρή νοσοκόμα. Ο αδελφός μου συχνά με έκανε ταχυδρόμο να πηγαίνω τα ραβασάκια του στην κοπέλα αφου πρώτα με ανάγκαζε να ορκίζομαι στη ζωή της της μάνας μας, ότι δεν θα μαρτυρίσω. Ιερός ο όρκος μου δεν μίλησα ποτέ. Κανόνιζε στο ραβασάκι πού και πότε θα συναντηθούν. Στην εξοχή πάντα σε ένα ξεχασμένο καλύβι. Εκεί έκαναν ότι τούς επέτρεπαν τα όρια της εποχής, γιατί μια κοπέλα τού τότε δεν ήταν εύκολο να αφαιθεί ολοκληρωτικά στις προσταγές της νιότης. Πρέπει να εξομολογηθώ ότι άν και μόλις 9 χρονών μερικές φορές κρυφά πήγαινα έξω από το καλύβι και έστηνα αυτί. Θυμάμαι επίσης τον αδελφό μου στο νοσοκομείο στα ξύλινα του σεισμού πέρα στου Δεστούνη. Πήγα μαζί με τη μάνα μας να τον δώ σε μικρό ξύλινο δωμάτιο και θυμάμαι τη μικρή νοσοκόμα πάνω από το κεφάλι του τρομαγμένη για την κατάστασή του. Είχε λέει πάθει δηλητηρίαση από φαγητό. Θυμάμαι τη μάνα μας να λέει στον πατέρα. <<Από την ίδια κατσαρόλα στο ίδιο τραπέζι φάγαμε όλοι μας γουλοβλάσταρα και καψαλισμένο καπνιστό και δεν πάθαμε δηλητηρίαση. Κάποια μαγάρα έκαμε μάγια στο παιδί μου αλλά οι γιατροί και οι δεήσεις μου στην Παναγία το γλυτρώσανε>>. Λίγο μετά την ανάρωσή του εγκρίθηκε η πρόσκληση από τον νόνο μας και ετοιμάστηκε για τον ξενιτεμό στην Αμερική. Έπρεπε μάλιστα να φύγει αμέσως γιατί σύντομα θα τον καλούσαν στρατιώτη. Πολλά χρόνια μετά μετανάστευσα και εγώ. Τον βρήκα παντρεμένο με παιδί. Μερικές φορές του μελέταγα τη νοσοκόμα του αλλά ενοχλημένος μου έλεγε <<περασμένα ξεχασμένα>> και άλαζε κουβέντα. Έλεγα μέσα μου ίσως την αγαπάει ακόμα και πονάει. Όταν έφυγε από τη ζωή η μανούλα μου στα συρτάρια της βρήκα μια μικρούλα ασπρόμαυρη φωτογραφία της νοσοκόμας . Πανέμορφη με γλυκα κατάμαυρα μάτια. <<Φωτο Πετράτος>>. Πίσω αφιέρωση στον αδελφό μου. Στό τέλος έγραφε <<στην ξένη γη που θα είσαι να θυμάσαι την Τ..............σου πού θα πεθάνει νοσοκόμα>>.Αναρωτήθηκα γατί ο αδελφός μου δεν πήρε μαζί του τη φωτογραφία της κοπέλας πού αγάπησε αλλά πρίν λίγες μέρες πήρα από αλλού την απάντηση. Στην εκκλησία του Ευαγγελισμού συνάντησα μιά ενενηντάχρονη αδελφή της πού την τελευταία φορά πού την είδα ήμουνα μόνο 10 χρονών. Τυχαία βρέθηκε στο χωριό για λίγο ερχόμενη από Αυστραλία. Την κάλεσα για καφέ και κουβέντα στην κουβέντα μου είπε τα εξής συγκλονιστικά. <<Όταν ήλθε η ώρα να φύγει ο αδελφός σου δεν άντεχαν και οι δύο τον πόνο του χωρισμού και αποφάσισαν να πεθάνουν μαζί . Η νοσοκόμα ήξερε τις θανατηφόρες ουσίες του νοσοκομείου. Σε παγκάκι στον κήπο του Νάπιερ συναντήθηκαν αποφασισμένοι να πεθάνουν αγκαλιά. Ο αδελφός σου κύριος πήρε πρώτος τη δόση αλλά η αδελφή μου δείλιασε και δεν πήρε τη δική της. Αμέσως όμως τον οδήγησε στο νοσοκομείο όπου έτσι του έσωσε τη ζωή. Μετά από αυτό ο αδελφός σου την έκαμε πέρα.>> Επιτέλους κατάλαβα γιατί δεν πήρε μαζί του τη φωτογραφία της και επιτέλους δικαιώθηκε και η μάνα μας πού αρνιόταν για χρόνια τη δηλητηρίαση κάθε που θυμόταν το γεγονός. Ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιον. Ο αδελφός μου Σαιξπηρικός Ρωμαίος ένοιωσε προδομένος από την Ιουλιέτα του και την διέγραψε. Εγώ όμως την ευχαριστώ γιατί με την απιστία της έσωσε τον αδελφό μου. Ίσως στον Ουρανό όπου συναντήθηκαν να την συγχώρησε και να ξαναερωτευτήκανε όπως τότε πού ήταν νεαρά παιδιά.
Κυριακή 22 Μαρτίου 2026
Κυνήγι
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026
Αυτοδίδακτοι
Ως τα εφτά μου χρόνια, δηλαδή μέχρι το 1953 όπου ο σεισμός αφάνισε τα σπίτια μας και τα χωριά μας, κάθε καλοκαίρι η μανούλα μου με έστελνε να κουρευτώ στη Βαρβάρα του Θανάση. Έτσι την ξέραμε. Σε μιά πλακόστρωτη γεμάτη λουλούδια αυλή, κάτω από μια περγουλιά με κούρευε σύμφωνα με τις εντολές της μάνας μου. <<Νά φαίνεται μόνο η ρόγα των αυτιών μου. Όχι πιό κοντά>>. Η Βαρβάρα κόρη του Θανάση Πολλάτου ενός πανέξυπνου και λαλίστατου άνδρα πού κοντά του γινόμασταν σοφότεροι. Οι γνώσεις του για τα πάντα ήταν τεκμηριωμένες και τις μοιραζότανε με όλους μας. Μίλαγε πολύ αλλά με σοφία καί του είχαν δώσει το παρατσούκλι Παρλαπόντιος. Προφανώς λόγω της πάρλας. Έφτιαχνε το καλύτερο παστέλι καί το πούλαγε τις Κυριακές στο χωριό μας. Τον θυμάμαι με το ταβλάτσο πού είχε απλωμένο το παστέλι κομμένο σε μακρόστενα τεμάχια. Πιό νόστιμο παστέλι δεν ξανάφαγα. Το 1920 έφτιαξε το Γεννεαλογικό Δέντρο της οικογένειάς του το οποίο είναι πραγματικό έργο τέχνης. Δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από αυτά πού φτιάχνονται σήμερα. Πόσο πραγματικά ταλαντούχος ήταν ο αείμνηστος Θανάσης. Τα παιδιά σαν εμένα που τον γνωρίσαμε τον θυμόμαστε πάντα. Μοιράζομαι το έργο του με τούς φίλους μου κυρίως να το δούν οι νεώτεροι.
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026
ΠΕΡΣΕΑΣ
Είχα τη χαρά καί το προνόμιο να φιλοξενώ στο ΙΟΝΙΑΝ ΠΛΑΖΑ τον Κώστα Θωκταρίδη και την ομάδα του, τότε που εντόπισαν το υποβρύχιο Περσεύς. Γνωστή η ιστορία και δεν θα σας κουράσω με τις λεπτομέρειες αυτού του τραγικού γεγονότος. Αμέσως μετά τόν εντοπισμό του υποβρυχίου ήλθαν πολλοί απόγονοι των αδικοχαμένων ανδρών καί τους είχαμε όλους στο ξενοδοχείο όπου ήμουν υπεύθυνη υποδοχής για είκοσι χρόνια. Είχα την τιμή να τούς γνωρίσω και να συζητώ μαζί τους. Ανάμεσά τους ο γιός του μοναδικού επιζώντα John Capes. Μού έλεγε με δάκρυα στα μάτια του .<< Ποτέ δεν πίστεψαν τον πατέρα μου και τον χαρακτήριζαν μυθομανή. Ακόμα και η μητέρα μου και εμείς τα παιδιά του δεν τον πιστεύαμε. Προσποιούμασταν το αντίθετο για μην τον πικρένουμε αλλά το καταλάβαινε και τον έτρωγε το παράπονο. Δικαιώθηκε μετά τον θάνατό του αλλά αυτή η δικαίωση με γεμίζει φοβερές τύψεις που τον αμφισβητούσαμε όλοι εμείς πού τόσο τον αγαπούσαμε>>. Επίσης γνώρισα και την κόρη του Πλοιάρχου Nickolas Merlin ο οποίος είχε παντευτεί την Κεφαλονίτισα Αλεξάνδρα Μεταξά. Τη μέρα πού οι απόγονοι έριξαν δάφνινα στεφάνια στο σημείο της βύθησης και έιχα πάει , είναι μέρα που δεν θα ξεχάσω όσο ζώ. Κρατάω όμως στούς θησαυρούς μου τον γιό του μοναδικού επιζώντα John Capes και την κόρη του Πλοιάρχου. Nickolas Merlin. Ιδιαίτερη εκτίμηση και αγάπη για τον Κώστα Θωκταρίδη και την ομάδα του για την ευγένια και την σεμνότητά τους .
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026
Έρμαιες στα χιόνια
Εκείνα τα Χριστούγεννα του 1965 αποφάσισα να πάω στο Rochester New York στην αδελφή μου Ερατώ για να τεστάρω και το νεοαποκτηθέν αμεταχείριστο αυτοκίνητό μου. Τολμηρή απόφαση για μιά τόσο ορεινή περιοχή στην καρδιά του χειμώνα, αλλά η τόλμη και τα νιάτα πάνε μαζί. Φοιτούσα τότε σε κολέγιο μακριά από τους Γονείς μου. Μετά από 6 ώρες οδήγησης έφτασα στην αδελφή μου και όλα ωραία και καλά. Την επομένη των Χριστουγέννων αποφασίσαμε να κάνουμε έκπληξη στούς Γονείς μας πού ζούσαν ακόμα πιο βόρεια σχεδόν στα σύνορα του Καναδά. Μια απόσταση με αυτοκίνητο περίπου 3 ώρες. Έλα όμως πού πέσαμε σε απρόβλεπτη χιονοθύελα και είδαμε το χάρο με τα μάτια μας. Μέσα στα βουνά κολλήσαμε πίσω από μια νταλίκα και πηγαίναμε σημειωτόν. Δεν βλέπαμε τις εξόδους λόγω ομίχλης γα να βγούμε και να σταματήσουμε κάπου με ασφάλεια. Είχα γραπώσει εγώ το τιμόνι πάντα πίσω από τη νταλίκα με τον οδηγό να βγάζει το χέρι του προσπαθώντας να με ενθαρύνει και να με προτρέπει να μείνω πίσω του και να μην τολμήσω προσπέραση. Η αδελφή μου είχε πάθει υστερία και έκλαιγε γοερά λέγοντάς μου <<δεν με νοιάζει που θα πεθάνουμε και θα μας φάνε οι λύκοι αλλά που θα πάμε αδιάβαστες στην κόλαση>> Τόλεγε το ξανάλεγε στο τέλος της λέω .<<Σκάσε επιτέλους και θα σε διαβάσω εγώ>> Μέλος της εκκλησιαστικής χορωδίας ήξερα όλη την εξόδιο ακολουθία. Και του παπά τα λόγια και του ψάλτη. Πιάνω λοιπόν το (άμωμοι εν οδώ) και τα λέω όλα μιά χαρά. Η αδελφή μου ηρέμησε ότι διαβάστηκε και μετά από ώρες αρκετές καταφέραμε να φτάσουμε στους Γονείς μας. Ενοείται ότι και οι δύο φτάσαμε κατουρημένες απάνου μας. Δεν θα ξεχάσω αυτό το ταξίδι ούτε τον υπέροχο νταλικιέρη,
Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025
Κόντρα ξύρισμα
Σε κάποιο από τα μπάρκα τους ο Γιώργος (ο δικός μου), δεύτερος μηχανικός με καπετάνιο τον αείμνηστο Διονύση Λευκαδείτη, βρέθηκαν στη Νέα Ορλεάνη των Η.Π.Α. Στη βόλτα τους ,είδαν ένα κουρείο με Γαλλική ταμπέλα (σύνηθες στη Νέα Ορλεάνη) και αποφάσισαν να μπούν για ένα καλό ξύρισμα. (Να μην ενοχλούν και τις πεταλούδες της νύχτας με τα γένια τους). Ο καπετάν-Διονύσης θέλοντας να το παίξει Γαλλομαθής, μπαίνοντας είπε στον κουρέα.<<Ξυρισιέν>>. <<Ουί>> του απάντησε. <<Γιαλυσιέν>> επέμενε ο καπετάνιος. <<ουί>> ο κουρέας. Για μεγαλύτερη σιγουριά ο καπετάνιος τού έριξε και ένα τελευταίο <<Αλά κολιέν>>. Και ο κουρέας σε άπταιστα Ελληνικά αλλά Κεφαλονίτικα του απάντησε. <<Ρε πατριώτη επιτέλους, πές μου απλά για να καταλάβω ότι θέλεις να σου κάνω τα μούτρα σου σαν τον κώλο σου>>. Νικόλας Παυλάτος λεγόταν ο κουρέας. Γέλασε και το παρδαλό κατσίκι. Κάθε φορά που βλεπόμασταν με τον μετέπειτα Νομάρχη μας Διονύση Λευκαδίτη ταξίδευαν με τον Γιώργο στα λιμάνια του κόσμου και μέσα στα πολλά (ακατάλληλα δια ανηλίκους) αναπολούσαν και το ξύρισμα της Νέας Ορλεάνης. Πάντα στην καρδιά μας καπετάν Διονύση .
Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025
Πιστολέρος
Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2025
Μνήμη ελέφαντα
Στά δώδεκα χρόνια μου χειρουργήθηκα από κύστη του κόκκιγος σε ιδιωτική κλινική στην Αθήνα. Ο κόκκις είναι το σημείο πού τελειώνει η σπονδυλική στήλη. Η λεγόμενη ουρίτσα. Σπάνιο για κορίτσι αλλά έτυχε σε μένα. Μιά μικρή χειρουργική κλινική δύο ορόφων κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα πού έφερε το όνομα Άγιος Μηνάς. Έτος 1963. Τρία νεοσύλεκτα φανταράκια κουρεμένα με την ψιλή , χειρουργήθηκαν μαζί με εμένα. Γιατρός μας ο υπέροχος Γεώργιος Γαλάνης. Νοσηλευτήκαμε 27 ολόκληρες μέρες με καθημερινές αλαγές στην παρωχέτευση και ύπνος μόνο μπρούμυτα. Μια Προισταμένη η Αντωνία και τρείς νοσοκόμες όλες κούκλες. Η Σμαρούλα, η Αντιγόνη και η Σοφία. Η Σμαρούλα Κεφαλονίτισσα. Τα φανταράκια με είχαν ταχυδρόμο για τα ραβασάκια πού έγραφαν στις νοσοκόμες . Οι νοσοκόμες μου έδιναν τις απαντήσεις τους. Ερωτικά παιχνίδια εποχής. Στη διάρκεια της νοσηλείας μας μπήκε επειγόντως νεαρός Γιατρός με σκολεικοειδήτηδα συνοδευόμενη από περιτονίτιδα. Το όνομά του Γιώργος Γιώτης. Ήταν 27 χρονών. Η νεαρή του γυναίκα επίσης γιατρός ήταν ετοιμόγεννη. Οι Γονείς του θρηνούσαν γιατί ήταν κυριολεκτικά ετοιμοθάνατος για πολλές μέρες. Παιδούλα εγώ και περίεργη γυρόφερνα στα δωμάτια και καθόμουνα στο δικό του ανενόχλητη κάνοντας παρέα στούς Γονείς του. Άν και σχεδόν σε κώμα ήταν κούκλος. Νομίζω τον ερωτεύτηκα άν και μόνο 12 χρονών. Γέννησε η γυναίκα του αγοράκι ενώ αυτός χαροπάλευε. Έμελλε όμως να ζήσει. Στο καθιστικό της κλινικής υπήρχε μόνο ένα τηλέφωνο. Θυμάμαι υποβασταζόμενος από τα φανταράκια και τη Σμαρούλα με τα πόδια του κρεμασμένα άτονα, κατάφερε να συρθεί μέχρι το τηλέφωνο και να μιλήσει στον πατέρα του. Με φωνή σαν να βγαίνει από τάφο του είπε <<Πατέρα να μας Ζήσει και να σου μοιάσει>>.Αμέσως μετά λυποθήμησε. Παρούσα εγώ η αναιδής και περίεργη μικρή.
Πέρασαν χρόνια και χρόνια. Ο Βαγγέλης Κεκκάτος πατέρας του σκηνοθέτη μας Βασίλη Κεκκάτου, διοργάνωνε συνένδρια στο θέατρο Κέφαλος. Ιατρικά σπουδαία συνένδρια με πολλή επιτυχία. Τούς Καθηγητές όλων των ειδικοτήτων τούς έφερνε σε μένα στο IONIAN PLAZA γιατί με εμπιστευόταν. Ανάμεσά τους ο Χαρτοφυλακίδης, ο Κρεμαστινός, Ο Σουκάκος και ο Γεώργιος Γιώτης. Όταν τον είδα να μπαίνει τον αναγνώρισα αμέσως. Τριανταπεντάρα εγω και εκείνος εξηνταπεντάρης. Δεν μίλησα πρίν να δω την ταυτότητά του για επιβαιβέωση. Το επόμενο πρωί μετά το πρωινό τού θύμησα όλα όσα γράφω. Εκείνο που τον συγκλόνισε γιατί δεν το θυμόταν ήταν αυτό που είπε στον πατέρα του <<Να μας ζήσει και να σου μοιάσει>>. Δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει. Κάλεσε όλους τους Καθηγητές και με ανάγκασε να επαναλάβω όλα όσα του είπα. Η Γυναίκα του τρελάθηκε όταν της είπα ότι τη μέρα πού την πιάσανε οι πόνοι τής γέννας και έφυγε από το πλάι του για πρώτη φορά, φορούσε μπλέ ταγιέρ εγκυμοσύνης με λευκό δαντελένιο γιακά. Αυτό ήταν και το μοναδικό τους παιδί πού σήμερα είναι Καθηγητής Ορθοπεδικός. Μού δήλωσαν οι Καθηγητές ότι έχω μνήμη Ελέφαντα. Μακάρι ο Θεός να μου επιτρέψει όσο ζω να θυμάμαι.
Κυριακή 31 Αυγούστου 2025
Υποδοχή
Στο New Port News Virginia, από τα χρόνια πού ήμουν μαθήτρια Λυκείου, τα καλοκαίρια και τις διακοπές των Χριστουγέννων, δούλευα σε εστιατόρια Ελληνικών συμφερόντων ως ταμίας. Μου άρεσε η επαφή με τους πελάτες και όταν στα είκοσί μου επίσημα πλέον εργαζόμενη στην Αμερικάνικη αγορά στο Newark New Jersey, πάλι επέλεξα πόστα όπου θα είχα επικοινωνία με τον κόσμο. Τραπεζική υπάλληλος λοιπόν και τρία βράδυα την εβδομάδα στο μεταφραστικό τμήμα του Δικαστηρίου, σε δίκες Ελλήνων που δεν γνώριζαν Αγγλικά. Επιστρέφοντας οριστικά στην Κεφαλονιά 33 χρονών πλέον, υπάλληλος Υποδοχής σε ξενοδοχεία με τελευταίο το υπέροχο IONIAN PLAZA HOTEL, στο οποίο εργάστηκα 20 υπέροχα χρόνια, ευτυχής γιατί είχα να κάνω συνέχεια με κόσμο. Την πρώτη χρονιά που λειτούργησαν τα ΤΕΙ στο Αργοστόλι , είχαμε στο ξενοδοχείο ένα Καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Πιάναμε συχνά κουβέντα (γιατί είμαι πολύ της κουβέντας) και νόμιζε ότι ήμουν ιδιοκτήτρια και όχι απλή υπάλληλος υποδοχής. Μου είπε <<πολύ τυχερός ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης πού τον εκπροσωπείς. Θέλω να μου γράψεις βασικούς κανόνες πού δημιουργούν την τόσο καλή σου σχέση με τούς πελάτες του ξενοδοχείου>>. << Μετά χαρας Κύριε Καθηγητά μου>> του είπα. 1. Αποφεύγω τόν όρο πελάτης γιατί παραπέμπει σε πώληση προιόντος. Φιλοξενούμενος λοιπόν. 2. Θυμάμαι πάντα ότι δεν πουλάω κάποιο προιόν αλλά κάνω παροχή υπηρεσιών. Αυτό με καθιστά Πρέσβη της Χώρας μου και οφείλω να είμαι καλή Διπλωμάτης. 3. Σέβομαι τον ψυχισμό κάθε φιλοξενούμενου, όσο και να με ταλαιπωρεί (γιατί κάποιοι μας ταλαιπωρούν πολυ), είμαι ήρεμη και ανεκτική γιατί αν εισέλθω σε πόλεμο εντυπώσεων με τον φιλοξενούμενο, ο μεγάλος ηττημένος είναι η επιχείρηση. 4. Είμαι ευγενική και υποστηρικτική με τούς συναδέλφους μου γιατί σαν ομάδα πρέπει να λειτουργούμε πρός όφελος της επιχείρησης. 5. Εξυπηρετώ και διευκολύνω τον φιλοξενούμενο με χαμόγελο και όχι ύφος αγγαρίας. Π.Χ. Άν μου ζητήσει τηλέφωνο πιάτσας ταξί του το δίνω αλλά καλώ εγώ επιλέγοντας πάντα οδηγούς προσεκτικούς και με καθαρά ταξί. 6. Σέβομαι τα κορίτσια των ορόφων και ποτέ δεν τις αιφνιδιάζω με ελέγχους γιατί ξέρω ότι αν δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους θα μου το πεί ο φιλοξενούμενος και μόνο τότε κάνω συστάσεις.
7. Υπηρετούμε τον Ξένο μας αλλά δεν γινόμαστε δούλοι. Άν κάποιοι δεν το καταλαβαίνουν και δεν μας σέβονται, στην επόμενη κλήση τους για κράτηση απλά τούς λέμε. <<Λυπάμαι είμαστε γεμάτοι>>.
8. Θυμόμαστε πάντα ότι η σχέση υπαλλήλου Υποδοχής καί φιλοξενούμενου είναι σχέση Ιερέα με εξομολογούμενο. Απόλυτη εχεμύθεια. Άν δηλαδή κάποιος παντρεμένος ανεβάσει γυναίκα στο δωμάτιό του δεν μας πέφτει λόγος. Ενοείται ισχύει και για τα δύο φύλα. Ζητούμε μόνο ταυτότητα για να αποκλείσουμε ότι δεν ανεβάζουν άτομα ανήλικα. 9. Υπακούμε και σεβόμαστε τον Διευθυντή μας και την εργοδοσία μας. Κλείνοντας λέω ότι ήμουν τυχερή και ευτυχισμένη στο Υπέροχο Ιόνιαν Πλάζα από όπου συνταξιοδοτήθηκα αλλά μού λείπει πολύ. Άν ξαναγινόμουνα νέα εκεί θα δούλευα. Ενοείται ότι στη φωτογραφία είμαι εγώ.
Τετάρτη 9 Ιουλίου 2025
Απρόοπτα και ευχάριστα
Συχνά πίνουμε καφέ στου Μαυροειδή στο ταχυδρομείο. Όταν είμαι με τον σύζυγο περιορίζομαι μόνο στον καφέ γιατί άν πάρω γλυκό με στραβοκοιτάει και μου λέει <<κανόνισε να γίνεις γουρούνα>>. Ό ίδιος στα 54 χρόνια πού είμαστε παντρεμένοι είναι 64 κιλά. Ούτε απάνου ούτε κάτου. Χθές πού κάθησα μόνη μου για καφέ έκαμα ότι ήθελα. Απολάμβανα μια ξεγυρισμένη μπουγάτσα χωρίς ενοχές . Καί νάσου ο από Αυστραλία Μάκης Βουτσινάς. Τον κάλεσα να μου κάνει παρέα. Λέγαμε τα δικά μας και τις αναμνήσεις της ξενιτιάς. Σε λίγο νάσου και ο Διονύσης ο Καμπίτσης φίλος καλός και εκείνος. Πέρασε και η Τίτη Χέλμη στάθηκε στα όρθια για λίγο και λάου- λάου χωρίς να την αντιληφθούμε πλήρωσε τον λογαριασμό μας .Δεν μπορέσαμε ούτε να την ευχαριστήσουμε. Ήλθε και η αδελφή του Μάκη η Σταματούλα και τάπαμε για ώρα. Η μητέρα τους η αξέχαστη Ευαγγελία ήταν από το χωριό μου τα Φαρακλάτα. Πόσο χάρηκα με αυτές τις απρόοπτες απρογραμμάτιστες συναντήσεις !!!!!!Μικροχαρές πολύτιμες της καθημερινότητας πού τις βιώνεις μόνο στον τόπο πού γεννήθηκες εκεί πού όλοι γνωριζόμαστε. Στα νέα παιδιά θάθελα να πώ <<κατεβάστε τα κινητά σας και αρχίστε να μιλάτε μεταξύ σας και να κοιτάζεστε στα μάτια. Καί να αγγίζετε ο ένας τον άλλον. Το ανθρώπινο άγγιγμα και η ζεστασιά του είναι πηγή ζωής και καλής ενέργειας. Πιστέψτε με παιδιά>>.
Κυριακή 22 Ιουνίου 2025
Μετανάστες
Ο πατέρας της μάνας μου ο αγαπημένος μου Νόνος Σπύρος Βαρδαραμάτος, ήταν ο πρώτος μετανάστης της οικογένειας το έτος 1919 με προορισμό την Αμερική. Η πρώτη του κόρη και μητέρα μου, ήταν μόλις 5 χρονών. Όταν το 1935 κατάφερε να κάνει πρόσκληση στην οικογένειά του η μητέρα μου ήταν ήδη παντρεμένη και δεν δικαιούτο το ευεργέτημα του πατέρα της. Ξέμεινε λοιπόν μα πάντα πλανάτο στον αέρα η πεποίθηση ότι και η ίδια καί εμείς τα παιδιά της θα καταλήγαμε στήν Αμερική. Δύσκολο πολύ γιατί ο μεταναστευτικός νόμος επέτρεπε μόνο έκδοση βίζας σε πρώτου βαθμού συγγενείς. Γονείς δηλαδή σε ανύπαντρα παιδιά και παιδιά προς Γονείς αφού πρώτα γίνουν Αμερικανοί Πολίτες. Ο σεισμός όμως του 1953 με μεσολάβηση του Οργανισμού Παγκοσμίων Εκκλησιών επέτρεψε στον Νόνο μου να καλέσει τα σεισμόπληκτα εγγόνια του από 16 χρονών και επάνω και αφού καταθέσει χρηματική εγγύηση αρκετά υψηλή να πάρουν την πολυπόθητη βίζα. Έτσι το 1955 τα αδέλφια μου πήραν το δρόμο της ξενιτιάς. Ενοείται εγώ ούσα μόνο 10 χρονών έμεινα εκτός πακέτου και για μέρες θρηνούσα πού έχασα τα αδέλφια μου. Κάποια στιγμή έφυγαν και οι Γονείς μου με πρόσκληση από τον αδελφό μου και τούς επετράπη να με καλέσουν εμένα αμέσως μόλις τους δοθεί η πράσινη κάρτα και χωρίς την προυπόθεση να είναι Αμερικανοί Πολίτες. Αυτό γιατί ήμουνα μόλις 14 χρονών και είχα το δικαίωμα προστασίας ανηλίκου. Όταν ήλθε η σειρά μου ομολογώ δεν πέταξα από χαρά γιατί ζούσαμε στην Αθήνα, φοιτούσα στο ένατο Γυμνάσιο Θηλέων, πέρνούσα υπέροχα κοντά σε μιά αρχόντισα Αθηναία αδελφή της Νόνας μου. Δέν ήθελα να φύγω εκλαιγα μαύρο δάκρυ αλλά έπρεπε να πάω στους Γονείς μου. Νάμαι λοιπόν το Δεκέμβριο του 1963 στην Πρεσβεία για να περάσω από Γιατρούς πρίν την τελική συνάντηση με τον Πρόξενο πού αυτός αποφάσιζε για την έκδοση βίζας. Στην αίθουσα αναμονής για την ακτινογραφία θώρακος περιμέναμε δέκα κοριτσόπουλα έφηβες σαν και μένα. Μεγαλύτερη όλων μας μιά ξανθή κούκλα λυγερή κοπέλα 19 χρονών από την Ευρυτανία νιόπαντρη, συνοδευόμενη από τον σύζυγό της . Ένας γοητευτικός άντρας καλοντυμένος, ετών 55 παρακαλώ. Μάς κάλεσαν όλες μαζί μας έγδυσαν από τη μέση και πάνω και στη σειρά μας ακτινογραφούσαν. Είχαμε όλες κοκκινήσει από ντροπή για το γδύσιμο. Η νύφη των 19 χρονών ήταν γεμάτη δαγκασιές στα εφηβικά στητά στήθη της και σε όλο της τον κορμό. Θυμάμαι την ρώτησε ο γιατρός ποιός τα έκανε αυτά. Χαμήλωσε το βλέμμα και υποταγμένη στη μοίρα της του είπε με το ιδίωμα της γλώσσας της <<ου άντρασμ>>. Δεν τη ξέχασα ποτέ αυτή την καλονή. Ιφιγένια πού θυσιάστηκε από τον πατέρα της για να σωθούν τα παιδιά πού εκείνος έκανε χωρίς να τη ρωτήσει. Καί πόσες άλλες τέτοιες θυσίες !! Νύφες του Παντελή Βούλγαρη.
Τρίτη 27 Μαΐου 2025
Έλεος
Περπατώντας στό Αργοστόλι της σήμερον ημέρας κινδυνεύεις από στραβά καί ανάποδα. Από τά άναρχα καί εκτός χρόνου εργοτάξια, από αυτοκίνητα, από πατίνια, από ακαθαρσίες σκυλιών που έτσι και τίς πατήσεις κάνεις σκί στεργιανό και χειρότερο όλων κινδυνεύεις από τα απομεινάρια που στηρίζουν ομπρέλες και τραπέζια καί παραμένουν καρφωμένα στα πεζοδρόμια. Προεξέχουν τόσο πού δεν τα βλέπεις ακόμα καί άν διαθέτεις το μάτι του αετού. Σήμερα σκόνταψα σε ένα τέτοιο μαραφέτι στην περιοχή της λίμνης κοντά στη γέφυρα. Διέγραψα στον αέρα μιά ωραιότατη τοξοτή καμπύλη και είχα την μεγάλη τύχη να κάνω μιά προσγείωση καλύτερη από αυτές του Πετρούνια καί έτσι τη γλύτωσα φτηνή. Το σόκ όμως ήταν τέτοιο πού έτρεμα σαν να είχα πάρκινσον για πολλή ώρα, καί με βοήθησε να συνέλθω ένας Χριστιανός από το κρουαζιερόπλοιο. Αυτά τα ολίγα. Πού να βρώ το δίκιο μου όμως. Εγώ καί όλοι οι συμπολίτες μου.
Τετάρτη 14 Μαΐου 2025
Σχολεία
<<Οκτώβριος 1920. Βαρδαραμάτου Διαμαντίνα του Σπυρίδωνος και της Ματίλδης. Μαθήτρια πρώτης 1ης τάξεως Δημοτικού Σχολείου Φαρακλάτων>>.
Πολλά χρόνια μετά έγινα το πέμπτο της παιδί καί το στερνοπούλι της. Μού έλεγε ότι στην πέμπτη και έκτη τάξη, είχε δάσκαλο τον Σπυράκη Κοσμάτο πατέρα της Σουσανίτσας και της Ελενίτσας. Δύο πανέμορφα κορίτσια πού πολλοί θα θυμούνται ότι έμεναν στο Αργοστόλι στη Δεβοσσέτου. Ο δάσκαλος λοιπόν ο οποίος ήταν και νονός της Διαμαντίνας, απαιτούσε από τα αγόρια της πέμπτης και της έκτης, να φοράνε σακκάκια . Άς ήταν τού πατέρα τους η αδελφού τους, ας ήταν μεγάλα τους, αρκεί να είναι πλυμένα και μπαλωμένα. Τα σακκάκια λόγω φτώχειας δεν ήταν εύκολη υπόθεση αλλά σεβαστές οι απαιτήσεις του δασκάλου μπάλωναν και ξαναμπάλωναν οι μανούλες της εποχής. Μιά μέρα λοιπόν συμμαθητής της μανούλας μου και πρώτος της ξάδελφος ο Βαγγέλης Λουράντος (του Καρούσου) πήγε σχολείο χωρίς σακκάκι. Εξοργισμένος ο Δάσκαλος ρώτησε τους λόγους και ο Βαγγέλης του είπε ότι το έπλυνε η μάνα του και ήταν βρεγμένο. Έστειλε λοιπόν τη Διαμαντίνα να επιβεβαιώσει άν έτσι έχουν τα πράγματα. Η μάνα του η Βασιλική ήταν αδελφή του πατέρα της. Τής είπε λοιπόν ότι το σακκάκι ήταν στεγνό και καθαρό αλλά αυτός αρνήθηκε να το φορέσει. Να το πείς του Δασκάλου σας. Πώς να προδώσει όμως τον συμμαθητή της πού ήταν καί πρώτος της ξάδελφος? Τον κάλυψε λοιπόν λέγοντας πώς όντως το σακκάκι ήταν μούσκεμα. Σε λίγο όμως όρμησε η θειά της η Βασιλική καί κατέδωσε το γιό της γιατί τού είχε πολλά μαζεμένα. Έφαγε ξύλο ο Βαγγέλης αλλά και η Μανούλα μου η οποία το έφερε βαρέως όλη της τη ζωή και δεν συγχώρησε ποτέ τον δάσκαλό της και Νονό της. Κέρδισε όμως τον θαυμασμό και την εκτίμηση των συμμαθητών της πού δεν έγινε ρουφιάνα. Με τον Βαγγέλη πού ζούσε στην Αθήνα αλλά ερχόταν καλοκαίρια στο χωριό μού έλεγαν την ιστορία τους με συγκίνηση και νοσταλγία.
Σάββατο 3 Μαΐου 2025
Κατοχή
Στά βαθειά της γεράματα η μανούλα μου, τότε πού οι άνθρωποι δεν καταγράφουν τα παρόντα τρέχοντα, μα θυμούνται με κάθε λεπτομέρεια τα παλιά, μου διηγιόταν ξανά και ξανά την περιπέτεια πού έζησε μέσα στον πόλεμο πρίν από τη γέννησή μου. Γερμανοί είχαν επιτάξει στα Φαρακλάτα, όλα τα ιπποειδή και τους κατόχους τους για αγωγιάτες, να κουβαλήσουν στη Σάμη πολεμοφόδια. Ο γάιδαρός της δεν ήταν κανένας Κυπραίικος νταβλαντισμένος με περγαμηνές αντοχών και ύψους γάιδαρος. Ήταν ένα τίμιο εργατικό μικρόσωμο ζωντανό, όμοιο με το ταπεινό γαιδουράκι στην ράχη του οποίου ανέβηκε ο Χριστός μας κατά την είσοδό του στα Ιεροσόλυμα. Στην ανηφοριά πρός Σάμη ακριβώς εκεί πού είναι το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία πού ανήκει στα Φραγκάτα, το ζωάκι της λύγισε από το βάρος και γονάτισε. Εκείνη για να το ξεκουράσει απερίσκεπτα αφαίρεσε μέρος του φορτίου (κιβώτιο με πολεμοφόδια) με τη βοήθεια συγχωριανών το κατέβασε στο εκκλησάκι και το άφησε στην αυλή του. Φτάνοντας στη Σάμη όπου έγινε καταμέτρηση απο τους Γερμανούς για το κιβώτιο πού έλειπε, με συνοπτικές διαδικασίες αποφάσισαν ατάκα και επιτόπου να εκτελέσουν τη μανούλα μου με την κατηγορία ότι τα έκρυψε για να τα πάρουν οι αντιστασιακοί. Ο Κώστας ο Κρούσσος πατέρας του Σπύρου, έκανε χρέη διερμηνέα για τούς Γερμανούς. Έδωσε μεγάλη μάχη για να τη σώσει από την εκτέλεση και κατάφερε να τούς πείσει για την αθωότητά της. Δέχθηκαν λοιπόν με συνοδεία δύο Γερμανών να τους οδηγήσει εκεί πού άφησε το κιβώτιο. Μαζί της πάντα ο Κώστας της έδινε κουράγιο και δύναμη. Από τους χωριανούς της στάθηκε κοντά της και η γειτόνισσά της Λεμονιά Πολλάτου (του ξυλιά) προγιαγιά των παιδιων πού έχουν τη Γόνδολα στην πλατεία. Η απόφαση είχε ως εξής: Άν το κιβώτιο βρεθεί στη θέση πού δήλωσε ότι το άφησε θα την αφήσουν ελεύθερη. Άν λείπει θα εκτελεστεί επί τόπου στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία .Καταλαβαίνετε τη μαρτυρική διαδρομή ώσπου να φτάσουν και όντως να βρεθεί το κιβώτιο στη θέση του. Με λυγμούς καβάλα στο γαιδουράκι της και τη Λεμονιά καβάλα στο δικό της, επέστρεψαν στα σπίτια τους. Μού έλεγε ότι όλο της το σώμα γέμισε φουσκάλες με λευκό υγρό. Στίς προσευχές της συχνά μνημόνευε τον Κώστα τον Κρούσσο και τη Λεμονιά.
Τετάρτη 9 Απριλίου 2025
Θεία μου αγαπημένη
Τήν Άνοιξη του 1953 μιά αδελφή του πατέρα μου η Άννα , μιά πανέμορφη ξανθή με μάτια γαλάζια σάν το Ιόνιο, μόλις 30 χρονών διαγνώστηκε με νόσο χάνσεν. Δηλαδή λέπρα. Κάποιες περίεργες κοκκινίλες στο δέρμα της θορύβησαν τον πατέρα μου και την πήγε αμέσως στον Γεράσιμο Βανδώρο τον παθολόγο. Αυτός κάλεσε τον μικροβιολόγο τον Κουρβισιάνο και ταχύτατα διαγνώστηκε με την φοβερή για τότε νόσο της λέπρας. Ήμουν μόλις 7 χρονών και θυμάμαι τον πατέρα μου και την αδελφή του να επιστρέφουν στο χωριό με συνοδεία χωροφύλακα για να πάρουν λίγα ρούχα οδηγήθηκαν αμέσως σε απομόνωση στο Βαλιάνειο νοσοκομείο Αργοστολίου καί το επόμενο πρωί πάντα με τον χωροφύλακα επί ποδός, πήραν το καράβι για την Αθήνα. Κατευθείαν οδηγήθηκαν στο λοιμωδών νόσων στη Αγία Βαρβάρα όπου κλείστηκε η θεία μου για νοσηλεία. Είχε ήδη βρεθεί φάρμακο και η Σπιναλόγκα είχε κλείσει. Ο πατέρας μου επέστρεψε συγκλονισμένος από αυτή την αποστολή. Έγινε σε όλους μας έλεγχος όχι μόνο της οικογένειας αλλά και δυο φιλενάδων της θείας μου. Η μία ήταν η Ανδρονίκη Πολλάτου (μαβρατζα) και η Κούλα Πολλάτου (του φρίγκου). Όλοι μας αρνητικοί παρ'ολο πού είχαμε στενή σχέση μαζί της. Κάθε καλοκαίρι η μάνα μου πήγαινε στην Αθήνα ανελιπώς στίς αδελφές της μάνας της πού μάζευε τις ελιές τους και τούς πήγαινε το λάδι τους. Με έπαιρνε πάντοτε μαζί της. Πηγαίναμε στο λοιμωδών στην Αγία βαρβάρα να δούμε τη θεία μου. Ο θυρωρός έλεγε στη μάνα μου <<Βρέ ευλογημένη άσε το παιδί εδώ μαζί μου. Μην το εκθέτεις στον κίνδυνο να κολλήσει>>. Η μάνα μου δέν πίστευε ποτέ ότι κινδυνεύαμε. <<Άκου αφέντη μου το κοριτσάκι μου κοιμόταν συχνά στην αγκαλιά της θείας της και δεν κόλλησε τίποτα>> τού έλεγε. Η θεία μου λοιπόν μοιραζόταν ένα θαυμάσιο δωμάτιο με μία άλλη νέα κοπέλα τη Γιωργία. Πολλές φορές μιάς έπιανε μεσημέρι και βάζανε ένα καθαρό σεντόνι στο κρεβάτι όπου εγώ κοιμόμουνα του καλού καιρού. Στούς έξι μήνες η αγαπημένη μου θεία είχε γίνει εντελώς καλά. Παρέμενε όμως έγκλειστη συνολικά ένα χρόνο. Το κράτος τούς έδινε την ευκαιρία να μείνουν εντός τών τειχών σε σπιτάκια ή τους χάριζε μικρά οικόπεδα. Ενοείται οι έχοντες τα φοβερά σημάδια της νόσου έμεναν εντός των τειχών Η Θεία μου πανέμορφη και πεντακάθαρη δέχτηκε το οικοπεδάκι πού της χάρισαν. Στο Χαιδάρι. Ο πατέρας μου πήγε στην Αθήνα και έμεινε 1 χρόνο για να της φτιάξει το σπιτάκι της. Ο κήπος της ήταν έργο τέχνης. Λουλούδια και λαχανικά. Δίπλα της ακριβώς και η κοπέλα πού νοσηλεύτηκαν μαζί η Γιωργία. Μού έδινε τόση χαρά να τις επισκέπτομαι. Ένας υπέροχος άνδρας ο Παναγιώτης έχασε τη γυναίκα του σε τροχαίο καί έμεινε με το αγοράκι τους 3 μηνών. Κάποιος του προξένεψε τη θεία μου. Χωρίς κανένα δισταγμό και άσχετος ο ίδιος με τη νόσο, την παντρεύτηκε. Πήγα στο γάμο της λίγο πρίν φύγω για Αμερική το 1963. Ήταν τότε 37 χρονών και πανέμορφη. Ενοείται πούλησε το σπιτάκι στο Χαιδάρι και μετακόμησε στο δικό του στην Αγία Βαρβάρα. Το μωράκι αυτό γέμισε τη ζωή της. Το 1973 πού ήλθα διακοπές δεν θυμόμουνα τον αριθμό τού σπιτιού τους αλλά είπα στον ταξιτζή θα ανεβούμε την Μιχαλακοπούλου στην Αγία Βαρβάρα και σε μεγάλο πέτρινο σκαλί πού θα κάθονται πολλές γυναίκες είναι το σπίτι της θείας μου. Πράγματι στο σκαλί της περιτριγυρισμένη από πολλές πανέμορφες τσιγγάνες είχε κουβεντολόι η λατρεμένη μου θεία Άννα. Γυρίσαμε καί εμείς οριστικά στην Κεφαλονιά και τα καλοκαίρια ερχόταν στο νησί μας. Γεύτηκε την απόλυτη ευτυχία και έφυγε στα 90 της χρόνια. Το μωράκι που ανάστησε ο Γιωργάκης της έκαμε εγκόνια καί στο τέλος της ζωής της της άλαζε τα γεροντικά της μπεμπιλίνο. Έδωσε πολλή αγάπη και πήρε πολλή αγάπη. Θα την θυμάμαι πάντα.














