Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Στά αδέλφια μου

Τα δικά μας παιδικά χρόνια σε ένα χωριό , η φωτογραφία ήταν πολυτέλεια. Εκείνο το Πάσχα του 1950 πέρασε ένας φωτογράφος και καλούσε  τον κόσμο φωνάζοντας.  Η μάνα μάς μάζεψε και τα τέσσερα και είναι η μόνη φωτογραφία που είμαστε όλα μαζί. Όρθια η μεγάλη μας αδελφή Ερατώ 17 χρονών, η Τασούλα 13, ο Γεράσιμος 15, και με εμένα τη Γιωργία 5 χρονών τσουγκρίζει το κόκκινο αυγό.  Λίγες μέρες μετά Πρωτομαγιά 1950 έφυγε η Ερατώ για Αμερική να βρεί το νόνο και τη νόνα μας.  Με το σεισμό του 1953 φύγατε και εσείς οι δύο Γεράσιμε και Τασούλα και εγώ κάθε φορά που θυμάμαι τον αποχωρισμό μας κλαίω και θρηνώ όπως  τότε πού φύγατε. Πολλά χρόνια αργότερα μετανάστευσα και εγώ μαζί με τους Γονείς μας. Ήμουν 14 χρονών και σας βρήκα όλους παντρεμένους και διάσπαρτους σε διαφορετικές Πολιτείες. Εκεί που νόμιζα πώς θάμαστε πάλι όλοι μαζί γεύτηκα την πρώτη απογοήτευση. Όταν εσείς φύγατε δεν υπήρχε τηλέφωνο μόνο τα γράμματά σας που συχνά κάνανε ένα μήνα να φτάσουν και χωρίς να το καταλαβαίνουμε κάπου χανόμασταν. Η ξενιτιά ίσως με τα βάσανά της κάνει τους ανθρώπους απόμακρους . Σκληρή δουλειά και μονοτονία.  Η αγάπη μας δεν μειώθηκε ποτέ αλλά εκείνο το υπέροχο δέσιμο που είχαμε σαν παιδιά με όλη μας τη φτώχεια, δεν το ξαναβρήκαμε ποτέ.  Όσο και να προσπαθούσαμε  ποτέ δεν   καταφέραμε να γιορτάσουμε Πάσχα όλοι μαζί στο σπίτι της μάνας και του πατέρα. Δεν μπορείς να λείπεις από τη δουλειά σου  σε αυτές τις Πατρίδες. Μια δεύτερη φορά σας αποχαιρετίσαμε ο Γεράσιμος και εγώ όταν επιστρέψαμε στην Πατρίδα μαζί με τους Γονείς μας και για άλλη μιά φορά έριξα μαύρο δάκρυ όταν είπαμε αντίο. Ήλθατε πολλά καλοκαίρια με τα παιδιά σας  αλλά όλοι μαζί δεν ξαναβρεθήκαμε να φωτογραφηθούμε και τα τέσσερα αδέλφια. Τώρα μείναμε ο Γεράσιμος και εγώ.  Φύγανε οι Γονείς μας προ πολλού φύγατε και εσείς αδελφές μου. Δεν σας ξεχνώ ποτέ και σας αγαπώ πάντα. Θέλω όμως να ελπίζω ότι θα ξαναβρεθούμε όλοι όπως τότε πού υπήρξαμε φτωχά αλλά ευτυχισμένα παιδιά.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Σκορδαλιά

Η ανάρτηση στο Κομπόγιο του φίλου Μάκη Τζουγανάτου, μού θύμησε μια ιστορία πού μού έλεγε στην Αμερική, η εκ μητρός αγαπημένη Νόνα μου Ματίλδη. Την παραθέτω όπως ακριβώς μου την εξιστορούσε χρόνια και χρόνια κάθε 25η Μαρτίου.
<<Το 1919 παιδάκι μου, λόγω τση φτώχειας, ο Νόνος σου επήρε τουν εματιώνε του για Αμερική και με άφησε πίσω με τρία κοριτσάκια και τη γριά μάνα του. Εκείνη τη χρονιά που έφυγε τρικούβερτη φτώχεια, δεν είχα τον τρόπο να αγοράσω ούτε μπακαλάο ούτε κουφεσι, και έκαμα τη σκορδαλιά μόνο με λάχανα του κήπου μου. Στο διπλανό σπίτι από το δικό μας έμενε ο κουνιάδος μου ο Χριστάκης. Η συνυφάδα μου η Ρήνη κάθε απόγιομα ντάκα-ντούκα εκοπάνιζε το κουφέσι και μετά τόβανε στο μόσκιο σαν το μπακαλάο. Όλη η γειτονιά εκοπάνιζε τα κουφέσια της. Εγώ έβγαζα στην αυλή ένα παλιὀ άχρηστο παπούτσι και ντάκα -ντούκα το κοπάνιζα. Δεν ήθελα να με λυπούνται. Η μάνα σου ήτανε 5 χρονών και την είχα συμβουλέψει να μη πεί σε κανέναν τίποτα για το παπούτσι. Η σκρόφα όμως η συνυφάδα μου την ψάρεψε από δώ την ψάρεψε από κεί και τση  το μαρτύρησε. Πήρα μεγάλη στεναχώρια γιατί δεν ήθελα να ξέρουν ότι ζούσαμε τόση φτώχεια>>. <<Δεν πιστεύω νόνα να μου ξυλοφόρτωσες τη μάνα μου>> τη ρώταγα. <<Όχι ποτέ δεν άπλωσα χέρι στα παιδιά μου αλλά πικράθηκα πολύ πού έγινε η καρδιά της συνυφάδας μου περιβόλι>> Τόσα χρόνια μετά το θυμόταν με την ίδια πικρία. Γλυκειά μου Νόνα μέσα στη φτώχεια η υπερήφανη αξιοπρέπεια δε χάθηκε ποτέ.

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

Εκλογές πρό των Πυλών

Τούτες τις μέρες μου έγιναν προτάσεις από εν δυνάμει Δημάρχους να συμπεριληφθώ στά ψηφοδέλτιά τους. Σίγουρα με τιμά το γεγονός και τους ευχαριστώ αλλά  θεωρώ ότι αρκετά ασχολήθηκα με τα κοινά. Είχα εκλεγεί Κοινοτική Σύμβουλος στο χωριό μου Φαρακλάτα επί Προεδρίας Κώστα Καλογηράτου  και αργότερα συμμετείχα στην  Εκλογή  του Μάκη Φόρτε. Στη συνέχεια με ψήφισε η Συμπολίτευση και η Αντιπολίτευση ως  μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης Κοινωνικής Ανάπτυξης Αργοστολίου (Δ.Ε.Κ.Α.Α.).  Καί οι δύο τετραετίες ήταν σημαντικές για μένα αλλά η ενασχόλησή μου με τα παιδιά της Δ.Ε.Κ.Α.Α. ήταν αυτό που μού  έδωσε χαρά μεγάλη.. Τόσο η διευθύντρια Κατερίνα Γαρμπή και οι Κοινωνικές Λειτουργοί έκαναν εξαιρετική δουλειά. Το Καφενείο της Καμπάνας ήταν το καμάρι μας και πολύ λυπήθηκα όταν έκλεισε. Τούς ευχαριστώ και πάλι αλλά είμαι της άποψης ότι δεν χρειάζεται να μένουμε και πολύ σε αυτές τις καρέκλες. Να δίνουμε τη σκυτάλη  και  σε άλλους Πολίτες και κυρίως σε Νέους ανθρώπους. Εύχομαι και ελπίζω όσοι  αποφασίζουν να ασχολούνται με τα κοινά να το παλεύουν και ας είναι συχνά ψυχοφθόρο και πάνω από όλα να αγαπούν τον Άνθρωπο.

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Στούς Γονείς μου Σπύρο και Διαμαντίνα

Όταν ο πατέρας της μάνας μου έφυγε για Αμερική το 1919 άφησε πίσω τρείς κόρες. Τη μάνα μου Διαμαντίνα 4  χρονών, την Κατερίνα 3 και την Φωτούλα ενός χρόνου βρέφος. Σήμερα ζεί μόνο η Φωτούλα 100 χρονών. Δύσκολες εποχές τότε κατάφερε να τις καλέσει κοντά του το 1935. Η μανούλα μου ήταν ήδη παντρεμένη από τα 16 χρόνια της και είχε τα δύο πρώτα της παιδιά. Έτσι δεν δικαιείτο πρόσκληση πατρική για μετανάστευση. Απέκτησε ένα ακόμη μωρό και νεαρή κοπέλα μόλις 21 χρονών έχασε τον άντρα της από τη μάστιγα πού τότε θέριζε. Από φυματίωση. Αυτά το 1942 πού λόγω κατοχής δεν είχε ούτε γράμμα από τους Γονείς της. Σπύρος Πολλάτος ο πατέρας των παιδιών της και υπέροχος άνθρωπος από ότι έχω ακούσει. Τα παιδάκια του γυρόφερναν πάνω στο κρεβάτι του και αγωνιούσε η νεαρή μανούλα μήπως κολλήσουν το μικρόβιο. Ένας υπέροχος γιατρός Ο Νικόλαος Ραζής από τα Φαρακλάτα της έλεγε << Όσο δεν κάνει αιμόπτυση άστον να χαίρεται τα παιδιά του . Μόλις δείς αίμα απομάκρυνέτον από το σπίτι >>. Κάποια στιγμή έγινε το αναμενόμενο.  Πήγε μαζί του σε ένα χωράφι τους πού είχε ένα καλύβι κανονικό σπιτάκι και έμεινε κοντά του ένα μήνα Του έκλεισε τα μάτια και επέστρεψε στο χωριο για βοήθεια να τον φέρει σπίτι του. Εκείνη ήταν 21 ετών και εκείνος 37. Το πρώτο τους παιδί 10 χρονών το δεύτερο 5 και το τρίτο 8 μηνών. Οι χωριανοί με το δίκιο τους φοβόνταν τη φυματίωση ακόμα και μετά θάνατον και κανένας δεν προτάθηκε να βοηθήσει. Μόνο ένας γείτονας λεβέντης ο Σπύρος ο Λυκούδης που έμελλε να γίνει ο δικός μου πατέρας, την ακολούθησε και μόνος του τον κουβάλησε στούς ώμους του κρεμασμένο (μπεμπέι) το λέμε Κεφαλονίτικα. Η μανούλα μου ήταν καλλονή. Την ερωτεύτηκε ο Σπύρος ο Λυκούδης και στα 25 της χρόνια την παντρεύτηκε.  Εκείνος ήταν 34 χρονών και από αυτόν το γάμο γεννήθηκα μόνο εγώ. Γεωργία Λυκούδη του Σπυρίδωνος πού έμελλε να γίνω και εγώ Πολλάτου με το γάμο μου. Τα υπέροχα αδέλφια μου η Ερατώ, Ο Γεράσιμος και η Τασούλα, λατρεύτηκαν από το πατρυιό τους όσο και εγώ και για εκείνα λόγω εποχών έκαμε πολλές θυσίες όπως και εκείνα όταν ξενιτεύτηκαν του πρόσφεραν πολλά. Περισσότερα από μένα γιατί εγώ γεννήθηκα καλύτερες εποχές . Ήμουν το χαιδεμένο της οικογένειας μιά που η πρώτη μου αδελφή ήταν 15 χρόνια μεγαλύτερή μου και με κανάκεβαν και τα τρία παιδιά. Ο μόνος που υπάρχει στη ζωή είναι ο αδελφός μου 84 χρονών ο οποίος εξακολουθέι να με αποκαλεί <<το παιδί>>. Ζήσαμε έντονη αγάπη και δεν τους έλειψε ο πατέρας που κανένα μας δεν θυμάται ένα χαστούκι του. Ποτέ. Στο κοιμητήριο ακριβώς απέναντι από των τάφο των Γονιών μας είναι και ο τάφος του βιολογικού τους πατέρα. Τον επισκέπτομαι με τον ιερέα όσο και τους Γονείς μας.  Όταν ο πατέρας μου μετανάστευσε στην Αμερική ο πατέρας της μάνας μου γονάτισε και του φίλησε τα χέρια και του είπε <<σε ευχαριστώ που προστάτεψες την κόρη μου και τα εγγόνια μου>> Γλυκέ μου Νόνο ελπίζω να τα λέτε εκεί που βρίσκεστε.

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

Πενήντα χρόνια Γούντ Στοκ

  Δέκα αγόρια και κορίτσια Ελληνοαμερικανάκια αποφάσισαν να πάνε σε αυτή τη μεγαλειώδη σε συμμετοχή συνάντηση. Ήταν όλα φίλοι μου και ψάλλαμε στην εκκλησιαστική χορωδία. Το δρώμενο απείχε από εμάς τρείς ώρες οδήγησης. Εγώ η μοναδική μετανάστρια χωρίς δικό μου ακόμη αυτοκίνητο, κατάφερα να πείσω τούς Γονείς μου να πάω με την παρέα μου. Πώς να περιγράψει κανείς αυτά τα βιώματα. Οι λέξεις είναι ανεπαρκείς. Πλήθος αμέτρητο κάθε είδους και κάθε ηλικίας αλλά κυρίως νέοι. Είδαν πολλά τα μάτια μας  καί άκουσαν πολλά τα αυτιά μας. Κανένας από εμάς δεν είχε καμία σχέση με ουσίες ούτε κάν απλό τσιγάρο και κανένας δεν μας πίεσε για πειραματισμούς. Διάχυτη αγάπη και συναδελφοσύνη, όλοι εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ αλλά και ασθενοφόρα εν δράσει για υπερβολική χρήση ουσιών.  Νεαρές μανάδες με τα μωρά τους και άλλες ετοιμόγεννες. Βιώσαμε και μιά επιτόπια γέννα. Εμείς μαγευτήκαμε από υπέροχες μουσικές και γνώρισα από κοντά πολλούς αξιόλογους καλιτέχνες. Ανάμεσά τους η νεαρή τότε Τζόαν Μπαέζ, έγκυος το πρώτο της παιδί και με τον άνδρα της στη φυλακή μετά από στρατοδικείο γιατί αρνήθηκε να πάει στο Βιετνάμ .Μαζί της μιά Ελληνίδα της οποίας το όνομα δυστυχώς δεν θυμάμαι. Την ανέβασε στην εξέδρα η Τζόαν Μπαέζ και τη χαρακτήρισε σπουδαία φωνή. Τραγούδησε ένα υπέροχο ποντιακό τραγούδι και την αποθέωσαν όλοι με εμάς να ουρλιάζουμε  Ελληνικά.  Τρείς μέρες κράτησε. Εμείς μείναμε μόνο μία νύχτα καθιστοί στο χορτάρι. Αξέχαστη εμπειρία και το θεωρώ τύχη πού βρέθηκα εκεί. Δύο τραγούδια πού ακούστηκαν σε πρώτη εκτέλεση τα λάτρεψα και τα τραγουδάω ακόμα με την κιθάρα μου. <<If you going to San Francisco>> και <<Every body is looking at me>>. Πενήντα χρόνια από τότε μα τα θυμάμαι σαν να έγιναν χθές. Πολλά από τα παιδιά της παρέας δεν υπάρχουν πιά στη ζωή αλλά πάντα ζούν στην καρδιά μου και στην ανάμνηση ενός γεγονότος που μόνο μιά φορά μπορεί να λάβει χώρα.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

The Law is the Law

Η ποινή πού επεβλήθη στην άτυχη καθαρίστρια (νόμιμη ίσως αλλά παράλογα απάνθρωπη) με γύρισε χρόνια πίσω σε μιά προσωπική μου εμπειρία σχετική με το Νόμο. Το 1995 μήνα Αύγουστο ένα τηλεφώνημα στις πέντε τα χαράματα μέ ενημέρωσε ότι η αγαπημένη μου αδελφή Τασούλα, σκοτώθηκε σε τροχαίο. (Virginia U.S.A.). Με την ογδονταπεντάχρονη μάνα μου φύγαμε αμέσως για την κηδεία της. Φέραμε και οι δύο Αμερικάνικο Διαβατήριο. Μέσα στο σπαραγμό μας δεν σκέφθηκα να ελέγξω άν είναι σε ισχύ. Στο αεροδρόμιο Κένεντυ στη Νέα Υόρκη ο υπάλληλος ελεγχου μας πληροφόρησε ότι της μάνας μου το διαβατήριο είχε λήξει πριν από δέκα μέρες. <<Δεν μπορεί να εισέλθει στη χώρα>> μού είπε. Επικαλέσθηκα το λόγο του ταξιδιού μας, του έδωσα το γραφείο τελετών που κρατούσε την αδελφή μου, για να διασταυρώσει την αλήθεια μας, του έδειξα τη μάνα μου που έκλαιγε σπαραχτικά και του είπα <<Δεν μας λυπάσαι>>? <<Σας λυπάμαι αλλά THE LAW IS THE LAW and nothing i can do about it>> μου απαντησε. (Ο Νόμος είναι νόμος και τίποτα δεν μπορώ να κάνω επ΄αυτού). Εσύ θα πάς στην κηδεία της αδελφής σου τη μητέρα σου θα την φιλοξενίσουμε στο Αεροδρόμιο και όταν τελειώσεις με την αδελφή σου θα την πάρεις να επιστρέψετε στην Ελλάδα>>.Καταλαβαίνετε τι επεκράτησε. Σε κατάσταση τρέλας εγώ ,ανέβηκα πάνω στον πάγκο του και φώναζα στούς πολυάριθμους επιβάτες. <<Σας παρακαλώ σταματήστε και ακούστε με>> Πάγωσαν όλοι και όταν με άκουσαν  πλησίασαν τον υπάλληλο με υψωμένες γροθιές> Οι 'ανδρες της ασφάλειας ήλθαν κοντά έτοιμοι να δείρουν. Μπροστά στη μάνα μου πού στα κατάμαυρα έκλαιγε γοερά έκαναν πίσω. Οι επιβάτες φώναζαν <<Αφήστε τη μάνα να πάει να ενταφιάσει το παιδί της. Κρατείστε κάποιους από εμάς ομήρους για εγγύηση>>. Έτσι λύγισαν και μας επέτρεψαν την είσοδο σε μιά χώρα στην οποία είχαμε ζήσει είκοσι χρόνια. Και όλα αυτά εν ονόματι του Νόμου πού είναι Νόμος.  Παντου όμως πρέπει να υπάρχει ανθρωπιά χάριν της οποίας κάνουμε έστω και καταπάτηση του Νόμου.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Αποδημητικά Πουλιά

Έφυγε και ο Οκτώβρης και μαζί του έφυγαν συγγενείς και φίλοι για τίς μακρινές Πατρίδες που η ανάγκη της επιβίωσης τούς έταξε να ζούν. Κάθε καλοκαίρι πού τούς έχω κοντά μου χαίρομαι και ζωντανεύω. Όταν όμως μού φεύγει και ο τελευταίος σαν τα αποδημητικά πουλιά, μελαγχολώ. Αρνούμαι να τους πώ αντίο και τη μέρα πού φεύγουν κρύβομαι. Το ξέρουν και δεν με ψάχνουν. Ευτυχώς σήμερα υπάρχει διαδύχτιο τηλέφωνα,  και μπορούμε να κρατάμε τις εικόνες αγαπημένων προσώπων. Την εποχή που έφυγε ο πρώτος μετανάστης της δικής μου οικογένειας ο αγαπημένος μου εκ μητρός Νόνος (μιλάμε για το 1919) ο χωρισμός ήταν ωδυνηρός όσο και ο θάνατος. Ένα γράμμα που έκανε τουλάχιστον ένα μήνα να φτάσει στην οικογένειά του. Είχα την ευτυχία να γνωρίσω το νόνο και τη νόνα μου όταν το 1964 μετανάστευσα και εγώ στην Αμερική. Ποτέ δεν γύρισαν πίσω και γιά μένα αυτό ήταν ακατανόητο. Μαύρη πέτρα έριξαν φεύγοντας. Εγώ όμως κατάφερα πές πές να πείσω το νόνο μου να τον συντροφέψω σε ένα ταξίδι στην Πατρίδα άν μη τι άλλο να ανάψει ένα κερί στον τάφο των Γονιών του. Περίμενε πώς και πώς να τελειώσει το Σχολικό μου Έτος και καμάρωνε σε φίλους και γνωστούς πώς η 15χρονη εγγονή του θα τον συνοδέψει στην Ελλάδα. Δυστυχώς όμως ένα εμφραγμα του έκοψε το νήμα της Ζωής και της επιστροφής στην Πατρίδα. Έφυγε πανευτυχής με εισητήρια στην τσέπη και διαβατήριο ανανεωμένο. Παρόλο που μπορούσαμε να εξαργυρώσουμε τα εισητήριά μας λόγω θανάτου, μόνο το δικό μου ακύρωσα. Του γλυκού μου Νόνου το έβαλα στην τσέπη του. Ελπίζω να κανόνισε με το Μεγαλοδύναμο μιά θέση που να βλέπει το Νησί του και εμένα την εγγονή του που γύρισα πίσω και πηγαίνω συχνά στο ερειπωμένο από το σεισμό του 1953 σπίτι του. Εκεί στο σπιτι του γεννήθηκε και η λατρεμμένη μου μάνα.