Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Συνέχεια του ζεύγους Έρωτα

Η μάμα Ελένη κανόνιζε τα του νοικοκυριού της. Μαγείρευε μόνο η ίδια και ο πάπ Παντελής από τις Οινούσσες, Κυριακή, γιορτή και σκόλη, έπλενε τα πιάτα και τις κατσαρόλες, ενώ εκείνη και εγώ απολαμβάναμε τον καφέ μας. Πολύ με στεναχωρούσε αυτό και την παρακαλούσα να πλύνω εγώ τα πιάτα αλλά ήταν ανένδοτη. <<Θα μου τον κακομάθεις εσύ επειδή ο πατέρας σου δεν πλένει τα δικά σας? Για κάνε μου τη χάρη>>.  Πάλευε ο πάπ στο νεροχύτη και όταν τέλειωνε ανακουφισμένος έβγαζε δύο συνεχόμενους δικούς του ήχους που ήταν πιστό αντίγραφο του νιαουρίσματος  του γάτου τους πού τού έκανε παρέα όσο έπλενε. Δύο μεγαλόπρεπα Νιάουουου ο πάπ και αμέσως μετά άλλα δύο ο Λεωνίδας ο γάτος. Μας δήλωναν έτσι ότι έκαμαν το καθήκον τους. Ο εκ μητρός παππούς μου ο γλυκός μου Νόνος ερχόταν συχνά να μας δεί από την Ορεινή Νέα Υόρκη και έκανε παρέα με τον πάπ. Φυσικά άκουγε το νιαούρησμα και σε κάποιο από τα ταξίδια του τούς έστειλε μιά ευχαριστήρια κάρτα που τον περιποιήθηκαν. Πειραχτήριο και με τρομερό χιούμορ ο νόνος διάλεξε   μιά  κάρτα μέ ένα πανέμορφο φουντωτό  γάτο και έγραφε ένα τεράστιο διπλό  ΝΙΑΟΥ-ΝΙΑΟΥ. Ενθουσιάστηκε ο αγαθός Παντελής Έρωτας και χαμπάρι δεν πήρε για το υπονοούμενο του νόνου μου. Ελπίζω να νιαουρίζουν παρέα αλλά χωρίς να πλένει πιάτα ο πάπ.

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Θα σας θυμάμαι πάντα

Νεαρή έφηβη, πάτησα το Αμερικάνικο έδαφος στο αεροδρόμιο Πάτρικ Χένρυ στο New Port News Virginia. Με περίμεναν οι Γονείς μου και το ζευγάρι της φωτογραφίας. Στην 27η οδό στο νούμερο 105 βρισκόταν πλέον το σπίτι μου. Στό κέντρο της πόλης, πολύ κοντά στο λιμάνι. Ένα παλιό κτηριο Βικτωριανό ψηλοτάβανο ευρύχωρο μα σίγουρα γέρικο. Τριόροφο εμείς στον τρίτο και το ζευγάρι στο δεύτερο ακριβώς κάτω από εμάς. Ο κύριος Παντελής και η κυρία Ελένη με το υπέροχο επίθετο ΕΡΩΤΑΣ. Από τις Οινούσες της Χίου ο Παντελής και από Ρώσικη ρίζα η Ελένη. Εκείνος γλυκύτατος αγαθός εκείνη πανέξυπνη πληθωρική και πάντα χαμογελαστή. Με αγάπησαν από τη πρώτη στιγμή και τους λάτρεψα και εγώ. Πάπ και Μάμ για μένα. Έτσι ήθελαν να τους αποκαλώ. Ώσπου να κατανοήσω τη γλώσσα, η μάμ Ελένη με βοήθαγε στα μαθήματά μου και στην προσαρμογή μου στην ξένη χώρα. Είχε το γενικό κουμάντο στα οικονομικά τους και παραχωρούσε στον άνδρα της ένα ελάχιστο ποσόν για την  εφημερίδα του   και για τρία πούρα ημερησίως. Πίσω στη Χίο ο Παντελής είχε δύο αδελφές την Ιορδάνα και την Βιργινία που και οι   δύο ήταν χήρες. Για να τις βοηθάει κρυφά  από τη γυναίκα του,  δεν αγόραζε τα πούρα του για να συγκεντρώνει μικροποσά για τις αδελφές του. Ο πατέρας μου τον κέρναγε συχνά πούρα. Πονηρή όμως η μάμ Ελένη, που καπάκιζε λίγα Ελληνικά αλλά δεν διάβαζε ούτε έγραφε μου λέει μια μέρα <<Εγώ σε βοηθάω στα μαθήματά σου και εσύ θα μου διαβάζεις τι γράφουν στον Παντελή οι αδελφές του. Είμαι σίγουρη πώς τους στέλνει λεφτά. Να βγούνε να δουλέψουνε οι κουραδομηχανές>>. ΄Ετσι αποκαλούσε όλες τις άνεργες Ελληνίδες. <<Δεν μπορώ να το κάνω αυτό>> της είπα.<<Μπορείς όμως να πάς στο Ελληνικό Σχολείο και να μάθεις καλά τα Ελληνικά>>. Πράγματι γράφτηκε στην πρώτη Δημοτικού και τέλειωσε κανονικά και την έκτη. Το πρώτο γράμμα που διάβασε από την Ιορδάνα έγραφε <<Σε ευχαριστώ αδελφέ μου για το τσέκι που μού έστειλες>>.Έγινε μέγας χαμός. Φοβάμαι πώς μάλλον του τις έβρεξε του Παντελή. Εδώ να σας πώ ότι είχαν χρήμα με ουρά αλλά η μάμ ήταν τρομερή τσιγκούνα. Στη φωτογραφία έχουν αγκαλιά τα εγγόνια τους και τους φωτογράφησα εγώ στο σπιτι μας το 1964. Ο πάπ έφυγε από τη ζωή σε μεγάλη ηλικία. Η μάμ Ελένη έμεινε μόνη και είχε τραγικό τέλος. Τη λήστεψαν δύο νεαροί Αφροαμερικανοί  , τη βίασαν (ούσα τότε 87 χρονών) και την έπνιξαν με το μαξιλάρι της. Εγώ πλέον παντρεμένη ζούσα στη Νέα Υερσέη αλλά πήγα στην κηδεία της και την έκλαψα σαν μάνα μου. Θα τους θυμάμαι πάντα με αγάπη.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Σήμερα πού Γιορτάζεις

Κάποιοι φίλοι πού σαν και μένα είναι παιδιά των εξήντα θα θυμούντια αυτό τό όμορφο τραγούδι της Μαριάνας Χατζοπούλου <<σήμερα πού γιορτάζεις κι' όλα τα βλέπεις χαρωπά>> .......
Μάς αξίωσε και φέτος ο Μεγαλοδύναμος να γιορτάσουμε την Ονομαστική μας, παρέα με συγγενείς και αγαπημένους φίλους για τούς οποίους με μεγάλη χαρά μαγείρεψα όπως κάθε χρόνο και περάσαμε μιά όμορφη βραδυά στο σπίτι μας στα Φαρακλάτα. Πάντα χαιρόμαστε συτή τη συνάντηση αλλά και πονάμε γιατί δυστυχώς μετράμε και φίλους απόντες. Κάθε χρόνο γινόμαστε μείον ένας-δυό. Δεν τούς ξεχνάμε ποτέ αλλά μάς λείπουν πολύ. Απόντες και λατρεμμένοι Γονείς και των δύο μας που έκαναν τη γιορτή μας λαμπρή με την παρουσία τους. Η γυναίκα του αδελφού μου μού λέει να μην κοιτάζω πίσω στο παρελθόν παρά μόνο στο μέλλον. Μα στο Θεό σας Φίλοι,  άνθρωποι της ηλικίας μας τι έχουν να ψάχνουν στο μέλλον? Εγώ τουλάχιστον πού είμαι 73 χρονών τρέμω στη σκέψη του μέλλοντος γιατί βλέπω μόνο άννοια, πάρκινσον, πάνες και πάει λέγοντας. Αποφεύγω λοιπόν ταξίδια στο μέλλον ταξιδεύω στο παρελθόν και εκεί βρίσκω ανέμελα παιδικά χρόνια, εφηβικά όνειρα, πρώτους έρωτες και χρυσά νιάτα. Είμαι αισιόδοξη πάντα αλλά και λογική. Και η λογική μού λέει να μη χάνω στιγμή από το παρόν και να χαίρομαι μέσα στην καθημερινότητά μου τις μικροχαρές της ζωής, την ομορφιά της Κεφαλονιάς, τούς φίλους μου γιατί κάθε αύριο μπορεί να γίνεται πιό δύσκολο  γιατί μάς βαραίνουν τα χρόνια αλλά  και γιατί οι συντάξεις μας κατρακυλούν στά τάρταρα..
Αστειευόμουν και  έλεγα στον Γιώργο ότι ο Άγιός μας είναι ο Τροπαιοφόος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος και αυτό μάς κάνει και εμάς Τροπαιοφόρους. Όσο όμως μεγαλώνουμε μάς πονάει τό ένα μας πονάει τό άλλο και μάλον μας ταιριάζει το Μεγαλομάρτυς. Όπως και νάχει λέω <<Δόξα τω Θεώ>> και του χρόνου να ξαναγιορτάσουμε.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Τραγούδι άγνωστου πατρός

Όταν πέθανε η εκ πατρός γιαγιά μου (η γλυκειά μου νόνα Χριστοθέα) ήμουν 12 χρονών. Μοιραζόμασταν ένα μικρό δωματιάκι, με τα κρεβάτια μας σε απόσταση αναπνοής. Πολλές νύχτες μετά από φασολάδες (συχνό πιάτο της φτώχειας), λόγω της ηλικίας της η ανάγκη της να ανακουφιστεί, υπερίσχυε των κανόνων καλής συμπεριφοράς, και αμόλαγε ξεγυρισμένες ομοβροντίες. Ξύπναγα όχι τόσο από τις κανονιές αλλά από την απαίσια μυρωδιά που τρύπωνε στα ρουθούνια μου. Έξαλλη της έλεγα <<Αύριο θα πώ της μάνας να κουβαλήσει το κρεβάτι μου στο σταύλο. Θα κοιμάμαι με το γάϊδαρό μας τον Δημοκράτη και τη γουρούνα μας την Καλλιρόη>>. Γέλαγε καλωσυνάτα και μου έλεγε <<Έλα τώρα κλείσε τα μάτια σου και θα σού πώ το τραγούδι της πορδής που μούλεγε η δικιά μου νόνα>>. Δεν το άκουσα ποτέ ολόκληρο γιατί μέ έπαιρνε αμέσως ο ύπνος. Πρίν λίγες μέρες το έλεγα στην υπέργηρη γειτόνισσά μου Λαμπρούλα Πολλάτου 93 χρονών και μού είπε ότι και η δικιά της νόνα τής έλεγε το τραγούδι της πορδής. Όχι μόνο το θυμάται αλλά και το έγραψε σε σχολικό της τετράδιο το οποίο ακόμα έχει. Μού το έδωσε η κόρη της Μαρία και το μοιράζομαι μαζί σας γιά να θυμηθούμε όλοι μαζί υπέροχες νόνες καί προνόνες μιάς μακρυνής απλούστερης εποχής. Τότε που τα παιδιά κοιμόνταν με τις  νόνες τους και έπαιρναν και έδιναν πολλή αγάπη. Τόση που και η μυρωδιά της πορδής ξεχνιόταν γρήγορα.

                      Πορδούλα καλώς εφάνης  να ζήσει εκείνος πού σέ βγάνει.
                     ή βροντιστούλα ή φυσιστούλα, να χαιρετιέσαι πρέπει όταν βγαίνεις
                     γιατί πλούσιος Λόρδος καί Μεγάλος, άν είχε κλάσει δεν θάχε σκάσει.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Μετανάστες

Ο πρώτος μετανάστης της δικής μου οικογένειας ήταν ο πατέρας της μάνας μου ο Σπύρος Βαρδαραμάτος (ρέμπελος). Ο υπέροχος νόνος μου έφυγε το 1919 αφήνοντας πίσω τρείς κόρες με πρώτη τη μάνα μου Διαμαντίνα μόλις πέντε χρονών, την Κατερίνα τριών και τη Φωτούλα ενός.
Δύσκολα τα πράγματα τότε πέρασαν αρκετά χρόνια για να  μπορέσει να προσκλήσει την οικογένειά του Τα κατάφερε το 1934 αλλά η μάνα μου ήταν ήδη παντρεμένη από τα δεκαέξι της και είχε το πρώτο της παιδί. Έτσι δεν μπόρεσε τότε να φύγει. Ο μεταναστευτικός νόμος ούσα παντρεμένη δεν της έδινε προτεραιότητα. Χρόνια μετά έφυγε η πρώτη μου αδελφή, μετά το σεισμό έφυγαν και τα άλλα δύο μέλη της οικογένειας, κάπιοα στιγμή και οι γονείς μου με τελευταία μετανάστρια εμένα που με κάλεσαν αμέσως οι Γονείς μου επειδή ήμουν ανήλικο παιδί.
Τον πρόλαβα το νόνο μου και τον λάτρεψα. Δεν είχε ποτέ γυρίσει στην Ελλάδα παρ'όλο που είχε πολλές αδελφές και αδελφό αλλά τον ξεσήκωνα εγώ μιλώντας του για τις αδελφές του και νοστάλγησε να τις ξαναδεί. Είναι πολλές αλλά αναφέρω εκείνες που αγαπούσα πολύ. Θεία Μαρία Μαρκεσίνη (μάνα της Θάλειας Μαρκεσίνη-Λυκούδη), Βασιλική Λοράνδου (γιαγιά του Αλέκου του κρεοπώλη) Και του Νικόλα έμπορα εκκλησιαστικών ειδών και ακόμα πολλές άλλες. Φτιάξαμε διαβατήριο μές τη χαρά έτοιμος για την επιστροφή το 1965, τον πρόλαβε οξύ έμφραγμα και έφυγε για άλλο προορισμό.  Στην κηδεία του τον έψαλλε και ο Διονύσης Κωνσταντάκης (πατέρας του Άγγελου) φίλος μας αλλά και του νόνου μου φίλος. Ο ιερέας θυμάμαι εξοργιζόταν που ο Διονύσης έψαλλε όπως στο χωριό χωρίς να παραλείπει τίποτα.  Τού έκανε συνέχεια νοήματα να συντομεύει. Κατά την ανάγνωση της Αποστολικής Περικοπής που με δάκρυα διάβαζε ο Διονύσης του λέει από το Αγιο Βήμα  <<τέλειωνε αγαπητέ μου>>. Έξαλος ο Διονύσης του λέει << Άκου ωρέ αν βιάζεσαι πάρε φύγε. Θα πώ εγώ τα δικά σου. Ο παπούς μου ήταν ιερέας και εγώ σκοληταρούδι του (έτσι λέγανε τα παιδιά του Ιερού). Μπορώ να κάνω και τον παπά.>>  Πού να τολμήσει να μιλήσει άλλο. Λούφαξε στο Ιερό. Μέχρι και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι πού μιλάνε για αυτό το κάζο. Έλαβε χώρα στο Binghampton New York στον ιερό Ναό Αγίας Τριάδος.

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Αποκριάτικα

Ο πατέρας μου ήταν πολέμιος του χορού και του γλεντιού. Ιδιαίτερα σοβαρός ίσως και λίγο ντροπαλός δεν πήγαινε ποτέ στα χορευτικά δρώμενα του χωριού μας. Με το που άνοιγε λοιπόν το Τριώδιο άρχιζε τις φοβέρες. Μια που είχαν μεταναστεύσει τα αδέλφια μου και είχα μείνει μοναχοπαίδι, οι φοβέρες προορίζονταν αποκλειστικά για μένα. <<Προσέξτε καλά μη σας δώ μες στους δρόμους να χορεύετε σα μόμολες. Δεν θέλω η θυγατέρα μου να γίνει τραγουδίστρα και χορεύτρα. Θέλω μόνο να μάθει γράμματα. Αν πάτε θα σας κόψω τα πόδια>>. Κοριτσάκι εγώ έκλαιγα για μέρες. << Άστονε να λέει παιδάκι μου τον πατέρα σου. Εμείς θα πάμε και θα μείνει στην κακιά του χάρη>> μέ παρηγόραε η μάνα. Και έτσι γινόταν κάθε χρόνο. Πέρναγε από το χοροστασιό μάς έριχνε άγριες ματιές μα ποτέ δεν μας τράβηξε για το σπίτι. Ξέραμε όμως ότι στό σπίτι μας περίμενε καυγάς βαρύς. Μόνο λόγια βέβαια γιατί ποτέ δεν φάγαμε από τον πατέρα μας ούτε χαστούκι. Η μάνα φρόντιζε για τα ησυχώτερα. Μη μας ακούσει και η γειτονιά πού κρυφάκουγε.
Επιστρέφαμε λίγο πριν γυρίσει ο πατέρας από το καφενείο. Η μάνα ξάπλωνε στο κρεβάτι δίπλα σε μια καρέκλα είχε μια λεκάνη με νερό και εγώ έβρεχα μια καθαρή πετσέτα, την έστιβα καλά και την έβαζα στο κεφάλι της (σύμφωνα με τις οδηγίες της).Κολπάκια δηλαδή. Με το πού έμπαινε ο πατέρας και βρυχάτο σαν θηρίο ανήμερο, μόλις  έβλεπε τη μάνα με την πετσέτα στο κεφάλι και εμένα με ύφος μικρού ορφανού, πάγωνε. <<Τι συμβαίνει Διαμαντίνα μου>>? <<Δεν καταλαβαίνεις Σπύρο μου τι συμβαίνει? Τα καταραμένα γυναικολογικά μου>>. Μαγικές λέξεις και το θηρίο μας γινόταν αρνάκι. Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία παιζόταν για να μη στεναχωρηθώ εγώ αλλά και γιατί η μάνα λάτρευε το γλέντι. Το περίεργο είναι ότι στα βαθειά του γεράματα ο πατέρας πού ίσως έχανε λίγο λάδια, τραγουδούσε με στεντόρια φωνή παλιά τραγούδια με προτίμηση στο <<σαν πάει με το γαϊδουράκι τα φρούτα της στην αγορά>> και χόρευε φοξ τρότ τέλεια. Γονείς μου λατρεμμένοι Άγια η Ψυχούλα σας.

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Μελίνα η Υπέροχη

Μιά Γυναίκα πού απρόκλητα και τυχαία έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή μου δύο φορές. Το 1968 που έκανε τον αγώνα της κατά της δικτατορίας με το κόκκινο φόρεμά της, και μαζί της φωνάζαμε και εμείς οι νέοι που είχαμε σχέση με το τότε Π.Α.Κ. και διαδηλώναμε στην πέμπτη λεοφόρο στη Νέα Υόρκη. Ήταν η χρονιά που ζήτησα εργασία στο μεταφραστικό τμήμα του Δικαστηρίου στη Νέα Υερσέη. Έδωσα τις απαιτούμενες Ακαδημαϊκές εξετάσεις, πέτυχα σε όλες και απέμενε η συνέντευξη (το γνωστό Ίντερβιού) με τον προσωπάρχη πολύ καθοριστική. Μέ ρώτησε πολλά και διάφορα και αιφνιδιαστικά μού είπε <<Συμφωνείς με τις ύβρεις πού εξαπολύει για τους Αμερικανούς η Μελίνα Μερκούρη>>? Πάγωσα γιατί παιζόταν η πρόσληψή μου. Με σθένος όμως του απήντησα <<συμφωνώ και επαυξάνω>>. Σηκώθηκε όρθιος και με θερμή χειραψία μου ανακοίνωσε <<Προσλαμβάνεσαι>>. Το 1994 ήλθε στο Αργοστόλι για τα εγκαίνια του Θεάτρου μας και είχα τη χαρά να τη φιλοξενούμε στο Ιόνιαν Πλάζα όπου ήμουν προϊσταμένη Υποδοχής. Ήταν τότε βεβαρυμένη η υγεία της πολύ .Έμεινε κοντά μας  μιά εβδομάδα και  κατέβαινε στη ρεσεψιόν για τον απογευματινό της καφέ τον οποίον δεν ήθελε στο δωμάτιό της αλλά στο σαλόνι  γιά να κουβεντιάζει μαζί μου. Ήμουν τότε κοινοτική σύμβουλος στα Φαρακλάτα επί προεδρίας Κώστα Καλογηράτου. Της μίλησα για ένα σχολείο που στάθηκε όρθιο στο σεισμό του 1953. Ένα υπέροχο νεοκλασικό που θέλαμε να γίνει πολιτιστικό κέντρο αλλά δεν υπήρχαν χρήματα. <<Τίποτα δεν γίνεται χωρίς καλή μελέτη>> μου είπε. Εμείς είχαμε κάνει μιά θαυμάσια μελέτη που κόστισε τότε οκτακόσιες χιλιάδες δραχμές. <<Να μου τη φέρεις να την πάρω μαζί μου>> μου είπε. << Έχεις το λόγο μου θα την προωθήσω αμέσως και θα πάρετε επιδότηση>>. Ο άνδρας της τηλεφώναγε κάθε μέρα και πριν τον συνδέσω μαζί της με ρώταγε πώς τη βλέπω. Την ημέρα που με αποχαιρέτησε της είπα ότι θα εγκαινιάσει και το δικό μας πολιτιστικό κέντρο. Και μου απάντησε <<Όχι Καλή μου. Φεύγω αμέσως για Αμερική επειδή επιμένει ο Τζούλη μου. Θα επιστρέψω όμως στην Ελλάδα όχι με τους επιβάτες αλλά με τις αποσκευές. Είμαι όμως ευτυχισμένη που τελευταία πράξη μου ως Υπουργός Πολιτισμού και κυρίως ως καλιτέχνιδα, είναι τα εγκαίνια ενός υπέροχου Θεάτρου σε ένα υπέροχο νησί>>. Πράγματι επαληθεύτηκε η προφητεία της. Με πολύ γοργούς ρυθμούς μας δόθηκε η επιδότηση και το όμορφο  αυτό διατηρητέο έγινε το πολιτιστικό μας κέντρο. Θα τη θυμάμαι πάντα. Μονίμως όμως με το τσιγάρο της άσβεστο. Ήταν  τό πάθος της δυστυχώς.