Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

Τη χρονιά που δεν γεννήθηκε ο Χριστός


Εκείνη τη χρονιά όταν επέστρεφα από τη δουλειά μου με κέφι καταπιανόμουνα με τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα και τις δίπλες. Την παραμονή θα έρχονταν από την ορεινή Νέα Υόρκη με τρένο οι Γονείς μου να γιορτάσουν μαζί μας. Σιγοτραγουδώντας έπλαθα τα καλούδια μου  και σε τακτά διαστήματα μέσα από την κοιλιά μου με αιφνιδίαζε ευχάριστα με τις κλωτσιές του ο γυιός μου. Ήμουν στον έκτο μήνα και πανευτυχής.  Και ξαφνικά την Παραμονή της Μεγάλης Μέρας σταμάτησε να κλωτσάει και το στήθος μου μαλάκωσε και έπαψε να πονάει. Τρελή από αγωνία συνάντησα το γιατρό μου στο νοσοκομείο για να με πληροφορήσει ότι ο γυιός μου είχε πεθάνει. Μετά από πολύωρο βασανιστικό τεχνιτό τοκετό το πρωί ήλθε στο κόσμο το παιδί μου. Δέν άκουσα όμως το δυνατό και απαιτητικό κλάμα του. Οι Γονείς μου με βρήκαν στο νοσοκομείο καταπονημένη στο σώμα και με την ψυχή μου κοματιασμένη. Ο Γιώργος μάταια πάλευε να με παρηγορήσει με την απέραντη αγάπη του. Λίγες μέρες μετά επέστρεψα σπίτι μας με άδεια αγκαλιά και την προειδοποίηση από το γιατρό μου ότι πιθανόν όλες μου οι εγκυμοσύνες να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα από μια ανατομικη παραξενιά στη μήτρα μου. << σε συμβουλεύω να αποφύγεις άλλη εγκυμοσύνη>> μου είπε ο γιατρός μου. Δεν τον άκουσα όμως γιατί πάντα ήλπιζα ότι ίσως καταφέρω να πιάσω βιώσιμο μήνα.  Προσπάθησα συνολικά πέντε φορές αλλά ο γιατρός μου είχε δίκιο. Δεν παραπονιέμαι. Υπάρχουν υπέροχα ανήψια στη ζωή μας και από τη δική μου οικογένεια και από του Γιώργου. Αγαπώ γενικά όλου του κόσμου τα παιδιά και με αγαπούν και εκείνα. Συχνά φίλοι μου έλεγαν γιατί όχι ένα υιοθετημένο παιδί? Δεν ήθελα απλά ένα παιδί. Ήθελα μόνο το παιδί του Έρωτα. Το παιδί του Γιώργου. Ποτέ υποκατάστατο. Είμαστε παντρεμένοι 47 χρόνια όχι από συμβιβασμό χάριν παιδιών αλλά από επιλογή μας. Το θεωρώ ξεχωριστή ευλογία αυτό. Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε . Εξακολουθώ να φτιάχνω τα καλούδια μου μα τις κλωτσιές του γυιού μου δεν τις ακούω στην κοιλιά μου. Είναι μαχαιριές που τρυπούν την καρδιά μου. Ποτέ δεν θα τον ξεχάσω. Τη μέρα που τόν έχασα το ημερολόγιο έγραφε 25 Δεκεμβρίου 1974. .Ο δικός μου Χριστός γεννήθηκε νεκρός

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

The Law is the Law

Η ποινή πού επεβλήθη στην άτυχη καθαρίστρια (νόμιμη ίσως αλλά παράλογα απάνθρωπη) με γύρισε χρόνια πίσω σε μιά προσωπική μου εμπειρία σχετική με το Νόμο. Το 1995 μήνα Αύγουστο ένα τηλεφώνημα στις πέντε τα χαράματα μέ ενημέρωσε ότι η αγαπημένη μου αδελφή Τασούλα, σκοτώθηκε σε τροχαίο. (Virginia U.S.A.). Με την ογδονταπεντάχρονη μάνα μου φύγαμε αμέσως για την κηδεία της. Φέραμε και οι δύο Αμερικάνικο Διαβατήριο. Μέσα στο σπαραγμό μας δεν σκέφθηκα να ελέγξω άν είναι σε ισχύ. Στο αεροδρόμιο Κένεντυ στη Νέα Υόρκη ο υπάλληλος ελεγχου μας πληροφόρησε ότι της μάνας μου το διαβατήριο είχε λήξει πριν από δέκα μέρες. <<Δεν μπορεί να εισέλθει στη χώρα>> μού είπε. Επικαλέσθηκα το λόγο του ταξιδιού μας, του έδωσα το γραφείο τελετών που κρατούσε την αδελφή μου, για να διασταυρώσει την αλήθεια μας, του έδειξα τη μάνα μου που έκλαιγε σπαραχτικά και του είπα <<Δεν μας λυπάσαι>>? <<Σας λυπάμαι αλλά THE LAW IS THE LAW and nothing i can do about it>> μου απαντησε. (Ο Νόμος είναι νόμος και τίποτα δεν μπορώ να κάνω επ΄αυτού). Εσύ θα πάς στην κηδεία της αδελφής σου τη μητέρα σου θα την φιλοξενίσουμε στο Αεροδρόμιο και όταν τελειώσεις με την αδελφή σου θα την πάρεις να επιστρέψετε στην Ελλάδα>>.Καταλαβαίνετε τι επεκράτησε. Σε κατάσταση τρέλας εγώ ,ανέβηκα πάνω στον πάγκο του και φώναζα στούς πολυάριθμους επιβάτες. <<Σας παρακαλώ σταματήστε και ακούστε με>> Πάγωσαν όλοι και όταν με άκουσαν  πλησίασαν τον υπάλληλο με υψωμένες γροθιές> Οι 'ανδρες της ασφάλειας ήλθαν κοντά έτοιμοι να δείρουν. Μπροστά στη μάνα μου πού στα κατάμαυρα έκλαιγε γοερά έκαναν πίσω. Οι επιβάτες φώναζαν <<Αφήστε τη μάνα να πάει να ενταφιάσει το παιδί της. Κρατείστε κάποιους από εμάς ομήρους για εγγύηση>>. Έτσι λύγισαν και μας επέτρεψαν την είσοδο σε μιά χώρα στην οποία είχαμε ζήσει είκοσι χρόνια. Και όλα αυτά εν ονόματι του Νόμου πού είναι Νόμος.  Παντου όμως πρέπει να υπάρχει ανθρωπιά χάριν της οποίας κάνουμε έστω και καταπάτηση του Νόμου.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

Αποδημητικά Πουλιά

Έφυγε και ο Οκτώβρης και μαζί του έφυγαν συγγενείς και φίλοι για τίς μακρινές Πατρίδες που η ανάγκη της επιβίωσης τούς έταξε να ζούν. Κάθε καλοκαίρι πού τούς έχω κοντά μου χαίρομαι και ζωντανεύω. Όταν όμως μού φεύγει και ο τελευταίος σαν τα αποδημητικά πουλιά, μελαγχολώ. Αρνούμαι να τους πώ αντίο και τη μέρα πού φεύγουν κρύβομαι. Το ξέρουν και δεν με ψάχνουν. Ευτυχώς σήμερα υπάρχει διαδύχτιο τηλέφωνα,  και μπορούμε να κρατάμε τις εικόνες αγαπημένων προσώπων. Την εποχή που έφυγε ο πρώτος μετανάστης της δικής μου οικογένειας ο αγαπημένος μου εκ μητρός Νόνος (μιλάμε για το 1919) ο χωρισμός ήταν ωδυνηρός όσο και ο θάνατος. Ένα γράμμα που έκανε τουλάχιστον ένα μήνα να φτάσει στην οικογένειά του. Είχα την ευτυχία να γνωρίσω το νόνο και τη νόνα μου όταν το 1964 μετανάστευσα και εγώ στην Αμερική. Ποτέ δεν γύρισαν πίσω και γιά μένα αυτό ήταν ακατανόητο. Μαύρη πέτρα έριξαν φεύγοντας. Εγώ όμως κατάφερα πές πές να πείσω το νόνο μου να τον συντροφέψω σε ένα ταξίδι στην Πατρίδα άν μη τι άλλο να ανάψει ένα κερί στον τάφο των Γονιών του. Περίμενε πώς και πώς να τελειώσει το Σχολικό μου Έτος και καμάρωνε σε φίλους και γνωστούς πώς η 15χρονη εγγονή του θα τον συνοδέψει στην Ελλάδα. Δυστυχώς όμως ένα εμφραγμα του έκοψε το νήμα της Ζωής και της επιστροφής στην Πατρίδα. Έφυγε πανευτυχής με εισητήρια στην τσέπη και διαβατήριο ανανεωμένο. Παρόλο που μπορούσαμε να εξαργυρώσουμε τα εισητήριά μας λόγω θανάτου, μόνο το δικό μου ακύρωσα. Του γλυκού μου Νόνου το έβαλα στην τσέπη του. Ελπίζω να κανόνισε με το Μεγαλοδύναμο μιά θέση που να βλέπει το Νησί του και εμένα την εγγονή του που γύρισα πίσω και πηγαίνω συχνά στο ερειπωμένο από το σεισμό του 1953 σπίτι του. Εκεί στο σπιτι του γεννήθηκε και η λατρεμμένη μου μάνα.

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Απόλυτη ευτυχία

Ένα νιόπαντρο ζευγάρι από το Τσακαρισιάνο ήλθαν μετανάστες στη Νέα Υερσέη στη δική μας γειτονιά. Η κοπέλα ήταν ήδη έγγυος. Δέν γνώριζαν κανέναν και φυσικά λέξη Αγγλικά. Εκείνος στρώθηκε αμέσως στη δουλειά (λάτζα που αλλού για αρχή). Την πήγαινα στο δικό μου γιατρό και έκανα τον διερμηνέα τους. Νεαρές και οι δυό, Κεφαλονίτισες και οι δυό γίναμε φίλες γρήγορα. Ενοείται στη γέννα της ήμουν δίπλα της. Μιά γέννα τρομακτική με την ίδια να μη δέχεται με τίποτα καισαρική τομή γιατί ήθελε να κάμει λέει πολλά παιδιά. Επί πλέον ο Αποστόλης (σύζυγος) απών στον τοκετό γιά να μή χάσει μεροκάματο, θα τη σκότωνε λέει, αν έκανε καισαρική. Πιθανόν ο συγκεκριμένος να το ενοούσε. Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι τον μίσησα από τότε. Αφού λοιπόν παράδειρε πολλές ώρες κατάφερε να γεννήσει την κόρη της. Λίγες ώρες μετά έκαμε κατακλυσμιαία αιμοραγία και μου τηλεφώνησε ο γιατρός να πάω στο νοσοκομείο. Άφησα έξαλη τη δουλειά μου και τη βρήκα σε κατάσταση ένα βημα πριν τον τάφο. Ήλθε και ο συζυγάτορας ο οποίος είχε και μούτρα γιατί του έκαμε κόρη και την αποχαιρέτησα το βράδυ με τη βεβαιότητα ότι δεν θα την ξαναδώ ζωντανή. Ο γιατρός μου είπε<< οι πιθανότητες να ζήσει είναι πλέον στο χέρι του Θεού όχι στην επιστήμη>>. Πέρασα τη νύχτα ξάγρυπνη. Έδωσα το παρόν στη δουλειά μου για δύο ώρες και έφυγα για το νοσοκομείο αφού είχα τάξει για τη φίλη μου  λαγούς με πετραχήλια στην Παναγία. Μπήκα τρέμοντας στο μοναχικό δωμάτιο που την είχαν και τη βρήκα να θηλάζει για πρώτη φορά το μωρό της.  Ήταν ότι ωραιώτερο είδα ποτέ στη ζωή μου. Ένοιωσα απέραντη ευτυχία σαν να ήταν δικό μου παιδί. Το βάφτισα και το ονόμασα Αννέτα. Να σας πώ ότι έκαμε συνολικά έξι παιδιά όλα κορίτσια. Καλά του έκαμε του γρουσούζη. Ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι αυτός ευθύνεται για το φύλλο του παιδιού. Κάθε φορά που του το έλεγα μου έκοβε την καλημέρα για μήνες παρ'ολο που με αγαπούσε. Εγώ πάλι όχι και τόσο γιά  να πώ την αμαρτία μου. Δεν τον χώνεψα ποτέ.

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Αξέχαστο ταξίδι

Δύο αδελφές της νόνας μου, η Σπυριδούλα και η Μαρία, νεαρές έφηβες έγιναν νοσοκόμες στο Βαλιάνειο Νοσοκομείο  Αργοστολίου.  Τη Σπυριδούλα την ερωτεύτηκε παράφορα ένας Αθηναίος με καταγωγή από Ληξούρι ένα καλοκαίρι διακοπών πού αρρώστησε, και εκείνη ήταν η νοσοκόμα του. Την παντρεύτηκε και τον ακολούθησε στην Αθήνα. Ονομαζόταν Γιώργος Δανάλης και είχε τεράστια περιουσία , αμπέλια σταφίδας και κτήματα πολλά στην τοποθεσία Λογγός. Στρατιωτικός καριέρας χάρισε μιά παραμυθένια ζωή στη μικρή νοσοκόμα. Αμέσως την ακολούθησε στην Αθήνα και η Μαρία  τόσο όμορφη που την φώναζαν Γκρέτα Γκάρμπο. Την παντρεύτηκε και αυτή τραπεζίτης και πέθαναν και οι δύο 98 χρονών. Η μάνα μου μάζευε τις ελιές στα κτήματά τους και κάθε Φθινόπωρο πήγαινε στην Αθήνα τέσσαρους τενεκέδες λάδι στις αγαπημένες θείες. Με έπαιρνε μαζί της πάντα. Δύσκολα τότε τα ταξίδια. Τό  καράβι  έφευγε από το Αργοστόλι  και έφθανε στον Πειραιά το επόμενο πρωϊ. Στο κατάστρωμα λοιπόν του <<Κωστάκης Τόγιας>> ξενυχτάγαμε. Πού λεφτά για καμπίνα. Παρά πέρα κότες πεσκιέσια, κατσικάκια και κουβέρτες κατάχαμα. Σε ένα από τα ταξίδια μας που δεν ξεχνώ ποτέ (ήμουν μόλις 5 χρονών) ανέβηκε με συνοδεία χωροφυλάκων και με χειροπέδες ένα αμούστακο παληκαράκι κατά ομολογία δολοφόνος και κάθησαν κοντά μας. Ξέραμε όλοι ότι άλλος της οικογένειας έκαμε το φονικό και το φόρτωσαν στο δεκαπεντάχρονο αγόρι που λόγω ηλικίας θα είχε μικρή ποινή. Κίτρινο σαν λεμόνι και αδύνατο , περνώντας το θρυλικό Σχοινάρι άρχισε ξα ξερνάει και δεμένο με χειροπέδες γέμιζε τα ρούχα του εμετό και πνιγόταν. Η μάνα μου δεν άντεχε να το βλέπει να βασανίζεται και παρακαλούσε τους δεσμότες του να του βγάλουν τις χειροπέδες. <<Που θα πάει να φύγει? Θα πέσει στη θάλασσα?>> τούς έλεγε. Η μάνα μου ήταν καλονή. Από τις γυναίκες που δύσκολα αφήνουν ασυγκίνητους τούς άνδρες. Της έκαμαν το χατήρι και τον απελευθέρωσαν. Θυμάμαι που έγυρε το κεφάλι του στη ποδιά της μάνας μου και εκείνη του χάϊδευε τα σγουρά σαν δαχτυλίδι μαλιά του. <<Κάνε κουράγιο παιδάκι μου >> του έλεγε. <<Στις αγροτικές φυλακές που σε πάνε θα περάσουν γρήγορα τα χρόνια. Τα δεκαέξι θα γίνουν οχτώ. Να είσαι καλός και θα γυρίσεις σπίτι σου>>. Γαλήνεψε και αποκοιμήθηκε στην ποδιά της. Πέρασαν τά χρόνια εμείς ξενιτευτήκαμε και όταν οι γονείς μου μαζί μας επέστρεψαν στην Κεφαλονιά, το αγόρι αυτό οικογενιάρχης πλέον ήλθε στο σπίτι μας και έπεσε στην αγκαλιά της μάνας μου και της φιλούσε τα χέρια. Μάνα την είπε. Τι στιγμές ανεπανάληπτες!!!. Για λόγους ευνόητους δεν λέω ούτε όνομα ούτε χωριό γιατί υπάρχουν παιδιά του και εγγόνια του στη ζωή. Σημάδεψε αυτό το ταξίδι την ψυχή μου και δεν το ξεχνώ ποτέ.

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Συνέχεια του ζεύγους Έρωτα

Η μάμα Ελένη κανόνιζε τα του νοικοκυριού της. Μαγείρευε μόνο η ίδια και ο πάπ Παντελής από τις Οινούσσες, Κυριακή, γιορτή και σκόλη, έπλενε τα πιάτα και τις κατσαρόλες, ενώ εκείνη και εγώ απολαμβάναμε τον καφέ μας. Πολύ με στεναχωρούσε αυτό και την παρακαλούσα να πλύνω εγώ τα πιάτα αλλά ήταν ανένδοτη. <<Θα μου τον κακομάθεις εσύ επειδή ο πατέρας σου δεν πλένει τα δικά σας? Για κάνε μου τη χάρη>>.  Πάλευε ο πάπ στο νεροχύτη και όταν τέλειωνε ανακουφισμένος έβγαζε δύο συνεχόμενους δικούς του ήχους που ήταν πιστό αντίγραφο του νιαουρίσματος  του γάτου τους πού τού έκανε παρέα όσο έπλενε. Δύο μεγαλόπρεπα Νιάουουου ο πάπ και αμέσως μετά άλλα δύο ο Λεωνίδας ο γάτος. Μας δήλωναν έτσι ότι έκαμαν το καθήκον τους. Ο εκ μητρός παππούς μου ο γλυκός μου Νόνος ερχόταν συχνά να μας δεί από την Ορεινή Νέα Υόρκη και έκανε παρέα με τον πάπ. Φυσικά άκουγε το νιαούρησμα και σε κάποιο από τα ταξίδια του τούς έστειλε μιά ευχαριστήρια κάρτα που τον περιποιήθηκαν. Πειραχτήριο και με τρομερό χιούμορ ο νόνος διάλεξε   μιά  κάρτα μέ ένα πανέμορφο φουντωτό  γάτο και έγραφε ένα τεράστιο διπλό  ΝΙΑΟΥ-ΝΙΑΟΥ. Ενθουσιάστηκε ο αγαθός Παντελής Έρωτας και χαμπάρι δεν πήρε για το υπονοούμενο του νόνου μου. Ελπίζω να νιαουρίζουν παρέα αλλά χωρίς να πλένει πιάτα ο πάπ.

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Θα σας θυμάμαι πάντα

Νεαρή έφηβη, πάτησα το Αμερικάνικο έδαφος στο αεροδρόμιο Πάτρικ Χένρυ στο New Port News Virginia. Με περίμεναν οι Γονείς μου και το ζευγάρι της φωτογραφίας. Στην 27η οδό στο νούμερο 105 βρισκόταν πλέον το σπίτι μου. Στό κέντρο της πόλης, πολύ κοντά στο λιμάνι. Ένα παλιό κτηριο Βικτωριανό ψηλοτάβανο ευρύχωρο μα σίγουρα γέρικο. Τριόροφο εμείς στον τρίτο και το ζευγάρι στο δεύτερο ακριβώς κάτω από εμάς. Ο κύριος Παντελής και η κυρία Ελένη με το υπέροχο επίθετο ΕΡΩΤΑΣ. Από τις Οινούσες της Χίου ο Παντελής και από Ρώσικη ρίζα η Ελένη. Εκείνος γλυκύτατος αγαθός εκείνη πανέξυπνη πληθωρική και πάντα χαμογελαστή. Με αγάπησαν από τη πρώτη στιγμή και τους λάτρεψα και εγώ. Πάπ και Μάμ για μένα. Έτσι ήθελαν να τους αποκαλώ. Ώσπου να κατανοήσω τη γλώσσα, η μάμ Ελένη με βοήθαγε στα μαθήματά μου και στην προσαρμογή μου στην ξένη χώρα. Είχε το γενικό κουμάντο στα οικονομικά τους και παραχωρούσε στον άνδρα της ένα ελάχιστο ποσόν για την  εφημερίδα του   και για τρία πούρα ημερησίως. Πίσω στη Χίο ο Παντελής είχε δύο αδελφές την Ιορδάνα και την Βιργινία που και οι   δύο ήταν χήρες. Για να τις βοηθάει κρυφά  από τη γυναίκα του,  δεν αγόραζε τα πούρα του για να συγκεντρώνει μικροποσά για τις αδελφές του. Ο πατέρας μου τον κέρναγε συχνά πούρα. Πονηρή όμως η μάμ Ελένη, που καπάκιζε λίγα Ελληνικά αλλά δεν διάβαζε ούτε έγραφε μου λέει μια μέρα <<Εγώ σε βοηθάω στα μαθήματά σου και εσύ θα μου διαβάζεις τι γράφουν στον Παντελή οι αδελφές του. Είμαι σίγουρη πώς τους στέλνει λεφτά. Να βγούνε να δουλέψουνε οι κουραδομηχανές>>. ΄Ετσι αποκαλούσε όλες τις άνεργες Ελληνίδες. <<Δεν μπορώ να το κάνω αυτό>> της είπα.<<Μπορείς όμως να πάς στο Ελληνικό Σχολείο και να μάθεις καλά τα Ελληνικά>>. Πράγματι γράφτηκε στην πρώτη Δημοτικού και τέλειωσε κανονικά και την έκτη. Το πρώτο γράμμα που διάβασε από την Ιορδάνα έγραφε <<Σε ευχαριστώ αδελφέ μου για το τσέκι που μού έστειλες>>.Έγινε μέγας χαμός. Φοβάμαι πώς μάλλον του τις έβρεξε του Παντελή. Εδώ να σας πώ ότι είχαν χρήμα με ουρά αλλά η μάμ ήταν τρομερή τσιγκούνα. Στη φωτογραφία έχουν αγκαλιά τα εγγόνια τους και τους φωτογράφησα εγώ στο σπιτι μας το 1964. Ο πάπ έφυγε από τη ζωή σε μεγάλη ηλικία. Η μάμ Ελένη έμεινε μόνη και είχε τραγικό τέλος. Τη λήστεψαν δύο νεαροί Αφροαμερικανοί  , τη βίασαν (ούσα τότε 87 χρονών) και την έπνιξαν με το μαξιλάρι της. Εγώ πλέον παντρεμένη ζούσα στη Νέα Υερσέη αλλά πήγα στην κηδεία της και την έκλαψα σαν μάνα μου. Θα τους θυμάμαι πάντα με αγάπη.