Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ένα αξέχαστο Πάσχα.


Εκείνο του 1954. Διαφορετικό από τα άλλα των παιδικών μου χρόνων μεγαλόπρεπο και για πάντα ζωντανό στη μνήμη μου.
Ήταν στρατός τότε στα Φαρακλάτα για να βοηθήσει στην απομάκρυνση των χαλασμάτων που άφησε ο σεισμός του 1953. Είχαν στρατοπεδεύσει εκεί που σήμερα βρίσκεται το σπίτι του παπά Νικόλα (δασκαλάκη). Ομορφόπαιδα τα φανταράκια  με τον υπέροχο λοχαγό τους ο οποίος ερωτοτροπούσε με τη νεαρή μας δασκάλα την οποία και  παντρεύτηκε .Πολλά  κορίτσια ερωτεύτηκαν τότε τους νεαρούς στρατιώτες μία τέτοια και η αδελφή μου η οποία έφυγε για Αμερική αλλά πάντα θυμόταν με τρυφερότητα το φανταράκι της.  Ανάμεσά τους υπηρετούσαν και μουσικοί. Στήθηκε τρικούβερτο γλέντι με ακορντεόν, φυσαρμόνικες, κιθάρες και βιολιά. Χορός μέχρι τα χαράματα. Μας παρουσίασαν και ένα θεατρικό δρώμενο που κάποιοι ηλικιωμένοι κατουρήθηκαν από τα γέλια. Ακόμα θυμάμαι το όνομα του κωμικού πρωταγωνιστή τον οποίον μας σύστησαν <<και τώρα υποδεχθείτε τον κωμικό μας Γιάννη Ταμβάκη>>. Ειχαν καλέσει όλους τους χωριανούς και πρόσφεραν αρνιά στη σούβλα, κοκορέτσια, κοντοσούβλια, τυριά, αυγά και φάγαμε όλοι του σκασμού και κρασί έρεε άφθονο.  Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την υπέροχη Λαμπρή. Δεν ξέρω αν υπάρχουν στη ζωή πλέον οι φαντάροι αλλά εύχομαι όπου και αν βρίσκονται νάναι καλά.

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Αξέχαστοι γιατροί της Κεφαλονιάς.


Όπως έλεγα στην προηγούμενη ανάρτηση, μια μέρα του σχολικού έτους 1957 επέστρεψα από το σχολείο με υψηλό πυρετό και αφόρητο πονόλαιμο. Η μάνα έστειλε τον πατέρα να φέρει τον πρακτικό μας γιατρό το Νίκο. Μόλις κοίταξε το λαιμό μου είπε. << αμέσως στο Νοσοκομείο. Να μη χάσουμε χρόνο. Έχουμε διφτερίτιδα και μάλιστα καλπάζουσα>>. Ευτυχώς  υπήρχε αυτοκίνητο στο χωριό. Έτρεξε ο πατέρας και έφερε το Γεράσιμο Παπαναστασάτο (μπονικάκη), η μάνα με τύλιξε σε κουβέρτες και ολοταχώς στο παιδικό , εκεί που σήμερα στεγάζεται το Κ.Α.Π.Η. Ο πατέρας δεν ήλθε γιατί έπρεπε να φροντίσει τα ζωντανά μας. Το γαϊδαράκο μας το Δημοκράτη, την κατσίκα μας την Καννέλα, τις κότες μας και τη γουρουνίτσα μας την Καλλιρόη που ήταν ώρα--΄ωρα  να γεννήσει και ήταν και πρωτάρα. Ο παιδίατρος Ηλιάδης (θυμάμαι το όνομά του ακόμα), μόλις είδε το λαιμό λέει στη βοηθό του Αμαλία Κρούσσου  (χωριανιά μας), << Έλα να δείς τέτοιο λαιμό δεν έχω ξαναδεί>> <<Τρέξε αμέσως για ταξί>> λέει στη μάνα μου. Πανικόβλητη έφυγε και γύρισε με το Κίμωνα το Μαρκεσίνη και με οδήγησαν στο ξύλινο νοσοκομείο στις παράγκες του Δεστούνη. Μας περίμενε ο Διευθυντής Σωκράτης Πανάς και όλοι οι γιατροί σε συναγερμό. Ο μικροβιολόγος Κουρβισιάνος. ο παθολόγος Γιώργος Σιμωτάς, ο χειρουργός Σπύρος Μαρκέτος και μαζί του ο Γιώργος Ιακωβάτος νεαρός τότε ασκούμενος γιατρός. Η μάνα είχε προνοήσει να κρατήσει τον Κίμωνα με το ταξί σε αναμονή ώσπου να μιλήσει με τους γιατρούς. <<Γρήγορα φωνάζανε μη χάσουμε το παιδί>> Εν τω μεταξύ εγώ δεν μπορούσα να πάρω ανάσα και έκανα σαν να έχω τον <<κόρυζα>>. Ειδικός γιατρός ΩΡΥΛΑ δεν υπήρχε στο νοσοκομείο αλλά ούτε και σε ολόκληρο το νησί. Όλοι αυτοί οι γενναίοι λοιπόν γιατροί και μια ομάδα νεαρές νοσοκόμες, βοήθησαν το χειρουργό Σπύρο Μαρκέτο να μου κάνει  τραχειοτομή γιατί βάδιζα ολοταχώς προς το θάνατο. Η μάνα μου ζήτησε από τον Κίμωνα να έλθει στα Φαρακλάτα να φέρει τον πατέρα μου. Του έδωσε ένα σημείωμα που έγραφε <<Σπύρο παράτησέτα όλα και έλα. Το παιδί μας πεθαίνει>>. Όπως βλέπετε έζησα χάρη στο ενδιαφέρον των γιατρών και κυρίως στο δικό μας πρακτικό πού με διέγνωσε σωστά. Νοσηλεύτηκα στην απομόνωση ένα μήνα με ενέσεις που ακόμα μου πονάνε ώσπου να υποχωρήσει εντελώς η μεμβράνη και να κλείσουν την τραχειοτομή. Κανένας από όσους αναφέρω δεν υπάρχει στη ζωή. Ούτε οι γιατροί ούτε οι νοσοκόμες ούτε οι αυτοκινητιστές. Την ανάρτηση την αφιερώνω στη μνήμη τους και στη μνήμη των  Γονιών μου.

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Γιατρός χωρίς σύνορα


Στό χωριό μας Φαρακλάτα) ζούσε ένας θαυμάσιος άνθρωπος ο Νίκος Κοσμάτος  στον οποίον καταφεύγαμε για κάθε μορφής ασθένεια. Κυρίως όμως ήταν αυτός που ξεγεννούσε τις μανάδες μας. Γνωστός σε όλους ως (Νίκος ο μάμμος). Χωρίς διπλώματα και περγαμηνές ήταν ο γιατρός μας που τον ξυπνάγαμε όποιαδήποτε ώρα της νύχτας και ερχόταν αμέσως χωρίς ποτέ να πληρωθεί μια δραχμή. Όταν επρόκειτο για γέννα καθόταν ώρες και βοήθαγε την γυναίκα με τον καλό του λόγο να υποφέρει τούς πόνους της που ήταν αφόρητοι χωρίς κάποιο παυσίπονο. Είχε τέτοιες γνώσεις και θάρρος που όλοι του είχανε απόλυτη εμπιστοσύνη. Άν έβλεπε τοκετό επικίνδυνο για το παιδί ή τη μάνα έλεγε στον σύζυγο <<πρέπει να φέρεις  γιατρό. Δεν αναλαμβάνω την ευθύνη>>. Αυτό ήταν πάντα δυσάρεστο για το φτωχό νοικοκύρη που έπρεπε να κατεβεί στο Αργοστόλι να αγκαζάρει αυτοκίνητο για να φέρει το γιατρό και το αυτοκίνητο να περιμένει όσο χρειαστεί για να  τον πάει πίσω. Για την εποχή δηλαδή δυσβάσταχτο έξοδο. <<Νίκο μου δεν καρτερείς λίγο ακόμα μήπως λευτερωθεί χωρίς να ξοδευτώ>>? ρώταγε. <<Άσε τα λόγια και τρέχα πριν χάσουμε δυο ζωές>> έλεγε ο μάμμος μας. Έτσι ποτέ δεν έχασε μωρό . Για τους πυρετούς μας τις διάρροιες ,τα λαιμά μας, για τραυματισμούς , ακόμη και κατάγματα αυτός έτρεχε αυτός μας γιάτρευε. Οι ιατρικές του γνώσεις δεν είχαν σύνορα. Όταν μεγάλωσα έμαθα ότι νεαρός υπήρξε νοσοκόμος στην Πολυκλινική των αδελφών Αλιβιζάτου στην οδό Πειραιώς στην Ομόνοια. Ιδού λοιπόν η εξήγηση των ικανοτήτων του. Θυμάμαι το 1958 γύρισα από το σχολείο με πυρετό και πονόλαιμο. Πήγε ο πατέρας μου και τον έφερε στο σπίτι. Μόλις με κοίταξε στο λαιμό είπε << αμέσως στο νοσοκομείο το παιδί έχει διφθερίτιδα αν μείνει χωρίς γιατρό δεν θα ξημερωθεί>>. Πράγματι η ζωή μου κρίθηκε στα δευτερόλεπτα αφού αναγκάστηκαν να μου κάνουν τραχειοτομή ώσπου να υποχωρήσει η απαίσια κίτρινη μεμβράνη. Ο αγαπημένος μας Νίκος πέθανε πριν πολλά χρόνια χωρίς να παντρευτεί ποτέ αλλά όλοι εμείς είμαστε παιδιά δικά του αφού βοήθησε να έλθουμε στον κόσμο.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Γιατροσόφια και Βεντούζες


Τα χρόνια που εμείς οι άνω των πενήντα μεγαλώναμε, ήταν δύσκολα , και η καταφυγή στο γιατρό όταν αρρωσταίναμε,  ήταν μια πολυτέλεια που δεν την είχαμε όλοι. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν, αυτοκίνητα στα χωριά μας δεν υπήρχαν και από μόνη της η πρόσβαση στο γιατρό ήταν μέγα θέμα. Για να πάμε στο Αργοστόλι με το γαϊδαράκο μας κάναμε περισσότερο από μια ώρα. Χειμώνας και κρυωμένοι κινδυνεύαμε διαβαίνοντας τον Πόντε όσο και να μας κουκούλωναν να πάθουμε πνευμονία. Επί πλέον δεν υπήρχε και το χρήμα. Έτσι οι μανάδες μας το πάλευαν με δικά τους γιατροσόφια. Βότανα διάφορα, κομπρέσες ζεστές από σινάπι και λιναρόσπορο, εντριβές και πάνω από όλα Βεντούζες. Και ποιός δεν τις ξέρει. Ήταν δύο ειδών βεντούζες. Οι κούφιες η αναιμικές (αναίμακτες δηλαδή) και οι κοφτές που σήμαιναν κανονικό μικροχειρουργείο. Έξι βεντούζες χρειάζονταν για την ιατρική πράξη, ένα πιρούνι,βαμβάκι, οινόπνευμα μπλέ και ένα ξυραφάκι ξυρίσματος. Η μάνα έδενε στο πιρούνι άφθονο βαμβάκι το οποίο βούταγε στο οινόπνευμα έπιανε μία μία τις βεντούζες τις ζέσταινε τόσο που να μην κάνουν έγκαυμα και τις κόλλαγε στην πλάτη μας κατά μήκος των ώμων με προσοχή να μην πλησιάσουν την σπονδυλική μας στήλη. Μία μία που κρύωνε την ξαναζέσταινε στο πιρούνι και συνέχιζε το βιολί για πολλή ώρα. Μπάκα μπούκου κάνανε σε κάθε τράβηγμα και έναν ήχο που θύμιζε τολμηρό φιλί. Αν έκρινε ότι το κρύωμα ήταν βαρύ στο τέλος έπιανε το ξυράφι και έκανε μία τομή αριστερά και μία δεξιά στις ωμοπλάτες και κόλλαγε από μία βεντούζα και τις άφηνε να τραβήξουν αρκετό αίμα. Δεν ήταν εύκολη επέμβαση ούτε για τις μανάδες ούτε για μας τα παιδιά διότι οι ξυραφιά πόναγε και δεν ήθελαν να μας πονέσουν οι μανούλες μας αλλά ήταν ο τρόπος τους να μας γιατρέψουν. Η δική μου δεν με αιφνιδίασε ποτέ. Μου έλεγε ότι πρέπει να μου βγάλει λίγο αίμα για να γίνω καλά. Τα γλυκά της λόγια γεμάτα αγάπη με έπειθαν και της παραδινόμουν άνευ όρων. Όταν τέλειωνε το μακελειό μού έβαζε πάνω στις κοψιές του ξυραφιού ζεστό λάδι του καντηλιού μας με σκέπαζε, με γέμιζε φιλιά και το πρωί ήμουνα καλά. Είμαι σίγουρη πώς περισσότερο από  τα γιατροσόφια της με γιάτρευε η απέραντη αγάπη της. Υπάρχουν κάποιοι που και σήμερα πιστεύουν και επιζητούν τις βεντούζες και πρέπει να έχουν δίκιο γιατί αυτή η υπεραιμία που προκαλούν δεν βλάπτει.  Το επιβεβαιώνει η φωτογραφία που είναι όπως βλέπετε πρόσφατη και  μου την έδωσε η φίλη μου Αναστασία Πολλάτου (μαβρατζου). Δεν ξέρω ποιός είναι ο άρρωστος αλλά θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας από πενήντα και άνω. Η αντανάκλαση της φλόγας μέσα από τη βεντούζα φαίνεται στην πλάτη του. Θυμάμαι που τα αιματώματα που άφηναν στην πλάτη μας όπως ήταν επόμενο, οι μανάδες τα εξηγούσαν ως το σκοτωμένο άρρωστο αίμα που έπρεπε να βγεί. Το κουζουλό που λένε οι Κρητικοί. Μανάδες φτωχές και βασανισμένες μα υπερήφανες και μοναδικές. Είθε να είναι όλες δίπλα στον Μεγαλοδύναμο όπως τούς αρμόζει.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Καρναβάλια άλλων εποχών


Πολλές οι αναμνήσεις από καρναβάλια των παιδικών και νεανικών μας χρόνων.  Τότε που δεν υπήρχε τηλεόραση,  ρεύμα, τηλέφωνο για πολλούς ούτε ραδιόφωνο,  υπήρχε φαντασία και αυτοσχεδιασμός. Ομαδική λοιπόν η προσπάθεια και το αποτέλεσμα καταπληκτικό. Καβαλιέροι και ντάμες πάντα άνδρες . Χοροί  στην μέση του δρόμου και οργανοπαίκτες αυτοδίδακτοι με μεράκι και καμάρι έπαιζαν ατέλειωτες ώρες χωρίς αμοιβή. Εμείς στα Φαρακλάτα χορεύαμε κάτω στην κολώνα στο δρόμο. Ο Σπύρος Βαρδαραμάτος παππούς του Σπύρου Κοσμάτου (Ντορεμί) με το βιολί του πρώτος και καλύτερος. Αναστάσης Σιμάτος επι πολλά χρόνια Κοινοτάρχης επίσης βιολί. Πολλάτος Νικόλας (τσάκαλος που πλησιάζει τα εκατό του) ακορντεόν και ο Μάκης Πολλάκης κιθάρα. Η οργανοπαίχτες μας έδιναν κέφι για τρικούβερτα γλέντια. Όλοι παρόντες νέοι, νέες και παιδιά αλλά και γονεις και παππούδες. Κάτω από τις μάσκες αλλά και χωρίς αυτές παιζόταν το αιώνιο ερωτικό παιχνίδι. Άλλωστε αυτό ήταν και το κίνητρο για χορούς και μασκαράτες.  Παντομίμες πειράγματα και ότι βάζει ανθρώπινος νούς χωρίς καμιά παρεξήγηση. Η φτώχεια θέλει καλοπέραση και μια χαρά τα καταφέρναμε. Πολλά από τα πρόσωπα της φωτογραφίας δεν ζουν αλλά υπάρχουν ζωντανοί στην καρδιά και στη μνήμη μας.

Στη Νόνα μου Ματίλδη.


Σαν έφηβη ἐζησα και το δράμα του πολέμου στο Βιετνάμ. Πολλές νεαρές συμμαθήτριές μου μόλις έκλειναν τα δεκαέξι τους αρραβωνιάζονταν με νεαρά αγόρια και με το που τέλειωναν το Λύκειο παντρεύονταν αμέσως. Όλα αυτά τα αγόρια τα περισσότερα πεζοναύτες εστέλνοντο στο Βιετνάμ. Σπαραγμός για τα κορίτσια τους που ήταν απαρηγόρητα. Και φυσικά πολλοί άλλοι οικογενειάρχες έφευγαν για μιά χώρα τελείως άγνωστη και σε έναν πόλεμο καθόλου δημοφιλή και χωρίς να καταλαβαίνουν και οι στρατευμένοι αλλά και ο Αμερικανικός Λαός για ποιό λόγο πολεμούν. Ανάμεσά τους στρατεύθηκαν και πολλά παιδιά  Ελλήνων μεταναστών. Οι περισσότεροι στρατευμένοι  γὐρισαν πίσω σε φέρετρα τυλιγμένα με την Αστερόεσσα. Κάποιοι άλλοι σε αναπηρικά καρότσια, οι πιό τυχεροί με πατερίτσες και ελάχιστοι αρτιμελείς. Ένας μεγάλος αριθμός με τεράστια ψυχολογικά προβλήματα και αρκετοι  βρήκαν τις οικογένειές τους διαλυμένες αφού κάποιες  νεαρές  γυναίκες δεν άντεξαν στην αγωνία  τού πολέμου και στην απουσία του αγαπημένου τους και δημιούργησαν νέες σχέσεις. Χρόνια εμαίνετο αυτός ο πόλεμος και οι βετεράνοι επιστρέφοντας δεν έτυχαν τις καλύτερης υποδοχής από το Λαό ούτε των καλύτερων προνομίων από τη Χώρα τους. Πολλοί αυτοκτόνησαν η κλείστηκαν σε ψυχιατρεία χωρίς να καταφέρουν ποτέ να πετάξουν από τη φωλιά του κούκκου.  Και ο μετά τον Κέννεντυ Πρόεδρος Τζόνσον κράτησε τον πόλεμο για πολλά χρόνια. Μιά πολεμική εμπλοκή που κόστισε τόσες ζωές ούτε κάν Υπέρ Πατρίδος αλλά μάλλον για συμφέροντα κάποιων. Ένας πρώτος μου εξάδελφος εθελοντής πολλά χρόνια πεζοναύτης του οποίου η μάνα ήταν αδελφή της μάνας μου και ο πατέρας του από τα Μονοπωλάτα  (Ευαγγελάτος) ήταν από τους τυχερούς που γύρισαν ζωντανοί. Θυμάμαι η νόνα μας που αγωνιούσε για εκείνον έβριζε τον Πρόεδρο Τζόνσον με τα φτωχά της ελάχιστα Αγγλικά με έναν δικό της τρόπο. << Γιά όλα φταίει ο Αντίχρηστος ο παλιάνθρωπος ο πρόεδρος Τζοσός που κακιά Λαμπρή νάχει>>.  Αυτό μου έλεγε συνέχεια και με αυτό κλείνω αφιερωμένο στη μνήμη της.

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Σεισμός 1953



Πρίν από το σεισμό της Τετάρτης 12ης Αυγούστου 1953, είχαν προηγηθεί άλλοι σεισμοί αρκετά μεγάλης έντασης. Ήμουν εφτά χρονών και θυμάμαι τα πάντα σαν να έγιναν χθές. Ο πρώτος 9η Αυγούστου μας βρήκε στην Κυριακάτικη λειτουργία στην Ευαγγελίστρια ώρα δέκα και μισή περίπου. Ο ιερέας της φωτογραφίας ο αλησμόνητος Παππά Διονύσης Κωνσταντάκης, βγήκε στη μεσαία πύλη του ιερού και προσπαθούσε να μας ηρεμήσει. <<Μη τρέχετε στις εξόδους. Μείνετε μέσα στην εκκλησία και προσευχηθείτε. Ο Θεός είναι μαζί μας>> μας έλεγε. Μέσα στο ιερό τον βοηθούσε ο Νικόλας Παπαναστασάτος παιδί δεκαπεντάχρονο τότε (το σκοληταρούδι του) και μετέπειτα Παππά Νικόλας (Δασκαλάκης). Τον κάλεσε να πάει κοντά του και μόλις έφυγε από την καρέκλα του  μια τεράστια πέτρα έπεσε ακριβώς εκεί που καθότανε και σίγουρα θα το σκότωνε το παιδί.  Ο παππά Διονύσης Κωνσταντάκης ήταν ένας σπάνιος ιερέας όχι μόνο γιατί έψαλλε συγκλονιστικά αλλά κυρίως για το ήθος του. Η φωτογραφία που βλέπετε βγήκε το 1938. Δίπλα του ο εγγονός του Διονύσης που τον ακολουθούσε  παντού και το παρατσούκλι του παραμένει (παπαδάγκονας). Εγγόνι παππά δηλαδή. Πρέπει να σας πώ ότι ο παππά Διονύσης της φωτογραφίας είναι προππάπος του Άγγελου Κωνσταντάκη (προέδρου της ΤΕΔΗΚΕ) και το παιδί δίπλα στον παππά ο πατέρας του Άγγελου Διονύσης Κωνσταντάκης που είναι από τους καλύτερους ιεροψάλτες.