Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Στον πηγαιμό για την Ιθάκη

Με κίνδυνο να γίνω βαρετή επιστρέφοντας ξανά στην περιπέτεια του 1974 θεωρώ ότι σας οφείλω το κλείσιμο αυτής της ιστορίας. Θα είμαι όσο γίνεται πιο σύντομη.
Μπήκαμε λοιπόν στο Φέρρυ για Κεφαλονιά τα μεσάνυχτα. Βολευτήκαμε σε μια γωνιά έξω και καθίσαμε κατάχαμα ξεθεωμένοι στην κούραση. Με το που είπαμε Δόξα τω Θεώ μας φωνάζουν να αποβιβαστούμε γιατι το καράβι επιτάχθηκε για Ηγουμενίτσα. Νάμαστε πάλι στη στεριά με τις ώρες να λήγουν πλέον για την παρουσίαση του Γιώργου. Ψάχνοντας για ξενοδοχείο περνάμε έξω από ένα κτήριο που έγραφε Ακτοφυλακή  Δυτικής Ελλάδας. <<Δεν θα μπορούσες να παρουσιαστείς εδώ?>> λέω στο Γιώργο. <<Να έχεις τουλάχιστον ένα χαρτί ότι δεν κρύβεσαι>>. Δεν ενθουσιάστηκε με την πρότασή μου αλλά τον κατάφερα να μπούμε. Μια τεράστια σειρά από νεαρά ναυτάκια μπροστά από μας. Όταν φτάσαμε μπροστά στον αρμόδιο με πολλά σειρίτια στους ώμους του με το που υψώνει βλέμμα πάνω μας ακούμε το εξής απίστευτο. <<Ρε Πολλάτε τι ζητάς εσύ εδώ>>? Πώς  να περιγράψει κανείς τέτοιες καταστάσεις. Ο συγκεκριμένος ήταν οπλονόμος στο καράβι που ο Γιώργος υπηρέτησε τη θητεία του στο Ναυτικό και τον αναγνώρισε μετά από τόσα χρόνια και  θυμόταν και το όνομά του. Του έδωσε την βεβαίωση ότι παρουσιάστηκε και τον πληροφόρησε ότι παραμένει στο Ναυτικό και δεν παραπέμφθηκε στο στρατό ξηράς όπως λογικά γινόταν και αυτό απεμάκρυνε το ενδεχόμενο στράτευσής του προς το παρόν. Μας έδωσε μετά δωρεάν διαμονή στο ξενοδοχείο Αστήρ αφού θα φεύγαμε την επομένη για το νησί. Θυμάμαι πόσο ευτυχισμένη ένοιωσα απλά και μόνο για ένα μπάνιο και ένα άνετο κρεβάτι μετά από τόση κούραση. Με το που πέσαμε για ύπνο ακούμε από τα μεγάφωνα ότι το Φέρρυ θα φύγει τελικά για Κεφαλονιά. Ήταν ώρα δύο μετά τα μεσάνυχτα. <<Σήκω>> μου λέει ο Γιώργος. <<Φεύγουμε>>. Δεν τρελάθηκα από τη χαρά μου αλλά δεν μου έπεφτε και λόγος. Νάμαστε πάλι στο καράβι  κουρασμένοι και νηστικοί. Τέλος πάντων ξεκίνησε<<  ο πηγαιμός για την Ιθάκη>> και στα μισά του πελάγους αρχίζει μια φουρτούνα απρόβλεπτη για μήνα Ιούλιο με άνεμο οκτώ μποφόρ. Είπα πως δεν θα φτάσουμε ζωντανοί. Ένα καλοκαίρι που όσο η μνήμη μου λειτουργεί δεν θα το ξεχάσω ποτέ και χαίρομαι που το μοιράστηκα μαζί σας και ας σας κούρασα.

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Αγώνας Δρόμου


Αρχίσαμε λοιπόν αγώνα δρόμου για να παρουσιαστεί ο Γιώργος μέσα στα προβλεπόμενα χρονικά όρια γιατί με χούντα στην εξουσία δεν ξέραμε τι μας περίμενε αν παραβιάζαμε την προθεσμία. Πρώτη προσπάθεια στο ΚΤΕΛ στον Κηφισό δεν έφερε αποτέλεσμα γιατί τα οχήματα παντός είδους τα είχαν επιτάξει. Τρέχοντας με ταξί πήγαμε στον σταθμό Λαρίσης αλλά και εκεί δεν υπήρχε μέσον διαθέσιμο. Γυρίσαμε στην Ομόνοια και πήραμε ταξί έξω από του Μπακάκου το φαρμακείο για να μας πάει στην Πάτρα. Με χαρά αλλά και συγκίνηση γνωρίσαμε τον ταξιτζή ο οποίος ήταν από το χωριό μας (Φαρακλάτα).
Άγγελος Κοσμάτος (κοστελέτος) πατέρας του Σπύρου (της σχολής ντο ρε μι) . Περάσαμε από το σπίτι του πρώτα για να ενημερώσει τη γυναίκα του Ιωάννα το γένος Βαρδαραμάτου μια υπέροχη δασκάλα. Ολοταχώς λοιπόν για Πάτρα. Στο δρόμο προηγούντο στρατιωτικά καμιόνια με τα φανταράκια  που υπηρετούσαν τη θητεία τους με προορισμό την Ηγουμενίτσα. Τραγουδούσαν και μας έκαναν το σήμα της Νίκης. Πολλά κορίτσια είχαν βγεί στο δρόμο και τους έδιναν νερό και γλυκά. Λεβεντιά και υπερηφάνεια το κυρίαρχο συναίσθημα των στρατευμένων παιδιών. Θυμάμαι ήταν αφόρητη ζέστη,  το ταξί που ήταν κάποιας ηλικίας άναψε αρκετές φορές στη διαδρομή. Σταματάγαμε για να κρυώσει αλλά είχαμε τόσα να πούμε με τον Άγγελο που η καθυστερήσεις δεν μας πείραζαν. Αγωνιούσαμε μόνο να προλάβουμε το   καράβι για Κεφαλονιά. Τα καταφέραμε τέλος πάντων.  Μόλις έφτασε το F.B.  ο πρώτος που βγήκε ήταν Ο Γιάννης ο Αντωνάτος. Μόλις τον είδε ο Γιώργος ντυμένο αξιωματικό με την ιατρική του τσάντα στα χέρια έπεσε στην αγκαλιά του και κλαίγανε και οι δύο. Υπήρξαν συμμαθητές από το Δημοτικό. Μας αποχαιρέτησε βιαστικά γιατί έφευγε αμέσως για Ηγουμενίτσα. Στιγμές που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Ακολούθησαν πολλά άλλα συγκλονιστικά που απαιτούν μια άλλη ανάρτηση............

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Eισβολή στην Κύπρο


Όπως σας έλεγα μείναμε δεκαπέντε μέρες στις Μπαχάμες και λόγω της ακρίβειας αλλά και γιατί δεν είχαμε τίποτα άλλο να δούμε πήραμε το αεροπλάνο για Νέα Υόρκη. Στο διάστημα της παραμονής μας στο νησί  δυό άνθρωποι Νέοι και μόλις παντρεμένοι (ουσιαστικά ήταν ταξίδι του μέλιτος) δεν ανοίξαμε ούτε μία φορά την τηλεόραση. Όλη μέρα γυροβολιό και τις νύχτες τις καυτές ποιός κοίταζε τηλεόραση. Έτσι 19 Ιουλίου 1974 πατήσαμε πόδι στο αεροδρόμιο Κένεντη.  Περιμένοντας για τις βαλίτσες μας ακούμε << Κυρίες και Κύριοι η πτήση της Ολυμπιακής για Αθήνα αναχωρεί τέσσαρες και τριάντα. Παρακαλούνται οι επιβάτες να προσέλθουν στην πύλη 14.>> Και μου λέει ξαφνικά ο Γιώργος << πάμε Ελλάδα αν έχει θέσεις>>? Άλλο που δεν ήθελα εγώ. Πέταξα από τη χαρά μου. Και θέσεις βρήκαμε και στην ίδια σειρά καθίσματος δίπλα από μένα κι 'άλλος Γιώργος ναυτικός και φτιάξαμε ένα θαυμάσιο τρίο. Μόλις πήραμε το βάπτισμα του αέρος πέρασαν οι αεροσυνοδοί Ελληνικές εφημερίδες. Ανοίγει μία ο δικός μου και διαβάζει για την απόπειρα δολοφονίας του Μακάριου. <<Γιώργη πάμε για στρατιώτες στην Πατρίδα θάχουμε πόλεμο>> λέει στον ναυτικό.  Δεν τον λάβαμε και πολύ υπόψη μας αλλά είχε δίκιο.  Τέλος πάντων φτάσαμε ωραία και καλά πήγαμε στο Ξενοδοχείο μας και κανονίσαμε να κάνουμε μια βόλτα στη Σαντορίνη και μετά να πάμε Κεφαλονιά. Μα λογαριάζαμε χωρίς τον Ξενοδόχο. Το επόμενο πρωϊ στις έξι μας καλούν στο τηλέφωνο από τη ρεσεψιόν και μας λένε <<Παιδιά ελάτε κάτω . Έχουμε Γενική Επιστράτευση>>. Μιλάμε για 20 Ιουλίου 1974 με χούντα στην εξουσία. Αρχίζει για μας μια αξέχαστη ιστορία μετά βασάνων γιατί και ο Γιώργος ήταν στρατεύσιμος. Λέω μετά βασάνων γιατί έδιναν ένα εικοσιτετράωρο για να δώσουν το παρόν οι στρατευμένοι  στα κατά τόπους καταγωγής τους στρατολογικά γραφεία πράγμα ανέφικτο για μας που έπρεπε να πάμε Κεφαλονιά. Και δόστου εμβατήρια και κλάματα οι γυναίκες και γενική αναταραχή. Εν τω μεταξύ δεν είχε μαζί του το απολυτήριό του από το Πολεμικό Ναυτικό ως  όφειλε αφού ταξίδευε , αλλά ευτυχώς στο Αμερικάνικο διαβατήριο ήταν περασμένα τα στοιχεία του απολυτηρίου του (λωρίδα κυανή κ.λ.π.) διαφορετικά θα είχαμε περιπέτειες. Την 21η Ιουλίου ξεκίνησε η δική μας Οδύσσεια να φτάσουμε Κεφαλονιά. Δεν μας χωράει εδώ. Στην επόμενη ανάρτησητα λέμε.

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Μπαχάμες


Το καλοκαίρι του 1974 αποφασίσαμε να κάνουμε διακοπές στις Μπαχάμες συγκεκριμένα στη Νασσάου. Από τη Νέα Υόρκη τέσσαρες ώρες με το αεροπλάνο. Με διαβατήρια γιατί οι Μπαχάμες ανήκουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πολύ όμορφα μέρη αλλά όχι για πολύ. Το νερό που πίνουν είναι της θάλασσας με απαίσια γεύση και ως εκ τούτου και ο καφές απαίσιος. Η μπουκάλα το εμφιαλωμένο κόστιζε τότε πέντε δολάρια . Ποσόν εξωφρενικό δηλαδή και εμείς που γυρίζαμε το νησί όλη μέρα με μια μοτοσυκλέτα νοικιασμένη, καταναλώναμε τουλάχιστον τέσσερα μπουκάλια ο καθένας. Επαύλεις και βίλες φανταστικές ιδιοκτησίες των στάρ του Χόλυγουντ αλλά και φαβέλες. Φτώχεια τρικούβερτη. Οι περισσότεροι ιθαγενείς ζούσαν μέσα στις βάρκες τους η σε παράγκες σε πασσάλους μέσα στη θάλασσα. Έπλεκαν αριστουργήματα από ψαθί και τα πούλαγαν στους τουρίστες στο δρόμο. Ήταν όλοι χαμογελαστοί και κατά την άποψή μου ευτυχισμένοι. Μέσα στις βάρκες τους μαγείρευαν , έτρωγαν και πολλαπλασιάζονταν μανιωδώς. Τα δειλινά έβγαιναν έξω ντυμένοι με υπέροχες φορεσιές τοπικές με απίθανα χρώματα, χόρευαν έναν παραδοσιακό χορό που τον ονόμαζαν Γκούμπεη και μας συμπαρέσυραν όλους στο χορό τους. Δεν υπήρχε περίπτωση να τους αρνηθείς γιατί το θεωρούσαν προσβολή. Πολύ όμορφες οι γυναίκες και οι άνδρες και νεαρά κορίτσια τόσο λαμπερά που σε μάγευαν. Ο ήλιος ζεματούσε και η ζέστη αφόρητη και ξαφνικά χωρίς κανένα σύννεφο άνοιγαν οι ουρανοί σε κατακλυσμούς. Γινόμαστε μούσκεμα και πριν προλάβουμε να παραπονεθούμε, στέγνωναν ως διά μαγείας τα ρούχα μας. Είμαστε Νέοι και ερωτευμένοι χαιρόμαστε τη θάλασσα,  τον ήλιο , και τις νύχτες μπεκρουλιάζαμε στα καζίνα όχι για τζόγο (ευτυχώς) αλλά για να χορέψουμε με υπέροχες ορχήστρες. Καθίσαμε 15 μέρες και αφού είδαμε ότι ήταν να δούμε αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στη βάση μας. Στο αεροδρόμιο Κένεντυ πήραμε άλλες αποφάσεις αλλά θα σας μιλήσω για αυτές στην επόμενη ανάρτηση. Γιατί είναι μεγάλη ιστορία.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Hμέρα των Ευχαριστών




Η ημέρα των ευχαριστιών έχει ιδιαίτερη σημασία για τους Αμερικανούς και δικαίως γιατί το Ευχαριστώ είναι μιά όμορφη εύηχη λέξη που προκαλεί ευχαρίστηση σε κείνον που το ακούει πόσο μάλλον στο Θεό (αν πιστεύουμε στην ύπαρξή του). Για τους μετανάστες δεν είχε την ίδια σημασία τα πρώτα τουλάχιστον χρόνια αλλά με τον καιρό κυρίως όταν αποκτούσαν οικογένεια, γιόρταζαν το ίδιο έντονα όπως οι Αμερικανοί. Ήταν και από τις λίγες φορές που είχαμε ελεύθερο ολόκληρο τριήμερο. Μπορούσαμε λοιπόν να συναντήσουμε αγαπημένα πρόσωπα να καλοπεράσουμε η απλά να ξεκουραστούμε. Εμείς σμίγαμε που αλλού στην μάνα μας η οποία όταν καθόμαστε στο τραπέζι άρχιζε να σταυροκοπιέται ακατάπαυστα και ώσπου να τελειώσει με τα πολλά της ευχαριστώ σε Θεούς και δαίμονες πάγωνε το φαγητό. Μια φορά θυμάμαι της είπα <<έλεος ρε μανούλα μου φτάνει πια με τους Σταυρούς σου ώρα να φάμε>>. Και μου απάντησε << Άκου θυγατέρα στη ζωή σου θα μετανοιώσεις για πολλά. Για πράγματα που έκαμες, για πράγματα που δεν έκαμες, για λόγια πού είπες, για λόγια που δεν είπες, για έρωτες στους οποίους ενέδωσες, για έρωτες που δεν ενέδωσες, για πράξεις σου κακές, αλλά και για καλές γιατί εισέπραξες αχαριστία από εκείνους που βοήθησες μα η μάνα σου σού εγγυάται ότι ποτέ στη ζωή σου δεν θα μετανοιώσεις γιατί έκανες τον Σταυρό σου και γιατί ευχαρίστησες το Θεό>>. Πόσο δίκιο είχες μανούλα μου. Σε ευχαριστώ για όσα μου άφησες παρακαταθήκη και ευχαριστώ το Θεό που μου έδωσε εσένα για μάνα μου. Μου λείπεις πάντα και την ημέρα των Ευχαριστιών μου λείπεις περισσότερο. Άγια η Ψυχούλα σου.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Για λιμάνια ξένα. Αφιερωμένο στον Γαβριήλ Παναγιωσούλη

Μόλις λοιπόν πήρε το δίπλωμα ο Γιώργος γράφτηκε στο σωματείο και από εκεί και μετά κάθε μέρα πήγαινε στον οίκο του ναύτη,  εκεί που στέκονταν τότε οι δίδυμοι Πύργοι,  και διάβαζε τις αναρτήσεις. Εσύ ξέρεις πως λειτουργεί το σύστημα εκεί.  Εγώ ήμουν μες την τρελή χαρά γιατί σκόπευα να πάω μαζί του στο καράβι τουλάχιστον στο πρώτο μπάρκο. Μίλησα λοιπόν στον υπεύθυνο του μεταφραστικού τμήματος του Δικαστηρίου όπου μετέφραζα στις δίκες των Ελλήνων, και δέχθηκε να προωθήσει κάποιες που έπρεπε να εκδικαστούν και μετά θα μου έδινε άδεια για ένα μήνα.  Λογάριαζα όμως χωρίς τον ξενοδόχο. Στα Αμερικάνικα καράβια απαγορεύονται οι φιλοξενίες. Ούτε σύζυγοι ούτε μανάδες. Ουδείς. Απελπισμένη πήγα στον φίλο μου τον Γερουσιαστή Peter Rodino  και έριξα μαύρο δάκρυ. Με αγαπούσε πολύ και έψαξε να βρεί τρόπους να ταξιδέψω. Ένας μόνο υπήρχε. Σαν μέλος του πληρώματος. Τα κατάφερε λοιπόν να με δεχτούν ως βοηθό του Λογιστή. Έβγαλα λοιπόν το φυλλάδιό μου και περιμέναμε το πρώτο μας μπάρκο στο ίδιο πλοίο. Δεν άργησε να έλθει. Ένα υπέροχο καράβι θυμάμαι το οποίο είχε σχέση με τους Βαρδινογιάνηδες και θα ερχόταν και στην Ελευσίνα. Προϋπόθεση και για τους δύο μας ιατρικές εξετάσεις λεπτομερείς και συστηματικές από γιατρούς της εταιρίας που γίνονταν στον οίκο του ναύτη. Πρώτη μπήκα εγώ. Όλα ωραία και καλά. Μια όμορφη γυναίκα ήταν η γιατρός. Όταν μπήκε ο Γιώργος άργησε πολύ να βγεί. << Έλα διάολε τι κάνει τόση ώρα. Μπάς και μου κάνει κουτσουκέλα με την γιατρίνα>> έλεγα εγώ. ΄Μα με κάλεσαν μέσα και μου είπε<<Κυρία Πολλάτου εσείς μπορείτε να μπαρκάρετε ο σύζυγος όχι διότι έχει κοίλη και η ασφάλεια δεν του επιτρέπει να ταξιδέψει για ευνόητους λόγους>> Μας ήλθε ταμπλάς. Αμέσως χειρουργήθηκε ο Γιώργος και έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον δύο μήνες πριν του επιτρέψουν να μπαρκάρει. Έτσι όταν συνήλθε ήλθαμε στην Κεφαλονιά για το διάστημα της αποθεραπείας του και τότε μας πρότειναν να διοικήσουμε ένα Ξενοδοχείο και δεχθήκαμε. Έτσι τα μπάρκα μας έμειναν ανεκπλήρωτα. Νομίζω πως και οι δυό μας αισθανόμαστε ένα κενό. Ίσως πρέπει έστω και στην ηλικία μας να την κάνουμε για λιμάνια ξένα..Μα τώρα ποιος μας θέλει?? Α ξέχασα να πώ ότι ουδέποτε καταλάβαμε ότι είχε κοίλη μα η γιατρίνα ψάξε-ψάξε την εντόπισε.

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Φοβερή Αντίζηλος


H γυναίκα που παντρεύεται ναυτικό (ακόμη και πρώην ναυτικό όπως εγώ) κάποια στιγμή θα καταλάβει ότι ανάμεσα σε κείνη και τον αγαπημένο της πλανάται μια φοβερή αντίζηλος. Η ΘΑΛΑΣΣΑ. Εγώ το αντιλήφθηκα το 1982 μετά από 10 χρόνια γάμου. Είχαμε και ένα φίλο από την Μονεμβασιά γεννημένο στην Αμερική ο οποίος ήταν λοστρόμος σε καράβι Αμερικανικών συμφερόντων και κάθε φορά που ξεμπαρκάριζε άναβε φωτιές στον μαστροΓιώργο. Η νοσταλγία είναι βασανιστικό συναίσθημα και εγώ δεν ήθελα να υποφέρει ο άνδρας της ζωής μου. Τον παρακίνησα λοιπόν να πάρει το Αμερικάνικο δίπλωμα και να μπαρκάρει αν αυτό επιθυμεί. Πήγαμε στο Coast Guard (Staten Island) για τα σχετικά της συμμετοχής στις εξετάσεις, αγοράσαμε τα  βιβλία και για τρείς μήνες διαβάζαμε και οι δυό για να βοηθάω το Γιώργο στη μετάφραση των κειμένων. Για δύο εβδομάδες έδινε καθημερινά δύσκολες εξετάσεις. Πήγαινα μαζί του για στήριξη. Όταν πέρασε τα πάντα με άριστα μας κάλεσε ο καθηγητής και τον ρώτησε που σπούδασε. Όταν άκουσε για τη Σχολή του Ληξουριού μας είπε απίστευτο τέτοιο επίπεδο σπουδών σε ένα νησί. Δεν ήξερε ότι η Βαλλιάνιος με διευθυντή τον Φραγκόπουλο και καθηγητή τον Μαρτίνη ήταν ισάξια του Μετσοβείου  Πολυτεχνείου. Πήραμε λοιπόν το δίπλωμα και μπήκαμε στη λίστα για μπάρκο. Θα σας πω τη συνέχεια σε επόμενη ανάρτηση γιατί είναι μεγάλη ιστορία.

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Εκλογές


Οι επικείμενες Αμερικανικές εκλογές με ταξιδεύουν στα νιάτα μου και στην εποχή που νεαρή κοπέλα είχα για πρώτη φορά  δικαίωμα ψήφου. Ήταν θυμάμαι το 1968 και παρόλο που είμαι κάθετα  ενάντια  στο κόμμα των Ρεπουμπλικάνων, μας έπιασε όλους ο ενθουσιασμός της υποψηφιότητας του Σπύρου Άγκνιου, και δουλέψαμε όλοι σκληρά για να επικρατήσει το ψηφοδέλτιο Νίξον Άγκνιου. Ένας μεγαλοβιομήχανος Έλληνας ο Μιχάλης Κάργκας, είχε νοικιάσει ένα ολόκληρο όροφο Ξενοδοχείου στο Νιούαρκ Νέας Υερσέης , και κάθε βράδυ έως αργά τη νύχτα εθελοντικά κάναμε τον προεκλογικό μας αγώνα υπέρ του κυρίου Σπύρου από τον οποίον δεν ακούσαμε ποτέ ένα ευχαριστώ. Ατέλειωτες ώρες στα τηλέφωνα μιλάγαμε σε ομογενείς και Αμερικανούς, διοργανώναμε συνεστιάσεις και γλέντια με εισιτήριο βέβαια για να στηρίξουμε την υποψηφιότητα του Έλληνα αντιπροέδρου. Φωτογραφίες σε εφημερίδες και περιοδικά από τις οποίες δυστυχώς δεν κράτησα καμία. Όταν απεδείχθη τι κουμάσι ήταν ο εκλεγείς αντιπρόεδρος που κάθε άλλο παρά Έλληνας υπήρξε (ούτε κάν Φιλέλληνας) έριξα ένα ξεγυρισμένο φάσκελο στα μάτια μου και έσκισα όλο το έντυπο υλικό και τις φωτογραφίες που είχαν σχέση με εκείνες τις εκλογές. Εκείνο που με είχε εντυπωσιάσει ήταν η απόλυτη αδιαφορία που έδειχναν οι Αμερικανοί ψηφοφόροι όλων των ηλικιών για την διεξαγωγή των εκλογών. Καμία σχέση με εμάς. Το παρασκήνιο βέβαια είναι μια άλλη ιστορία και όλοι ξέρουμε τι σημαίνει αλλά αυτό δεν αφορά τον μέσο Αμερικανό πολίτη. Στα είκοσι χρόνια που έζησα στις Η.Π.Α. ψήφισα πολλές φορές μα ποτέ ξανά Ρεπουμπλικάνους.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Στον βετεράνο πατέρα μου και στούς συμπολεμιστές του



Γεννήθηκα μετά τον πόλεμο αλλά ο πατέρας μου πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο και οι ιστορίες που μας έλεγε ήταν συγκλονιστικές. Περισσότερο από κάθε ιστορικό βιβλίο και κάθε πολεμικό ανταποκριτή τίποτα δεν μπορεί να σταθεί μπροστά στον προφορικό λόγο των γενναίων πολεμιστών που είδαν δίπλα τους να πεθαίνουν οι συμπολεμιστές τους, χωρίς να μπορούν να τους προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια. Αργότερα μαθήτρια του Δημοτικού Σχολείου Φαρακλάτων με πολύ καμάρι και υπερηφάνεια απήγγειλα το ποίημά μου στη γιορτή για την 28η Οκτωβρίου κοιτάζοντας κατάματα τον πατέρα μου πού καθόταν στην πρώτη γραμμή και έκλαιγε. Πολλοί σαν και κείνον γύρισαν ανάπηροι, άλλοι έμειναν στα χιονισμένα βουνά τροφή στα όρνια και η Πατρίδα τους περισσότερους τους αγνόησε και δεν τους τίμησε. Νομίζω όμως πως όλοι θα ξανάπιαναν τα όπλα χωρίς δεύτερη σκέψη γιατί τότε ξέρανε γιατί πολεμούν. ΠΑΤΡΙΔΑ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Σήμερα μάλλον αυτό το τρίπτυχο είναι αμφισβητούμενο. Ο πατέρας μου γύρισε από το μέτωπο εντελώς κουφός και βασανιζόταν χρόνια από αυτή την αναπηρία χωρίς να ζητήσει από την πολιτεία τίποτα. Για αρκετά χρόνια δεν είχε τα χρήματα να αγοράσει ακουστικό μέχρι που δούλεψε κατά την ανοικοδόμηση μετά το σεισμό του 1953.  Στα 70 του χρόνια χειρουργήθηκε στην Αμερική και όταν είπε στον γιατρό του ότι έχασε την ακοή του στον πόλεμο  δεν δέχθηκε καμία αμοιβή. Δεν ξεχνώ τη στιγμή που τον περίμενα έξω από το χειρουργείο όπου μπήκε με το ακουστικό στο αυτί και βγήκε χωρίς να το φοράει. Ρώτησα τον γιατρό <<πώς πήγε η επέμβαση>> και μου απάντησε << ρώτα τον πατέρα σου>>. τρελάθηκα από χαρά. Για πρώτη φορά στη δική μου ζωή ο λατρεμένος μου πατέρας άκουγε όπως εγώ και ένας υπέροχος Αμερικανός δεν δέχθηκε αμοιβή από έναν βετεράνο. Αφιερώνω τούτη την ανάρτηση στον πατέρα μου και σε όλους εκείνους που είδε να πεθαίνουν δίπλα του για την Πατρίδα. Η φωτογραφία είναι από παρέλαση της 28ης στο Γυμνάσιο Αργοστολίου τότε που ήταν τιμή μας να παρελάσουμε. Το έτος 1963. Θα αναφερθώ μόνο στην πρώτη σειρά.  Δεξιά Η Σπανού Μαρία και αριστερά Λυκούδη Γεωργία του Σπυρίδωνος. Εγώ δηλαδή. Και οι δυό μας από Φαρακλάτα.  ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ.    

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Δύο Πατρίδες


Τα χρόνια που έζησα στην Αμερική νοσταλγούσα βασανιστικά τα παιδικά μου χρόνια τα αθώα και ανέμελα.  Όταν επέστρεψα στο νησί μου δεν φανταζόμουν ότι θα εξακολουθούσα να βασανίζομαι πάλι από νοσταλγίες. Δεν μπορείς να διαγράψεις μια εικοσαετία που ξεκίνησε στα 14 και τέλειωσε στα 34.
 Χωρίς αμφιβολία είναι τα ανήσυχα χρόνια της εφηβείας, η εποχή που τρελαίνονται οι ορμόνες ενός κοριτσιού που κατά βάθος είναι ακόμη παιδί, τα χρόνια που κάνεις τους φίλους σου τους αληθινούς, τα χρόνια του πρώτου έρωτα. Είναι οι φίλοι των φοιτητικών θρανίων και αργότερα  οι συνάδελφοι στον επαγγελματικό τομέα. Όσο είναι δεδομένοι δεν τους δίνουμε πιθανόν την σημασία που τους αξίζει. Μόλις βρέθηκα λοιπόν μακριά τους πνιγόμουνα από τη θλίψη της απουσίας τους και για πρώτη φορά κατάλαβα τι σημαίνει το κλισέ έχω δύο πατρίδες. Είναι κατά κάποιο τρόπο ένας διχασμός και μια ταλάντευση για το που τελικά ανήκεις όταν γίνεσαι μετανάστης. Υπήρχαν στιγμές που μελαγχολούσα αλλά σύντομα οι φίλοι των παιδικών χρόνων και οι καινούργιοι που έκανα,  σχεδόν διέγραψαν εκείνους της ξενιτιάς. Βέβαια δεν τους ξεχνώ αλλά δεν υποφέρω για πάρτη τους και αποφάσισα ότι η δεύτερη πατρίδα είναι μια χώρα που για τους δικούς της λόγους σε δέχεται και σε υιοθετεί αλλά δεν μπορεί να γίνει αληθινή πατρίδα σου τουλάχιστον όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι. Για μένα κάθε μορφή υιοθεσίας δεν είναι το απόλυτα γνήσιο και καθαρό που εγώ επιδιώκω όλη μου τη ζωή και κρύβει μια νοθεία, ένα ας πούμε (ένα μπαστάρδεμα) που δεν ταιριάζει στον χαραχτήρα μου. Έτσι αποφάσισα ότι το δύο πατρίδες δεν ισχύει για μένα συνεπώς δεν υπάρχει διχασμός. Είμαι λοιπόν στο σπίτι μου, στο νησί μου, στην Πατρίδα μου, και χωρίς έπαρση λέω είμαι γαλήνια και ευτυχισμένη.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Επιστροφή




Αν και ήμουν μόνο 14 χρονών όταν πήγα στην Αμερική, παρέμεινα παθιασμένη νοσταλγός της Κεφαλονιάς. Μου άρεσαν πολλά πράγματα σε αυτή τη Μεγάλη Χώρα και αν μπορούσα θα τα έφερνα μαζί μου όταν επέστρεψα αλλά δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα. Μου λείπει η παντελής απουσία της γραφειοκρατίας που εδώ μας βασανίζει τόσο, μου λείπει η αξιοκρατία, που τότε τουλάχιστον ήταν σε ισχύ και φυσικά εφαρμόζονταν οι Νόμοι από τους οποίους κανείς δεν εξαιρείτο. Από τότε όμως που γύρισα έχουν περάσει 32 χρόνια και πιθανόν να μην ισχύουν όσα εγώ βίωσα στα είκοσι χρόνια διαμονής μου  στην ξενιτειά. Εκείνο που δεν άντεχα ήταν οι ρυθμοί της ζωής που δεν ταίριαζαν καθόλου με το δικό μου ταμπεραμέντο. Δουλειά και σπίτι και ένα Σάββατο μόνο για προγραμματισμένη ψυχαγωγία. Για να επισκεφτώ ακόμη και τις αδελφές μου έπρεπε να τηλεφωνήσω και να ζητήσω την έγκρισή τους διαφορετικά έτρωγα πόρτα.  Από τις έξι το απόγευμα δύσκολα κυκλοφορούσε άνθρωπος έξω. Δείπνο το αργότερο στις εφτά και ύστερα καναπές και ύπνος. Όταν παντρεύτηκα και πήγα κοντά στη Νέα Υόρκη ξαναζωντάνεψα. Για μένα και τον Γιώργο το χρήμα δεν ήταν αυτοσκοπός. Θέλαμε να ζήσουμε και να χαρούμε ότι μας έδινε αυτή η χώρα. Η Νέα Υόρκη μαγική πόλη αλλά για να τη χαρείς πρέπει να χαλάς λεφτά και εμείς αυτό κάναμε. Και ταξιδεύαμε πολύ. Θεωρούσαμε και οι δυό το ταξίδι σαν την καλύτερη επένδυση και δεν μετανοιώσαμε ποτέ. Ερχόμαστε και στην Ελλάδα τακτικά και αποφασίσαμε ότι θα γυρίσουμε πίσω στο νησί μας γι'αυτό και ποτέ δεν αγοράσαμε σπίτι δικό μας. Προσωπικά εγώ που είμαι λάτρης του ψαροντούφεκου, αποφάσισα πως όποιος κολυμπήσει στις θάλασσες της Κεφαλονιάς δεν πρόκειται να του αρέσει καμία άλλη θάλασσα. Και έτσι ένα ωραίο καλοκαίρι διακοπών μας πρότειναν να αναλάβουμε ένα Ξενοδοχείο και χωρίς δεύτερη σκέψη δεχθήκαμε. Γυρίσαμε πίσω, πακετάραμε την οικοσκευή μας και από τότε ξαναγίναμε ευτυχισμένοι. Ευτυχώς είμαστε και από το ίδιο χωριό και κάμαμε το σπιτικό μας στα Φαρακλάτα. Είναι υπέροχο να ζείς στον τόπο που γεννήθηκες ακόμα και αν κάποια πράγματα σου δυσκολεύουν λίγο τη ζωή.


Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Απαγορεύεται ο Αγοραίος Έρωτας.


Kλείνω τις  αναφορές μου στους λαθραίους μας με μια αφιέρωση σε έναν από αυτούς που δεν μπόρεσα να βοηθήσω όσο και αν προσπάθησα. Ήταν ένας κοντούλης ανθρωπάκος με σπινθηροβόλο βλέμμα και ύφος και ντύσιμο που θύμιζε κουτσαβάκια άλλης εποχής.
Ήταν κατηγορούμενος για απόπειρα φόνου και συμμετοχή σε αγοραίο έρωτα, που θεωρητικά απαγορεύεται και διώκεται ποινικά από τον Αμερικάνικο Πουριτανισμό. Βέβαια αν σε πιάσει κόκκινο φώς στο Μανχάταν δεν γλυτώνεις από τις κοπέλες που ορμούν σε άνδρες και γυναίκες με θράσος και τόλμη εξασκώντας παράνομα το αρχαιότερο επάγγελμα που κατά την άποψή μου είναι ευγενές και χρήσιμο. Ήταν δύσκολη υπόθεση με 12 ενόρκους και η ακροαματική διαδικασία κράτησε δέκα μέρες. Απαγορευόταν να τον πλησιάσω εκτός αίθουσας και ήταν ολομόναχος και απελπισμένος. Όσο κράταγε  η απολογία του με κοίταζε με τρόμο και μου πέταγε σε δύσκολες ερωτήσεις την φράση <<Τι να πώ ρε αδελφούλα>>? Έτρεμε το φυλοκάρδι μου μη χάσω τη δουλειά μου και μετέφραζα γρήγορα ως εξής: <<τι να πώ ρε πεθαμένη μου αδελφούλα. Βοήθα με>>. Μιά νύχτα λοιπόν τον ψάρεψε μια νεαρή Αφροαμερικάνα 18 χρονών και όταν την οδήγησε σε μια πολυκατοικία που ζούσε , κανόνισαν την τιμή και αυτή του είπε όπως λέει και το τραγούδι (και η Ελένη κλεί την πόρτα και του λέει πέσε πρώτα ντάγκλαμέ κ.λ.π.) ανοίγει ένα συρτάρι και  βγάζει ένα κουτί από λουκούμια γεμάτο δολάρια για την πληρώσει. Αυτή ορμάει με ένα μαχαίρι και τον πετσοκόβει κανονικά για να τον ληστέψει. Από τις φωνές του ορμήσανε όλοι οι λαθραίοι της πολυκατοικίας και την κάμανε ταλατιού. Οδηγήθηκαν όλοι στο τμήμα και οι τραυματίες στο Νοσοκομείο. Βέβαια ο δικός μας δικάστηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας και για συμμετοχή στον αγοραίο έρωτα. Πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος. Η μικρή ούτε γάτα ούτε ζημιά γιατί ήταν ανήλικη. Φυσικά έκαμε φυλακή και μετά απέλαση αφού πήρε στο λαιμό του και τους σωτήρες του λαθραίους. Αυτή η δίκη είχε τέτοιο γέλιο με τα λεγόμενά του που ο δικαστής χτύπαγε συνέχεια το κουδούνι για να σταματήσει τα χαχανητά. Ακούστηκαν χοντράδες από το κουτσαβάκι που αναγκάστηκα να τις  μεταφράσω επί λέξη αλλά ευτυχώς δεν είμαι υποχρεωμένη να τις  επαναλάβω. Ξέρω ότι ζεί στην πατρίδα του (το Καρπενήσι) και είναι στις προθέσεις μου να τον επισκεφθώ κάποια στιγμή.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Τζογαδόροι


Σε μιά Χριστουγεννιάτικη Ρεβεγιόν του δικαστηρίου μας γνώρισα τον Γερουσιαστή της Νέας Υερσέης Πίτερ Ροντίνο. Ήταν υπεύθυνος για ζητήματα μετανάστευσης. Όσοι τον θυμούνται ξέρουν τι υπέροχος άνθρωπος υπήρξε. Ήταν από γονείς Ιταλούς μετανάστες. Αγαπούσε πολύ τους Έλληνες και γίναμε καλοί φίλοι. Μού έλεγε <<να πείς στούς φίλους σου τούς λαθραίους (κρύβαμε τότε και εμείς έναν φίλο) να μη φοβούνται. Τούς ξέρουμε όλους και τους παρακολουθούμε . Όσο είναι Νομοταγείς δεν τους πειράζει κανένας. Μόνον άν μας γίνει καταγγελία είμαστε υποχρεωμένοι να δράσουμε>>. Αυτός που κρύβαμε εμείς ήταν δυστυχώς τζογαδόρος. Δούλευε και τάριχνε όλα στα ζάρια. Τσακώθηκε ένα βράδυ με τους άλλους παίχτες και κλήθηκε η Άμεση δράση. Τον τσακώσανε και έκαμε φυλακή αρκετό διάστημα και αμέσως μετά τον έδιωξαν. Ο Γερουσιαστής φίλος μου δεν ασχολήθηκε κάν με την περίπτωσή του γιατί θα ήταν μάταιο.  Ζεί στο Μαρκόπουλο Αττικής αλλά  ο άντρας μου (ήταν δικός του φίλος) έκοψε την σχέση   μαζί του από τότε γιατί δεν τον άκουγε και μας εξέθεσε σίγουρα και εμάς με τα καμώματά του. Μου έλεγε ο Γερουσιαστής <<αν κάποιοι παραδοθούν από μόνοι τους και πληρώσουν τα  έξοδα της επιστροφής τους στην Ελλάδα θα μπορούν να επιστρέψουν νόμιμα αν προσκληθούν από κάποιον>> . Πολλά παιδιά με εμπιστεύθηκαν όταν τους το είπα και κατάφεραν να επιστρέψουν ως Νόμιμοι μετανάστες. Ο καλός μου φίλος έχει φύγει πλέον από τη ζωή αλλά τον θυμάμαι γιατί βοήθησε πολλά παιδιά δικά μας.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Εικονικοί Γάμοι


Οι ναυτικοί που την κοπάναγαν από τα καράβια, ζούσαν την αγωνία της προδοσίας και της απέλασης. Έτσι συχνά κατέφευγαν σε εικονικούς πολιτικούς γάμους με κοπέλες πρόθυμες να τους βοηθήσουν πάντοτε βέβαια με τσουχτερό αντίτιμο. Μιλάμε για Αμερικανίδες όχι Ελληνίδες. Παρόλο που προσέγγιζαν Ελληνοπούλες και ήταν όλοι τους ομορφόπαιδα, οι κοπέλες αυτές τους έβλεπαν με καχυποψία και δεν ανταποκρίνονταν ποτέ σχεδόν. Την ίδια αντίληψη είχαν και οι γονείς τους όχι μόνο επειδή ήταν παράνομοι στη χώρα αλλά κυρίως επειδή ήταν Ναυτικοί. Ποτέ δεν μπόρεσα να αιτιολογήσω αυτή την αντίληψη γιατί εγώ που βοήθησα πολλά από αυτά τα παιδιά λόγω επαγγέλματος, τα θεωρούσα όλα τους τίμια και θαυμάσια πλάσματα. Άλλωστε εγώ παντρεύτηκα μηχανικό του εμπορικού Ναυτικού και δεν μετάνιωσα ποτέ.   Κάποιες φορές αυτοί οι εικονικοί γάμοι κατέληγαν σε παράφορο έρωτα και σε υπέροχες οικογένειες. Πολλές φορές όμως αρνούνταν οι κοπέλες να συμφωνήσουν σε διαζύγιο και εκβιαστικά αποσπούσαν μεγάλα χρηματικά ποσά για να δώσουν στον άνδρα την ελευθερία του. Έκαμα πολλές φορές τον διερμηνέα σε τέτοιες υποθέσεις διαζυγίων και ζούσα το δράμα αυτών των παιδιών που πάλευαν να ξεμπλέξουν. Όταν κάνω αναδρομή στο παρελθόν σκέφτομαι τι λύσσα κι αυτή για την Αμέρικα μας είχε πιάσει όλους  μας. Η φτώχεια βέβαια μας έδιωξε από τον τόπο μας αλλά δεν ξέρω αν άξιζε τελικά τον κόπο. Θα ξαναγυρίσω στούς ναυτικούς μας.

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Λαθραίων Οδύσεια


Αφού ζούσαμε σε εμπορικό λιμάνι (New Port News θυμίζω), και ο αδελφός μου ανέβαινε στα καράβια ελεύθερα, ήταν επόμενο κάποιοι ναυτικοί που την κοπάναγαν να ζητούν καταφύγιο σε εμάς. Όταν επρόκειτο για Κεφαλονίτες τούς έφερνε ο αδελφός μου στο δικό μας σπίτι. Πολλές βραδιές κοιμήθηκα με τους Γονείς μου και το δικό μου δωμάτιο φιλοξένησε και έκρυψε πολλούς λαθραίους. Τους κρατάγαμε ένα βράδυ και ενημερώναμε τον Ιερέα μας ο οποίος τους φιλοξενούσε στον ξενώνα της εκκλησίας μας και τους έβρισκε εργασία. Τούς παρέπεμπε βέβαια σε Έλληνες εστιάτορες να δουλέψουν που αλλού ?στη λάντζα. Οι εστιάτορες πρώην λαντζέρηδες και συχνά πρώην λαθραίοι, δεν φέρονταν πάντα καλά σε  αυτά τα παιδιά. Δούλευαν ατέλειωτες ώρες, δεν τολμούσαν να φάνε η να πιούνε μια κόκα κόλα, δεν τους πλήρωναν τα δεδουλευμένα και αν ύψωναν φωνή διεκδίκησης τους κατήγγειλαν στις αρχές και τους έπαιρναν με χειροπέδες αυτόφωρο και αμέσως απέλαση. Δυστυχώς αυτοί οι εργοδότες ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Έβγαζαν πιθανόν δικά τους απωθημένα. Ήταν κομπλεξικοί. Την εποχή εκείνη βέβαια ήμουν έφηβη μαθήτρια και το επίθετό μου ήταν Λυκούδη του Σπυρίδωνος. Όταν παντρεύτηκα έγινα Πολλάτου και κατοικούσα πλέον στη Νέα Υερσέη.(Νew Jersey). Εκεί εργαζόμουν στο Δικαστήριο διορισμένη διερμηνέας των Ελλήνων που κατά κανόνα δεν έμαθαν ποτέ Αγγλικά. Βίωσα λοιπόν πολλές ιστορίες λαθραίων αλλά θα τις αναρτήσω μελλοντικά γιατί θέλουν το δικό τους χώρο η κάθε μιά. Θα επανέλθω.

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Με ένα σμπάρο δυό τρυγόνια


Στο New Port News πού έζησα τα πρώτα χρόνια της αποδημίας καθημερινά είχαμε εμπορικά καράβια από όλα τα μέρη της γης και φυσικά πολλά Ελληνικά. Συχνά έμεναν για μέρες για να φορτώσουν η και για επισκευές. Ο αδελφός μου είχε μαζί με τον Κωνσταντάκη τον Διονύση ένα κατάστημα που πουλούσε ότι φανταστεί ο ανθρώπινος νούς. Είδη προικός, ρούχα, ράδια, μαγνητόφωνα και διάφορα άλλα.  Είχαν υπάλληλο έναν ηλικιωμένο Ληξουριώτη (Σπύρος Κουτουφάς) μακαρίτης πλέον. Ο μπάρμπα Σπύρος ανέβαινε στα καράβια και σε μεγάλο βάν  πήγαινε τα πληρώματα στο μαγαζί. Πολλοί Έλληνες χρειάζονταν γιατρό και ο αδελφός μου με καλούσε να τους πάω εγώ γιατί χρειάζονταν διερμηνέα. Οι περισσότεροι θυμάμαι έπασχαν από αφροδίσια νοσήματα.(σκουλαμέντα του λιμανιού δηλαδή).Ανάμεσά τους είχα πάει και έναν Κεφαλονίτη σε άσχημη κατάσταση. <<Θα σε κάμω καλά>> του είπε ο γιατρός, <<αλλά αν παντρευτείς για να κάμεις παιδιά θα κάνεις μια ειδική θεραπεία πρώτα διαφορετικά δεν θα είσαι γόνιμος>> Μερικά χρόνια μετά που ήλθα για διακοπές τον βρήκα παντρεμένο συμπτωματικά με κοπέλα από το χωριό μου. Το κορίτσι αυτό βίωνε μαρτυρική ζωή για την ατεκνία της. Πεθερικά κουνιάδες, σόγια, ο ίδιος ο μάγκας την είχαν στο κανόνι. Στρέφα την ανέβαζαν άκληρη την κατέβαζαν. Αυτός όταν με είδε δεν ενθουσιάστηκε πολύ. Τον κάλεσα μια μέρα και του είπα <<σου δίνω δυό μέρες να καθαρίσεις τη θέση σου και να πάψει το σόϊ σου να πυροβολεί την κοπέλα. Αν δεν μιλήσεις εσύ θα μιλήσω εγώ. Και σου θυμίζω ότι με θεραπεία μπορείς να κάνεις παιδιά. Αν και η κοπέλα θα πρέπει να σε στείλει στο διάολο>>. Τι είχε να κάνει? Χέστηκε   απάνου του. Οκτώ χρόνια παντρεμένοι και χλεύαζαν το κορίτσι . Στρέφα γίδα την φώναζαν αλλά τελικά έφταιγε ο τράγος τους. Θυμάμαι ο γιατρός που τον ανέλαβε μίλησε με τον γιατρό της Αμερικής και τον τρόπο που θα τον βοήθαγαν. Το φινάλε της ιστορίας δυό υπέροχα αγόρια μια κοιλιά.

Δεν ζουν στην Κεφαλονιά αλλά επικοινωνούμε συχνα.

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

Αινείτε Αυτόν εν χορδαίς και οργάνοις


Η εκκλησία στις ξένες Πατρίδες είναι μια κυψέλη, ένας ζωντανός οργανισμός πολύτιμος για τις κοινότητες της διασποράς. Σημείο αναφοράς κάθε Κυριακή και γιορτή στο οποίο συγκεντρωνόμαστε όχι μόνο για να υμνήσουμε το Θεό αλλά και να δούμε ο ένας τον άλλον. Εμείς είχαμε έναν υπέροχο ιερέα και μια εξαιρετική τετραφωνική χορωδία στην οποία γράφτηκα αμέσως και εγώ όπου έμεινα δέκα χρόνια. Η κοπέλα που έπαιζε όργανο ήταν άριστη μουσικός και ο μαέστρος μας επίσης. Καθιερωμένο κάθε Τετάρτη απόγευμα πρόβα γενική για τη λειτουργία της Κυριακής. Το λιμάνι σε απόσταση αναπνοής, με Ελληνικά εμπορικά καράβια καθημερινώς αγκυροβολημένα, κάθε Τετάρτη την ώρα της πρόβας μας, έφερνε τους Ναυτικούς μας μέσα στην εκκλησία. Πολύ συγκινημένοι παρακολουθούσαν και άφηναν πολλά λεφτά στο παγκάρι. Ήταν όλοι καλά παιδιά πνιγμένα στη νοσταλγία για τα σπίτια τους και τους δικούς τους. Μου είχε ανατεθεί από τον ιερέα επειδή ήμουν η μόνη που μίλαγα καθαρά τα Ελληνικά να λέω σόλο το Σύμβολο της Πίστεως. Στηνόμουν προσοχή μπροστά στη μεσαία πύλη και χωρίς βιβλίο απήγγειλα το <<Πιστεύω>>. Στην αντανάκλαση των Εικόνων έβλεπα τον πατέρα μου που καθόταν στην πρώτη σειρά να σκουπίζει τα μάτια του. Η συγκίνησή του ήταν μεγάλη όχι μόνο επειδή η μικρή του κόρη απήγγειλε αλλά επειδή είχε υποβληθεί σε μια λεπτή χειρουργική επέμβαση στα αυτιά του, που στέφθηκε με επιτυχία και  μετά από 40 χρόνια ολοκληρωτικής κουφαμάρας άκουγε το Σύμβολο της Πίστεως καθαρά από το παιδί του. Αξέχαστες στιγμές για κείνον και για μένα.

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Στούς απανταχού Κεφαλονίτες και Θιακούς


Ξενιτεμένα μας πουλιά Καλώς Ήλθατε στην Πατρίδα και τούτο το καλοκαίρι. Το μαγικό ταξίδι της Ύπαρξης ξεκίνησε για σας στην όμορφη Κεφαλονιά και την Ιθάκη, μα η φτώχεια και οι σεισμοί σας έστειλαν σε μακρινές, άγνωστες Πατρίδες. Μα ήταν καλές και φιλόξενες και σας έδωσαν πολλά. Όμως εσείς  τους δώσατε περισσότερα. Δώσατε τη χρυσή νιότη σας, αμέτρητα χρόνια σκληρής και τίμιας εργασίας, συμβάλατε στην οικονομική τους ανάπτυξη και πρόοδο. Στις γειτονιές που ζούσαν Έλληνες μετανάστες άνοιγαν Τράπεζες.  Υπήρξατε νομοταγείς πολίτες που σέβονταν τούς Νόμους και την τάξη. Και κυρίως δώσατε τα παιδιά σας τα Υπέροχα Ελληνόπουλα. Ανάμεσά τους σπουδαίοι επιστήμονες της πυρηνικής Φυσικής, Γιατροί, ερευνητές, πολιτικοί και τόσοι άλλοι επιτυχημένοι από κάθε άποψη.  Σας υιοθέτησαν λοιπόν αυτές οι πατρίδες και τις υιοθετήσατε και σείς. Όμως όλα τα υιοθετημένα παιδιά μια ζωή ψάχνουν μέσα από την ανάγκη τους να βρούν τη βιολογική τους μάνα. Νομίζω ότι αυτή η ανάγκη σας φέρνει και σας ξανά και ξανά πίσω στον τόπο που γεννηθήκατε. Πίσω στις ζαβολιές και την ανεμελιά των παιδικών σας χρόνων, πίσω στα εφηβικά όνειρα, πίσω στην πρώτη Αγάπη που (δεν λησμονιέται δεν ξεριζώνετε απ΄την καρδιά) πίσω στους τάφους λατρεμένων Γονέων και Παππούδων. Ο άνθρωπος φίλοι μου, μπορεί να γνωρίσει στη ζωή του και να αγαπήσει πολλές δεύτερες Πατρίδες. Πάντα όμως ΔΕΥΤΕΡΕΣ θάναι. Γιατί η γνήσια η αληθινή Πατρίδα σαν τη μάνα που μας γέννησε είναι ΜΟΝΟ ΜΙΑ. Εύχομαι ο Θεός να σας χαρίζει μακροζωϊα, Υγεία στο σώμα και στο νου για να μπορείτε για πολλά ακόμα χρόνια να επιστρέφετε στον τόπο που σας γέννησε.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Salad Bar



Για τον πατέρα μου που ήταν 57 χρονών όταν μετανάστευσε η προσαρμογή δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ελεύθερος άνθρωπος όλη του τη ζωή αγρότης βρέθηκε κλεισμένος στην κουζίνα ενός μεγάλου εστιατορίου με τα πιάτα μέχρι το ταβάνι. Πολλές φορές επιστρέφοντας από το σχολείο τον εύρισκα στο τελευταίο σκαλοπάτι  της ξύλινης σκάλας που έτριζε ανελέητα, να κλαίει σαν μικρό παιδί.  <<Πάμε σπίτι μας πατέρα μου>> του έλεγα. <<δεν μπορώ να σε βλέπω να υποφέρεις. Θα ζήσουμε όπως και τόσοι άλλοι σαν κι εμάς>>. Και η μάνα είχε δυσκολίες και εμπαιγμό επειδή δεν γνώριζε και τη γλώσσα. <<Μπήκαμε στο χορό και θα χορέψουμε. Πρέπει να παλέψουμε για μιά σύνταξη>> έλεγαν και παρηγορούσαν ο ένας τον άλλον. Νομίζω ότι η αγάπη που πάντα τους έδενε φούντωσε περισσότερο μέσα από τις δυσκολίες του ξενιτεμού μας. Με τον καιρό βέβαια δέχθηκαν την νέα τους ζωή. Ο πατέρας μου ήταν πολύ εργατικός και τίμιος και δεν χρειάστηκε ποτέ να αλλάξει εργοδότη. Τον λάτρευαν και τον σέβονταν. Δεν άργησε μάλιστα να πάρει <<προαγωγή>>. Αρρώστησε εκείνος που έκοβε σαλάτες και ο πατέρας μου πρότεινε να βοηθήσει. Τρελάθηκε το αφεντικό όταν σε δευτερόλεπτα έκοβε βουνά σαλάτες τόσο περίτεχνα που και ο σεφ τάχασε. Δεν ήξεραν βέβαια ότι στο χωριό καλλιεργούσε καπνά για δική του χρήση και ψιλόκοβε τα φύλλα με μεγάλη ομοιογένεια και μαεστρία. Από τότε τέρμα τα πιάτα. Ήταν πλέον επίσημα στο <<salad bar>>. Καμάρωνε θυμάμαι και σταμάτησε να κλαίει στο τελευταίο σκαλί.  Πατέρα μου η φτώχια μας ανάγκασε να εγκαταλείψουμε τον τόπο μας και εσύ μεγάλος άνθρωπος βίωσες αρκετή πίκρα. Τα καταφέραμε όμως και γυρίσαμε στο σπίτι μας και ξανάγινες ευτυχισμένος .

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Το χρήμα αυτοσκοπός


Οι Έλληνες μετανάστες έκαναν αγώνα να κρατήσουν την Πατρίδα ζωντανή και να μεταδώσουν στα παιδιά τους την αγάπη για την Ελλάδα. Δεν ήταν πάντα εύκολο και υπήρχε κίνδυνος τα παιδιά να νοιώθουν (κυρίως όταν άρχιζαν το σχολείο) ότι δεν ανήκουν πουθενά. Το έζησα μέσα στην οικογένειά μου αυτό. Τα ανήψια μου που γεννήθηκαν εκεί αντιδρούσαν στην επιμονή των γονιών τους να φοιτούν στο σχολείο της ενορίας μας για να μάθουν Ελληνικά. Και πολλά άλλα Ελληνόπουλα αντιδρούσαν κατά τον ίδιο τρόπο. Όταν όμως μεγάλωσαν και στα Πανεπιστήμια δήλωναν τα Ελληνικά σαν δεύτερη γλώσσα  και έκαμαν τα πρώτα τους ταξίδια στην Ελλάδα κατάλαβαν πόσο δίκιο είχαν οι γονείς τους. Δεν μπορεί κανείς αν δεν ξενιτευτεί να καταλάβει τη βασανιστική νοσταλγία για την πατρίδα και πόσο αληθινοί και πραγματικοί παραμένουν οι Έλληνες της διασποράς. Εργάζονται σκληρά και συμβάλουν πολύ στην οικονομία της χώρας της οποίας είναι μετανάστες. Όταν βγήκα και εγώ στην Αμερικάνικη αγορά το πρώτο πράγμα που παρατήρησα ήταν ότι με το που μας πλήρωναν, οι συνάδελφοι Αμερικανοί, έτρεχαν στο πρώτο μπάρ. Αντίθετα ο Έλληνας πήγαινε γραμμή στην πλησιέστερη Τράπεζα όπου κατέθετε μέρος του μισθού του. Η Αστόρια της Νέας Υόρκης που κατοικούσαν τότε πεντακόσιες χιλιάδες Έλληνες είχε γεμίσει κυριολεκτικά με Τράπεζες. Το κακό όμως είναι ότι παρόλο που οι περισσότεροι δημιούργησαν τεράστιες περιουσίες λίγοι χάρηκαν τη ζωή τους. Ίσως η μόνη τους ευχαρίστηση ήταν το χρήμα και οι παχιές καταθέσεις. Κρίμα γιατί η ζωή έχει πολλή ομορφιά και πολλές χαρές. Πρέπει όμως να τις προλάβουμε.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Αναμνήσεις μου από Αμερική


Πρέπει να ομολογήσω ότι όσο ζούσα στην Αμερική κάποια πράγματα ήταν πιό εύκολα από εδώ. Όπως παντελής έλλειψη γραφειοκρατίας, το σύστημα λειτουργεί σίγουρα και τηρείται ο Νόμος. Τα δικαιώματα  του ΝΟΜΙΜΟΥ μετανάστη και οι παροχές του αν είναι άπορος είναι ακριβώς τα ίδια με του Αμερικανού πολίτη. Επίσης υπάρχει αξιοκρατία και εγώ τουλάχιστον δεν αντιλήφθηκα ποτέ ρουσφετολογία. Μπορεί όμως απλά να μου ξέφυγε. Όταν πήγα σχολείο με καλοδέχτηκαν και οι δάσκαλοι και οι μαθητές. Και επειδή δεν γνώριζα καθόλου Αγγλικά (τότε στα γυμνάσια μας δίδασκαν Γαλλικά και αυτά της πλάκας με καθηγήτρια την δεσποινίδα Λαγκούση που καθόλου δεν την λογαριάζαμε) δυο δασκάλες μου (mrs Thomas and miss Crane)  κάθε μέρα μετά το σχόλασμα μου δίδασκαν την Αγγλική. Σε έξι μήνες με είχαν κάνει ξεφτέρι και σε πολλά μαθήματα αρίστευα. Δεν συνάντησα στο πρόσωπό μου ίχνος ρατσισμού χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχε ρατσισμός. Στην συγκεκριμένη πολιτεία (Virginia) δεν φοιτούσαν Αφροαμερικανάκια  στο σχολείο μου και στα  μέσα μαζικής μεταφοράς δεν μπορούσαν να καθίσουν όπου ήθελαν. Αυτό ήταν τραγικό γιατί την ίδια εποχή χιλιάδες πεζοναύτες Αφροαμερικάνοι σκοτώνονταν στο Βιετνάμ. Άρχισα λοιπόν να αντιλαμβάνομαι πώς δεν ήταν και τόσο υπεράνω αυτή η Υπερδύναμη. Μη σας κουράσω όμως. Σε άλλη ανάρτηση θα επανέλθω.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Koρίτσια στον ΄Ηλιο


Επιστρέφω στο υπέροχο καλοκαίρι της πρώτης μου επιστροφής στην Κεφαλονιά. Για να παρατείνω την άδειά μου πήγα στο Γιώργο τον Ιακωβάτο (τον γιατρό) να βρούμε λύση. <<Μην ανησυχείς κυρά μου. Κάτι θα σκαρφιστούμε>>. Μου δίνει λοιπόν μια βεβαίωση ότι 'εχω βαρύτατη λοίμωξη του αναπνευστικού και δεν μπορώ να ταξιδέψω ακόμη. Έτσι λοιπόν παραβίασα την νόμιμη άδειά μου για ένα μήνα αλλά δεν έχασα τη δουλειά μου. (Άνευ αποδοχών βέβαια) αλλά ποιός νοιάζεται για λεφτά όταν κολυμπάει στα μαγικά νερά της Κεφαλονιάς!! Κάποια στιγμή όμως τελειώνει το μαγικό καλοκαίρι και τα (Κορίτσια στον Ήλιο) πρέπει να γυρίσουν σπίτι τους στη δουλειά τους και στους Γονείς τους. Τα υπόλοιπα αυτού του ταξιδιού δεν μοιράζονται. Τα κρατώ στην καρδιά μου γιατί είναι καταδικά μου. Όταν λίγο μετά μπήκε ο Γιώργος στη ζωή μου και μου ζήτησε να παντρευτούμε μου είπε <<Υπό τον όρο ότι το συντομότερο δυνατό επιστρέφουμε στο Νησί μας>> Του είπα <<πριν σου πώ το ΝΑΙ θα σου έβαζα ακριβώς τον ίδιο όρο>>. Και νάμαστε στα Φαρακλάτα στον τόπο που γεννηθήκαμε και οι δυό και που ποτέ δεν μετανοιώσαμε για την επιλογή μας αυτή παρόλο που ο Γιώργος από τριών χρονών μεγάλωσε και έζησε στο Αργοστόλι.

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Κομψότητα μιάς μακρυνής εποχής


Aυτές τις φωτογραφίες μου τις έδωσε η πεθερά μου η Ρόζα Πολλάτου λίγο πρίν πεθάνει. Σε εποχές που μια φωτογραφία ήταν πολυτέλεια για ανθρώπους που ζούσαν σε χωριό, είναι απορίας άξιο πως η πεθερά μου είχε αρκετές τόσο παλιές. <<Ξέρω πως εσύ δεν θα τις πετάξεις στα σκουπίδια>> μου έλεγε. Είναι βέβαια φθαρμένες αλλά τις σέβομαι ακριβώς ως έχουν. Λένε τη δική τους ιστορία. Τα ρούχα είναι υπέροχα. Έχουν φινέτσα , σεμνότητα αλλά και έντονη θηλυκότητα. Πίσω στο λευκό είναι γραμμένο επί λέξη από την πεθερά μου. <<Τα αγαπημένα μου αδέλφια το έτος 1924. Από δεξιά ο Μικρός μας Κωνσταντίνος. Δίπλα του καθιστή η Πανωραία και όρθιες η Στάμω και η Ελπινίκη>>. Εδώ αξίζει να σας πώ ότι ο Κωνσταντίνος Πολλάτος (παρηγόρης) είχε ταβέρνα και για αρκετά χρόνια αφού άφησε την ταβέρνα είχε το περίπτερο έξω από το Νοσοκομείο γιατί ήταν ανάπηρος πολέμου. Πιστεύω ότι πολλοί θα τον θυμούνται αλλά ανάρτησα τη φωτογραφία κυρίως για να σας ταξιδέψω στη μόδα μιάς τόσο μακρυνής εποχής.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Ei You



H Kεφαλονιά το 1973 ήταν μαγική. Δεν είχε τόσο μεγάλο τουριστικό ρεύμα ακόμη και ήταν περισσότερο παραδοσιακή. Η πλατεία ήταν στις μεγάλες της δόξες. Βοσκοπούλα, Βλαχοπούλα με τα υπέροχα γλυκά τους και σύρτα φέρτα στην πλατεία μέχρι τις πρωϊνές ώρες. Σε κάθε διασταύρωση με τούς αρσενικούς υπονοούμενα, ματιές, χαζοκουβέντες και το μαγικό παιχνίδι τού Έρωτα που σπανίως κατέληγε σε ολοκλήρωση μας έβρισκε μέχρι το πρωϊ να σουλατσάρουμε. Τα κορίτσια τότε δεν έβγαιναν εύκολα για ένα καφέ με ένα αγόρι. Ραντεβού κλείνονταν μόνο πονηρά που απέβλεπαν από την πλευρά των κοριτσιών πάντα σε γάμο. Προσωπικά εγώ δεν είχα πρόβλημα να πάω για καφέ η φαγητό με μια παρέα αγοριών που δεν σήμαινε τίποτα περισότερο για μένα και για τα αγόρια. Είχα λοιπόν κάνει υπέροχα φιλαράκια τα οποία με χάσανε σε μια φάση που καψουρεύτηκα με κάποιον. Όχι της παρέας. Τα καμάκια στο δικό μας νησί μάλλον δεν άνθισαν. Πειράγματα όμως και προσπάθεια για ερωτικές συνευρέσεις δεν σταμάταγαν. Καλοκαίρι βλέπεις και Νιάτα. Μια μέρα θυμάμαι μόλις βγήκα από το αυτοκίνητό μου για να κατεβώ στο Μακρή Γιαλό, την είχε στήσει καραούλι (όχι ειδικά για μένα) ένα παλληκάρι γύρω στα 19. Τον ακούω λοιπόν να μου φωνάζει <<Ε γιού>>.Του απαντώ Ελληνικώτατα. <<Δεν μου λες καλόπαιδο με τέτοια αγένεια ελπίζεις να συγκινήσεις μια κοπέλα? Άκου ε γιού. Δεν ντρέπεσαι?>>.<< Μα δεν ξέρω τι να λέω. Βοήθησέ με εσύ>>. Κατεβαίναμε για μπάνιο παρέα και του μάθαινα κάθε μέρα προτάσεις για να την πέφτει στις τουρίστριες. Τον έκαμα ξεφτέρι. Και μη βάζετε πονηρές σκέψεις για μένα . Ήταν χαριτωμένο παιδί αλλά εγώ ήμουν αλλού και ποτέ στη ζωή μου δεν απίστησα σε μιά σχέση. Την τελειώνουμε πρώτα και πάμε γι'άλλα. Τον βλέπω πολλές φορές (οικογενειάρχης πια) και μου λέει με την συμπεριφορά σου έδωσες φτερά στη Νιότη μου και με βοήθησες να τολμώ με τις γυναίκες. Ε όχι δεν θα σας πώ και τ'όνομά του. Τουλάχιστον όχι σήμερα.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Επιστροφή


Δέκα χρόνια πέρασαν από τότε που μετανάστευσα στην Αμερική νεαρή έφηβη. Κοπέλα πλέον εργαζόμενη αποφάσισα πώς είναι καιρός να κάνω την πρώτη μου επάνοδο στην Πατρίδα. Η έκτη μέρα του Ιουλίου 1973 με βρήκε λοιπόν στούς αιθέρες ανεξάρτητη μόνη να επιστρέφω στον τόπο μου. Πετούσα με την Ολυμπιακή (του Ωνάση) αν και ήμουν τόσο ευτυχισμένη που κόντεψε να βγάλω δικά μου φτερά. Και λίγο μετά την απογείωση ακούω το εξής καταπληκτικό. <<Καλημέρα κυρίες και κύριοι σας  ομιλεί ο Κυβερνήτης Αλέξανδρος Παρίσης σας καλωσορίζει και σας υπόσχεται ένα ευχάριστο και ασφαλές ταξίδι>> και λοιπά και λοιπά. Ναι μιλάμε για τον Δήμαρχό μας Αλέξανδρο Παρίση Νέος και γοητευτικός τότε Κυβερνήτης της Ο.Α. Αν δεν πείθεστε μπορείτε να τον ρωτήσετε. Όταν η Ολυμπιακή άλλαξε χέρια ο Αλέκος μας πετούσε με την Λουφτάνσα. Δεν είναι εύκολο να περιγράψω τα συναισθήματά μου όταν πάτησα την Ελληνική γή και στην Αθήνα που την λάτρευα. Την απέραντη όμως χαρά την βίωσα όταν λίγες μέρες μετά μπήκα στο φέρυ μπόουτ για την Κεφαλονιά. Ζήτησα από έναν συνεπιβάτη να με φωτογραφίσει και νομίζω ότι φαίνεται η ευτυχία μου. Γύρναγα στον τόπο που με γέννησε, και με ένα νόμισμα πολύ ισχυρό στην τσέπη για την εποχή εκείνη που μου επέτρεπε κάθε είδους τρέλα. Για την διαμονή μου επέλεξα το Μεντιτερανέ στη Λάσση και νοίκιασα από τον Αλκηβιάδη τον Πεφάνη ένα φανταστικό Μπεμβέ. Τότε γνώρισα την απέραντη ομορφιά του Νησιού μου. Το ερωτεύθηκα και ο Έρωτας αυτός καλά κρατεί. Έχω πολλά να σας πώ για το καλοκαίρι εκείνο γι'αυτό θα επανέλθω στις επόμενες αναρτήσεις μου.

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Γαμπρός Κελεπούρι


Στο New Port News που ζούσαμε το Ελληνικό στοιχείο δεν ήταν σαν της Μητροπολιτικής Νέας Υόρκης. Στην γνωστή Αστόρια ζούσαν τότε πεντακόσιες χιλιάδες Έλληνες. Στη δική μας πολιτειούλα η ενορία μας Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης είχε τότε επίσημα μέλη της 200 οικογένειες. Πληρώναμε συνδρομή για να καλύπτουμε τον ιερέα μας και τους δασκάλους που δίδασκαν την Ελληνική γλώσσα. Θυμάμαι όταν με γνώρισαν και μένα (καινούργιο αίμα από την Ελλάδα) όλες οι μανάδες θέλανε να με κάνουν νύφη τους κι ας ήμουνα μόλις 15 χρονών. Και οι γυιοί τους πάνω από 25. Λογάριαζαν βέβαια χωρίς τον Ξενοδόχο. Αφ'ενός γιατί ο γάμος δεν ήταν στις προθέσεις μου και αφ'ετέρου γιατί τα παιδιά τους γεννημένα στην Αμερική είχαν άλλες αντιλήψεις και σίγουρα ταίριαζαν περισσότερο με Αμερικανίδες η τουλάχιστον Ελληνίδες γεννημένες εκεί. Ο αδελφός μου ήταν πολύ πειραχτήριο και σκάρωνε τρελές ιστορίες. Μια μέρα ήλθε και με πήρε από το Σχολείο μου ενώ δεν χρειαζόταν, και μου λέει <<ήλθα να σε ενημερώσω ότι στο σπίτι σε περιμένουν δύο γαμπροί με τη μάνα τους. Δίδυμα αδέλφια ομορφόπαιδα. Δεν έχεις παρά να διαλέξεις>>. Με έφαγε το αίμα μου ότι κάτι μου σκαρώνει. Πράγματι βρίσκω δύο παιδιά που έβλεπες από μακριά πως χάνουν λάδια με τη μάνα τους την Αθηνά που δεν διέθετε καθόλου από τη σοφία της Θεάς. Τους χαιρέτησα βέβαια ως όφειλα κάθησα στο σαλονάκι μας αλλά τι να έλεγα? Αυτοί με κοίταζαν και οι δύο σαν να ήμουν εξωγήϊνη ο αδελφός μου χάσκιζε και εγώ ήθελα να ανοίξει η γή να με καταπιεί. Ξαφνικά ο ένας από δαύτους που η μισή του γλώσσα κρεμόταν έξω από το στόμα του,(αυτός έχανε περισσότερα λάδια από τον αδελφό του)με κοιτάζει με ύφος τρομαχτικό και μου λέει <<Έχετε αποχωρητήριο?>>. Η μάνα του τού λέει << τι κουβέντα είναι αυτή που λές στο κορίτσι. Δεν ντρέπεσαι?>> <<Αφού έχω να χέσω που θα τα κάμω. Στο πάτωμα. Και που ξέρω εγώ αν έχουν αποχωρητήριο>>. Να μη σας πολυλογώ μας κατάχεσε ο γάμπρουλας μια εβδομάδα βρώμαγε η τουαλέτα μας και εγώ δύο μήνες είχα κόψει και την καλημέρα στον αδελφό μου. Αυτός όμως που τώρα ζεί στην Αργυρούπολη ακόμα γελάει και εγώ θυμάμαι με κάποια συμπάθεια και συμπόνια τον πρώτο γαμπρό που μού προξένεψαν στην Αμερική.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Ηλιοκαμένα καμάκια


 Στο τμήμα μου είχα προϊσταμένη μια γοητευτική πενηντάρα, κάθετα εναντίον του γάμου αλλά πολύ υπέρ του Έρωτα. Ονομαζόταν Souzan Halota. Αμερικανίδα από γενιά Ιρλανδών. Κάθε χρόνο ερχόταν στην Ελλάδα για διακοπές. Κάθε φορά σε διαφορετικό νησί. Όταν επέστρεφε με καλούσε για καφέ και μου έλεγε. << Πως αντέχεις να ζείς μακριά από την υπέροχη Πατρίδα σου>>?<<θα επιστρέψω >> της έλεγα. <<Αυτά τα ονειρεμένα καμάκια σας με τα ηλιοκαμένα αλμυρά κορμιά τους που να τα βρώ στην Αμερική? Τι με νοιάζει εμένα αν έρχονται για τα δολάριά μου. Μου φέρονται με τόση φινέτσα με κάνουν να αισθάνομαι πριγκίπισσα και όταν μου κάνουν έρωτα βγάζουν τόσο πάθος που γίνομαι 20 χρονών. Και για πολύ καιρό πιστεύω ότι ξανάγινα κοριτσάκι. Και καθόλου δεν προσποιούνται. Είναι πραγματικοί Θεοί. Να μην παντρευτείς Αμερικανό. Έλληνα μόνο>>. Μιλάμε βέβαια για την εποχή 1965 που το καμάκι είχε μεγάλο σουξέ. Νομίζω πως πρέπει να αναγνωρίσουμε στα υπέροχα καμάκια μας ότι προώθησαν με τον τρόπο τους τον τουρισμό μας και κυρίως έκαμαν πολλές γυναίκες κάποιας ηλικίας ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ έστω και απατηλά. Όσα ζουν ακόμη ώρα τους Καλή. Όσα έχουν φύγει Αιωνία τους η μνήμη.

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Aθήνα μου Αθήνα μου


Το Φθινόπωρο του 1961 έφυγαν και οι Γονείς μου για Αμερική για να καλέσουν εμένα στη συνέχεια. Έμεινα λοιπόν στην Αθήνα όπου συνέχισα τις σπουδές μου στο Γυμνάσιο. Σε μια υπέροχη θεία στο Θησείο με το παράθυρό μου να βλέπει την Ακρόπολη. Μαγική τότε η Αθήνα. Φοιτούσα στο Ένατο Θηλέων στην οδό Λιοσίων λίγο μετά την πλατεία Βάθη. Για να συντομεύω την διαδρομή διέσχιζα την οδό Ακομινάτου. Όσοι γνωρίζουν από Αθήνα ξέρουν ότι η Ακομινάτου ήταν γεμάτη κόκκινα φαναράκια. Οίκοι ανοχής φτωχικοί με κοπέλες όμως πανέμορφες. Ποτέ δεν φοβήθηκα, ποτέ δεν με ενόχλησε κανένας. Πέρναγα με την μαύρη μου ποδιά με άσπρο γιακά και τα εκδιδόμενα κορίτσια στα παράθυρά τους ντυμένες ελάχιστα καλούσαν τους περαστικούς. Ήταν όμορφες και κάθε φορά πού τις χαιρέταγα μου έλεγαν <<Να διαβάζεις κοριτσάκι μου. Να σπουδάσεις γιατί κι εμείς αν ξέραμε γράμματα δεν θα γινόμαστε πόρνες>>. Τις θυμάμαι με αγάπη και σεβασμό. Πέρασα ονειρεμένα στην Αθήνα. Δύο χρόνια πήρε για να πάω στους Γονείς μου κι αυτό γιατί ήμουν ανήλικη διαφορετικά θα αργούσα πολύ περισσότερο. Όλες μου οι φίλες με συνόδεψαν στο αεροδρόμιο, και ρίξαμε το κλάμα της ζωής μας. Δεν ήθελα να φύγω ήμουν στην πιό όμορφη ηλικία στην ονειρεμένη εφηβεία σε μια υπέροχη πόλη, και φυσικά ζούσα τον εφηβικό γλυκύτατο αθώο Έρωτα. Πως να πείς αντίο σε όλα αυτά. Έπρεπε όμως να πάω στους Γονείς μου στ'αδέλφια και στον παππού και τη γιαγιά μου (εκ μητρός). Τι βρήκα εκεί πως μου φάνηκε η Αμερική θα σας πώ στην επόμενη ανάρτηση. Θρηνούσα για πολύ καιρό τόσο που ο πατέρας μου έλεγε στη μάνα να με στείλουν πίσω στην θεία μου στην λατρεμένη μου Αθήνα. Παρά το κλάμα μου γράφτηκα στο σχολείο το Αμερικάνικο και σιγά σιγά καταλάγιασε ο πόνος μου.  Μα θα τα πούμε προσεχώς.

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Αντίο Πατρίδα

Αθήνα 1955 στην Πλατεία Συντάγματος. Από δεξιά Γεράσιμος Πολλάτος (μπούνος) αδελφός μου, Ωραία Κωνσταντάκη, Διαμαντίνα Λυκούδη (μάνα μου) και Διονύσης Κωνσταντάκης (πατέρας του Άγγελου). Μισή ώρα μετά ο Γεράσιμος και ο Διονύσης αποχαιρέτησαν τις μανούλες τους στο Ελληνικό αεροδρόμιο και πήραν τον δρόμο της ξενειτιάς , όπου δούλεψαν μαζί για χρόνια ανοίγοντας κατάστημα εμπορικό στο οποίο έβρισκες τα πάντα. Ίσως είναι οι μόνοι μετανάστες που δεν έπλυναν πιάτα και παραμένουν φίλοι από τὀτε που γεννήθηκαν. Athens 1955 the day my brother Jerry Pollatos and his friend Dionisis Konstantakis took the plane to America. Their mothers said goodby to them with a broken heart at the airport Ellinikon. Jerry and Denis are still the best friends.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Γυναίκες άλλης εποχής



Ο πρώτος της οικογένειάς μας που πήρε το δρόμο του ξενιτεμού, ήταν ο πατέρας της μάνας μου ο λατρευτός Νόνος (παππούς). Δύσκολες εποχές τότε για τούς μετανάστες. Στο άγνωστο έφευγαν με βάρκα την ελπίδα. Ο νόνος μου έφυγε το 1919 και άφησε πίσω τρείς κόρες με την μάνα μου πού ήταν η μεγαλύτερη μόλις πέντε χρονών. Ώσπου να καταφέρει να τις καλέσει κοντά του, πέρασαν πολλά χρόνια. Το 1932 που τους έκανε την πρόσκληση η μάνα μου ήταν ήδη παντρεμένη και είχε το πρώτο της παιδί. Έτσι δεν ακολούθησε τη μάνα και τις αδελφές της. Η τελευταία που μετανάστευσε ήμουν εγώ αφού προηγήθηκαν οι γονείς μου, και με κάλεσαν αμέσως επειδή ήμουν ανήλικη. Μόλις 14 χρονών. Είχα την ευτυχία να προλάβω και να γνωρίσω τον παππού και την γιαγιά μου οι οποίοι δεν γύρισαν ποτέ στην Ελλάδα ούτε για μια φορά. Ο Νόνος μου τόσα χρόνια μόνος δεν χαριζόταν στη Νόνα μου. Την κεράτωνε αβέρτα. Μου έλεγε λοιπόν ιστορίες για τη σχέση τους ξεκαρδιστικές. <<Άκου τα χάλια της νόνας σου. Όταν κατέβηκα να τις παραλάβω στη Νέα Υόρκη έκλεισα δύο ωραία δωμάτια σε Ξενοδοχείο και όταν βρεθήκαμε στο δικό μας και την περίμενα τέλος πάντων ο μαγκούφης μετά από τόσα χρόνια, άνοιξε μια παλιοβαλίτζα πού είχε φέρει και άρχισε να βγάζει από μέσα αδειανές μπουκάλες. Μπουκάλες να δούν τα μάτια σου. Κουρλάθηκες Χριστιανή μου τη ρώτησα. Που στο διάολο βρήκες τόσες μπουκάλες και τις κουβάλησες στην Αμερικη>>? <<Σπύρο μου όσες μπουκάλες με ποτά μας σερβίρανε στο καράβι εγώ τις φύλαγα. Είχανε και βούλωμα γιατί να πάνε χαμένες>>. <<Σκέφτηκα ρε Σπύρο βάλτη πίσω στο καράβι που φεύγει το πρωϊ για Ελλάδα αλλά τα κορίτσια σου τι θα γίνουν. Τέλος πάντων το κατάπια και την περίμενα να γδυθεί και νάρθει στο κρεβάτι. Και δόστου να βγάζει φανέλες και δόστου να βγάζει μεσοφόρια και στο τέλος μούρχεται με μια κούδα (κιλότα) κάτω από τα γόνατα ,βάζει και ένα καπέλο δαντελένιο στο κεφάλι της μην κρυώσει και πέφτει δίπλα μου. Εγώ ήθελα να ανοίξει η γή να με καταπιεί. Πώς να την πλησιάσω που το έρημο το εργαλείο μου κρύφτηκε και δεν παρουσιαζόταν με τίποτα. Προσπάθησα πολύ να τη συνεφέρω της αγόρασα κιλότες ωραίες νυχτικές , ποτέ δεν τις φόρεσε ποτέ δεν αρνήθηκε τα βρακιά της και το καπελάκι της και έτσι κοιμόμαστε σε χωριστές κρεβατοκάμαρες>>. <<Γιατί νόνα μου άφησες τον εαυτό σου που ήσουν πολύ νέα γυναίκα να χάσεις τον έρωτα με τον παππού μου που είναι και όμορφος άνδρας>>? <<Ένας πόρνος είναι ο νόνος σου που ήθελε να με κάνει σαν τις πουτανάρες που έβλεπε τόσα χρόνια μα δεν του έκαμα τη χάρη>>. Η νόνα μου έζησε πολύ μετά το νόνο μου. Πέθανε 98 χρονών. Μέχρι το τέλος της ζωής της πόρνο τον ανέβαζε πόρνο τον  κατέβαζε παρόλο που τον λάτρευε όσο τη λάτρευε και κείνος. Μια αγάπη Θεϊκή μα χωρίς τη χαρά του Ἐρωτα. Κρίμα λέω κάθε φορά που τους θυμάμαι.

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Επιστολή προς Άμος Παμπαλόνι


Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του <<Λοχαγού Κορέλι>>, ο Άμος Παμπαλόνι (ο πραγματικός Κορέλι) μου χάρισε αντίγραφο της επιστολής που έλαβε από τον ιερέα Δ. Κωνσταντάκη εις απάντηση δικής του επιστολής.

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Μετά Φόβου Θεού


Όταν αγόρασα το πρώτο μου αυτοκινητάκι, ένα χαριτωμένο Σεβέλ της Σεβρολέητ ,με τη βοήθεια βέβαια των Γονιών μου,  αφού ήμουν μόνο 17 χρονών, υποσχέθηκα στη μάνα μου και στη μάνα της τη λατρεμένη μου Νόνα, μια μεγάλη βόλτα όπου θέλουν. Η νόνα μου ζήτησε να την πάω να λειτουργηθεί σε ένα Μοναστήρι με Έλληνες μοναχούς. Κοντά στο Άλμπανυ της Νέας Υόρκης. Πάνω σε βουνό δυό ώρες ανηφορικής οδήγησης. Η λειτουργία ήταν Θεϊκή. Ανάταση ψυχής. Η νόνα μου ήθελε τόσο να μεταλάβει αλλά είχαμε φάει πρωϊνό κι έτσι ούτε να το διανοηθεί. Άρχισε όμως τους αναστεναγμούς. <<Βρέ νόνα μου να μεταλάβεις>> της έλεγα .<<Κάναμε τόσο δρόμο. Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχουσιν>> της έλεγα γιατί δεν άντεχα τα αχ και βαχ της. Με τα πολλά την έπεισα. Όταν στο Αρχονταρήκι μας πρόσφεραν καφέ έτρεξε κλαίγοντας στον Ηγούμενο να εξομολογηθεί το ατόπημά της. Και κείνος της είπε τα εξής. <<Όταν ο ιερέας καλεί τους πιστούς να μεταλάβουν δεν καλεί τους νηστικούς η τους ταϊσμένους. Βγαίνει στην μεσαία Πύλη του Ιερού με το Δισκοπότηρο υψωμένο και ψάλει ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ ΘΕΟΥ,ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ ΠΡΟΣΕΛΘΕΤΕ>>. Ποτέ δεν ξέχασα τα λόγια του και πόσο ευτυχισμένη έκαμε τη Νόνα μου.

 

Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε


Την Παρασκευή το βράδυ πήγα στην ακολουθία των Χαιρετισμών  της Παναγίας. Πάντοτε από παιδί με μάγευαν οι Εσπερινές και οι Ολονύκτιες  ακολουθίες, χωρίς να έχω ακόμη συσχετίσει όλα αυτά με τη Θρησκεία. Ήμουν πολύ μικρή για να εκτιμήσω το Μεγαλείο της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας. Ακολουθούσα τη μάνα, όπως άλλωστε όλα τα παιδιά της εποχής εκείνης, και πειθαρχούσαμε γιατί από μόνος του ο χώρος μάς επέβαλε τον Σεβασμό. Μόνο ταπεινά κεράκια φώτιζαν τις μορφές των Αγίων, η εκκλησία γεμάτη άνδρες, γυναίκες και παιδιά.         Λιβάνι μεθυστικό, κατάνυξη, ψαλμωδίες υπέροχες και ο  μοναδικός παπά Διονύσης Κωνσταντάκης που όπου κι αν με πηγε η ζωή τέτοιον παπά δεν ξανάκουσα. Τώρα βέβαια άλλαξαν πολλά. Η τηλεόραση μας κρατά σπίτι, οι μανάδες ίσως έχουν άλλες απόψεις, τα συστήματα στα σχολεία διαφορετικά, και οι εκκλησίες δεν γεμίζουν πιά. Πιθανόν οι τωρινοί νέοι να πιστεύουν περισσότερο από τους παλιούς και να είναι πιό ουσιαστικοί ως προς τα κάθε είδους πιστεύω τους, αλλά νομίζω ότι η ευτυχία και η αγαλλίαση που νοιώθαμε εμείς στο χώρο της εκκλησίας δεν συγκρίνεται με τίποτα. Είχαμε τη φτώχεια μας τότε αλλά οι αγωνίες των σημερινών παιδιών τρομερές και δεν έχουν που να καταφύγουν και ποιόν να εμπιστευτούν για τα προβλήματα που εμείς τους κληρονομήσαμε. Να θυμούνται όμως ότι αναμφισβήτητα υπάρχει Θεός και η εκκλησία δεν είναι άσχετη μαζί του.

 

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Γραφικοί και Ακίνδυνοι


Την εποχή που κύριο μέλημα φτωχών βιοπαλεστών ήταν η εξασφάλιση του <<Άρτου ημών του επιούσιου>> οι τρέλες μας, αν και γραφικές και τελείως ακίνδυνες, έμεναν χωρίς κάποια βοήθεια για βελτίωση των συμπτωμάτων  αυτών των ψυχών που σίγουρα βασανίζονταν. Ψυχίατροι σίγουρα υπήρχαν αλλά για τη φτωχολογιά ήταν μια πολυτέλεια άπιαστη. Κάτι όμως έπρεπε να κάνουμε εμείς οι << Γνωστικοί>> για να τους γιατρέψουμε. Ο ιερέας του χωριού έπαιζε σημαντικό ρόλο. Επέβαλε σε όλους μας Νηστεία σαράντα ημερών τα περίφημα ΣΑΡΑΝΤΑΡΙΑ, στα οποία η δική μου τουλάχιστον μάνα, αναγκαστικά  επέβαλε και  μας τα παιδιά. Κάποιες μέρες της εβδομάδος ούτε λάδι. Κάθε απόγευμα κατά τη διάρκεια του σαρανταριού  ο ιερέας μας Ο παπά Διονύσης, διάβαζε παράκληση κατά την διάρκεια της οποίας είμαστε μικροί μεγάλοι στα γόνατα, και προσευχόμαστε υπέρ υγείας του πάσχοντος. Πολλοί εθεραπεύοντο μέσα από αυτές τις Νηστείες και αυτό ο απλός λαός της εποχής το θεωρούσε θαύμα. Σήμερα βέβαια θα αποδίδαμε το θαύμα στην αποτοξίνωση. Πάντως όλοι οι <<βαρεμένοι μας>> ήταν γραφικοί και ποτέ επιθετικοί. Θυμάμαι έναν παπά που λειτουργούσε στον Άη Γιάννη τον Θεολόγο στα Ραζάτα, και τον βλέπαμε για χρόνια σε παγκάκι έξω από το Βέγιο Ψυχιατρείο το ξύλινο στην οδό Σουηδίας να καπνίζει ασταμάτητα. Ήταν όμορφος, θύμιζε λίγο Ρασπούτιν και τον έλεγαν παπά Ευγένιο πάντα ρασσοφόρος. Τα πρώτα συμπτώματα της λόξας του άρχισαν με το εξής περίεργο. Ενώ διάβαζε την Ευαγγελική Περικοπή στα μισά του κειμένου έκλεινε με οργή το Ευαγγέλιο κοίταζε με άγριο βλέμμα τον κόσμο και βροντοφώναζε << ΚΑΙ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ>>. Είμαι σίγουρη πώς τον θυμούνται πολλοί ακόμη γιατί πέθανε μετά το 1960. O ιερέας στον οποίον αναφέρομαι ότι διάβαζε της παρακλήσεις υπέρ Υγείας,  είναι ο Παπά Διονύσης Κωνσταντάκης της φωτογραφίας, με τον εγγονό του Διονύση πατέρα του Άγγελου Κωνσταντάκη προέδρου της Κ.Ε.Δ.Η.Κ.Ε.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Καλειδοσκόπιο

Ψάχνοντας τις αναμνήσεις μου σήμερα θυμήθηκα μια γυναικούλα γειτόνισά μας πού
πέρασε τη ζωή της ολομόναχη με παρέα τα ζωάκια της, και  έχανε λάδια από νέα. Μία μέρα ήλθε σπίτι μας απελπισμένη. <<Διαμαντίνα μου έχασα το κλειδί του πορτονιού μου και δεν μπορώ να μπώ στο φτωχικό μου>>.  Μιλάμε για κλειδιά την εποχή εκείνη από βαρύ μασίφ σίδερο τεράστια που η υποδοχή τους ήταν κανονικό καλειδοσκόπιο
. << Βρέ  Λαμπρούλα μου μην στεναχωριέσαι. Ολόκληρο κλειδί δεν χάνεται. Ψάξε καλά.>> << Κάποια κότα θα μου τόφαγε αλλά θα την τακτοποιήσω εγώ>>. Πού να φανταστεί η μάνα τι θα επακολουθούσε. Έσφαξε και τις δέκα κότες της μα κλειδί δεν βρήκε. Από τότε μέχρι και σήμερα αν χάνουμε κάτι λέμε θα το κατάπιαν οι κότες  της Λαμπρούλας.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Λιτανεία του Ευαγγελισμού 1955


Όταν ο πατέρας μου είχε μπεί σε βαθειά γεράματα, τότε που οι άνθρωποι θυμούνται μόνο τα παλιά τον τελευταίο χρόνο της ζωής του μου έλεγε κάθε μέρα την ιστορία του και τα γέρικα μάτια του έλαμπαν από τα δάκρυα αλλά και υπερηφάνεια. Την καταθέτω όπως ακριβώς μου την έλεγε.
  <<Άκου θυγατέρα όταν γυρίσαμε από τον πόλεμο με τους Ιταλούς, όπου είχαμε πολεμήσει καμιά τριανταριά Φαρακλάδες και είχαμε Λοχία μας τον Τάση τον Σιμάτο , μέρες πριν το πανηγύρι μας κάλεσε όλους με τα στρατιωτικά μας ρούχα και τα όπλα μας και ξανάγινε Λοχίας μας. Το απόγευμα του Ευαγγελισμού κανονικά παρατεταγμένοι  πρωπορευόμαστε  της εικόνας της Βαγγελίστρας και σε τακτά διαστήματα μας πρόσταζε ΠΥΡ. Και ο ένας μετά τον άλλον πυροβολούσαμε ψηλά στον αέρα. Ο Σταθμάρχης της Χωροφυλακής στα Δειλινάτα ακούγοντας τις ομοβροντίες κατέβηκε με τζίπ ανήσυχος στο χωριό. Μόλις τον είδε ο Λοχίας μας διέταξε ΠΡΟΣΟΧΗ αλτ. ΠΑΡΑ ΠΟΔΑΣ αλτ. Ο Σταθμάρχης τους χαιρέτησε στρατιωτικά και ακολούθησε την λιτανεία και οι ομοβροντίες συνεχίστηκαν για πολύ μέχρι που η Βαγγελίστρα επέστρεψε στην εκκλησία και το άγημα απέδωσε Τιμές.>> Δεν ξεχνώ ποτέ αυτή την διήγηση του πατέρα μου. Σ
ήμερα δεν ζεί κανένας από τα φανταράκια ούτε ο Λοχίας τους και για χρόνια μετά Πρόεδρος της Κοινότητας. ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥΣ Η ΜΝΗΜΗ

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Βοήθεια ο Άγιος


Όταν ο Θεός σκηνοθετούσε την δημιουργία του Κόσμου έκατσε και σκέφτηκε << Καλό θα είναι να φτιάξω και κάποια πλάσματα ιδιαίτερα και ξεχωριστά>>. Έτσι έφτιαξε εμάς τους Κεφαλονίτες. Τέλος πάντων δεχόμαστε ότι ξεκίνησε με τους Ληξουριώτες. Όλοι μας λίγο τρελοί ίσως μα οπωσδήποτε ξεχωριστοί και πανέξυπνοι. Ανήσυχοι καί ταξιδευτές γι'αυτό μας βρίσκουν σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γής. Στην τρέλα μας δεν είμαστε επιθετικοί και επικίνδυνοι μα περισσότερο γραφικοί και χαριτωμένοι. Καλού κακού όμως χρειαζόμαστε και έναν Άγιο. Οι άνθρωποι νομίζω ότι σύμφωνα με τις ανάγκες τους προσάπτουν στον Άγιό τους την πρέπουσα ειδικότητα. Έτσι και μείς δώσαμε στον Άγιό μας τον Γεράσιμο την ειδικότητα των δικών μας αναγκών. << Φρόνηση τους νοσούντας Δαιμονούντας ιάται >>. Βοήθεια ο Άγιος λοιπόν στους απανταχού Κεφαλλήνες που τον Τιμούν όπου και να βρίσκονται.

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Μέρα Λαμπρή




Απρίλης το 1950 Πάσχα. Η τελευταία φωτογραφία πού βγάλαμε μαζί όλα τα παιδιά της οικογένειας. Όρθια δεξιά η πρώτη μας αδελφή η Ερατώ 17 χρονών αφρατούλα . Ο αδελφός μας ο Γεράσιμος 15 χρονών δίπλα του όρθια εγώ 5 χρονών τσουγκρίζουμε το Πασχαλινό αβγό και καθιστή η Τασούλα μας 12 χρονών. Κάποιος ερασιτέχνης φωτογράφος διάβαινε έξω από το σπίτι μας και η μάνα τον παρακάλεσε να μας απαθανατίσει. Λίγες μέρες μετά ακριβώς την Πρωτομαγιά η Ερατώ μας πήρε το δρόμο της ξενιτιάς. Έφυγε για Αμερική όπου την περίμεναν ο Νόνος και η Νόνα μας από την πλευρά της μάνας μας. Ήταν η πρώτη απέραντη θλίψη που βίωσα ως παιδί και που ποτέ δεν ξεπέρασα. Μέχρι σήμερα μου είναι τρομερά δύσκολο να πώ αντίο σε κανέναν.
 
 

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Κεραμιδόγατοι


Στην εποχή που αναφέρονται οι ιστορίες μου κάποιοι νέοι ζευγάρωναν για πρώτη φορά μετά το γάμο τους. Για κάποιους κυρίως για τους άνδρες δεν ήταν πάντα εύκολο. Μια ξαδέρφη της μάνας μου λοιπόν αργούσε να κρεμάσει το φονικό σεντόνι και άρχισαν τα παρατράγουδα. Πέρασε ολόκληρος μήνας αναίμακτος. Κι έρχεται μια μέρα στο σπίτι μας πέφτει στην αγκαλιά της μάνας μου και χτυπιόταν η φουκαριάρα. <<Βρέ ξαδέρφη σύνελθε. Τι σου συμβαίνει?>>.<< Διαμαντίνα μου ένα μήνα παντρεμένη μονάχη μου κοιμάμαι. Μόλις δειπνήσουμε και είναι ώρα να πάμε στο κρεβάτι ανεβαίνει απάνου στα κεραμίδια του στάβλου για να μη τον φτάνω και κοιμάται σαν κεραμιδόγατος εκεί.>> Τρελάθηκε η μάνα μου. Κανονίστηκε να του μιλήσει ο πατέρας μου. <<Βρε ευλογημένε τι έπαθες?Έχεις τέτοια κοπέλα στο κρεβάτι σου και κοιμάσαι με τους γάτους?Και όταν χειμωνιάσει τι διάολο θα κάνεις>> <<Θα κοιμάμαι στο λινό στο κατόϊ μου>>. << Μα τι έχεις τελοσπάντων τι φοβάσαι. Δεν θα σε φάει μωρέ η κοπέλα>>, Δεν φοβάμαι τίποτα και καμία αλλά εγώ με άνθρωπο που τρώω ψωμί και πίνω κρασί στο ίδιο τραπέζι δεν παίζω τα καβάλια>>. Έτσι λύθηκε το μυστήριο τρώγανε χώρια μέχρι που ξεκουρλάθηκε ο γαμπρός και η νύφη για καιρό δεν μπορούσε να πάρει τα ποδάρια της γιατί ο γάμπρουλας ενοούσε να εισπράξει τα αναδρομικά του.

Στούς φίλους του μπλόγκ μου


Αφού ευχαριστήσω τους φίλους που μπαίνουν στο μπλόγκ μου και με διαβάζουν θα θελα να τους εξηγήσω ότι επιμένω σε ιστορίες πικάντικες ίσως και λίγο τολμηρές γιατί σε μιά εποχή χωρίς τηλεόραση, χωρίς ραδιόφωνο, χωρίς ρεύμα και τηλέφωνο αυτά τα γεγονότα μας έδιναν κέφι και γέλιο χωρίς ποτέ να χλευάζονται οι πρωταγωνιστές τους. Μέσα βέβαια σε όλα αυτά μεγάλωνα κι εγώ σιγά σιγά και μαζί μου μεγάλωναν και τα φιλαράκια της γειτονιάς μου και οπωσδήποτε άλλαζαν και κάποιες νοοτροπίες προς το καλύτερο, μα χάναμε κάτι από τη μαγεία που απλά πράγματα μας έδιναν. Υπόσχομαι ότι παρόλο που έχω ακόμη πολλές ιστορίες για γέλια σύντομα θα σοβαρευτώ και ελπίζω να με διαβάζετε το ίδιο και τότε.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Ραπτομηχανές Σίγγερ


 
Οι μητέρες αλλά και τα ίδια τα κορίτσια της οικογένειας , άσχετα από το οικονομικό τους επίπεδο, φρόντιζαν τα τής προίκας. Με το λάδι που πούλαγαν συνήθως κρυφά από τον νοικοκύρη, με εμπόριο αγριολάχανων, αυγών την εποχή που γένναγαν οι κότες, με ξύλα που φόρτωναν τα γαϊδούρια τους και τα πούλαγαν στούς ξυλόφουρνους του Αργοστολιού, αγόραζαν λευκό καμπρένιο ύφασμα για τα σεντόνια και τις μαξιλαροθήκες που στη φτωχότερη κοπέλα έπρεπε να είναι τουλάχιστον από δώδεκα. Από δώδεκα και πετσέτες,  τραπεζομάντηλα αρκούσαν και έξι, πετσέτες φαγητού και ότι άλλο είδος ρουχισμού. Κομπινεζά, κιλότες, σουτιέν, κάλτσες τουλάχιστον από ντουζίνα και πάνω. Επίσης κάποια στοιχειώδη έπιπλα όπως κρεβάτι ήταν καλοδεχούμενα αλλά όχι επιβεβλημένα όπως ήταν τα ρούχα. Όλες όμως οι κοπέλες έπαιρναν προικιό και τη ραπτομηχανή τους. Αν μάλιστα ήταν και του ποδιού ολόκληρο έπιπλο ακόμα καλύτερα. Απαραίτητο για να μπαλώνει τα παιδιά της. Την εβδομάδα του Γάμου την Πέμπτη όλα τα προικιά σε κανίστρες και σε δημόσια θέα κουβαλιόνταν στο σπίτι του Γαμπρού όπου γινόταν και το στρώσιμο του κρεβατιού με ωραία κεντημένα σεντόνια κάτασπρη κουβέρτα και  θαυμάσιες μεγάλες μαξιλάρες γεμάτες κεντήματα λευκά. Πέταγαν και ένα αγόρι στη μέση του κρεβατιού για ευνόητους λόγους. Ποτέ κορίτσι. Μας είχαν παρακατιανές και γρουσούζες. Κάποια κορίτσια μάθαιναν και κέντημα στις μηχανές εκτός από ραπτική. Ανάμεσά τους και η μητέρα μου η οποία έκανε αριστουργήματα στη μηχανή με τελάρο. Βρήκα αυτή τη φωτογραφία με τις πρώτες μηχανές Σίνγκερ και τον δάσκαλό τους που στο Δημοτικό μας Σχολείο δίδασκε στα κορίτσια την τέχνη του κεντήματος. Από όλα αυτά τα νεαρά χαριτωμένα πλάσματα δεν ζεί πλέον καμία. Το βελάκι σταματά πάνω στη μητέρα μου. Την μηχανή της την έχω στο σπίτι μου κειμήλιο.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Αθάνατη Λυσιστράτη


 Πολλοί νέοι την εποχή εκείνη έβλεπαν για πρώτη φορά γυναίκα μόνο όταν στρατιώτες επισκέπτονταν μοιραίως τα πορνεία. Μερικοί ερωτεύονταν κάνα κορίτσι στα μέρη που υπηρετούσαν. Μην ξεχνάμε ότι η θητεία τότε διαρκούσε δύο χρόνια και αν υπήρχαν και τιμωρίες μπορεί να γινόταν και τρία μέχρι το απολυτήριο. Άφθονος δηλαδή χρόνος να ανθίσουν έρωτες. Έτσι ένα γειτονάκι μας έφερε μια κοπέλα από την Βέροια. Παρόλο που ήταν επίσημα αρραβωνιασμένοι δεν την άγγιξε στο επίμαχο σημείο γιατί όφειλε στη μάνα του το σεντόνι της παρθενίας. Ως εδώ όλα ωραία και καλά. Και ο Γάμος έγινε και το σεντόνι κρεμάστηκε και το είδαμε όλοι αλλά ο γαμπρός ήταν τρομερός τσιγκούνης. Αληθινός Σκρούτζ ο κερατάς. Φεύγοντας λοιπόν το πρωί για δουλειά κλείδωνε τα πάντα ακόμη και το αλάτι και το ψωμί και η κοπέλα έμενε θεονήστικη ώσπου να γυρίσει ο κλειδοκράτορας και κείνος να αποφασίσει τι θα μαγειρέψει. Πόσο να αντέξει νεαρό κορίτσι την πείνα της. Ερχόταν σε μας και σε άλλα γειτονικά σπίτια και κάτι τη βολεύαμε. Οι γυναίκες όμως αποφάσισαν πως πρέπει να γίνει ένα καλό μάθημα στον Σκρούτζ. Την συμβούλεψαν λοιπόν να μην του ξανακάτσει. << Άκου τι θα κάμεις. Δεν θα ξανανοίξεις στον τσιγκούναρδο τα σκέλια σου με τίποτα. Θα του πείς ότι αν ξαναπάρει τα κλειδιά του κασονιού και του αρμαργιού να πηδολογάει τις προβατίνες του και όχι εσένα>>. << Ορές χριστιανές θα μου κόψει το λαιμό με το τσεκούρι αν δεν του κάτσω>>. << Τον έχεις χεσμένονε. Εμείς θάμαστε έξω από την πόρτα και θα τρέξουμε να τον συγυρίσουμε. Μη φοβάσαι τίποτα>>. Πράγματι ακούμε κάποια στιγμή να φωνάζει. <<Βοήθεια με έχει δέσει χεροπόδαρα και θα με σκοτώσει>>. Ορμάνε όλες μέσα και που δώσει τις περισσότερες μπουνιές στον Σκρούτζ.  Τον κάμανε ταλατιού. Από τότε η Ελενίτσα είχε κρεμασμένα στο λαιμό της τα κλειδιά του κασονιού και του αρμαργιού και είχε το γενικό πρόσταγμα στα του οίκου της και στα σκέλια της απόλυτο κουμάντο.  Αθάνατη και Διαχρονική Λυσιστράτη.

 

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Ο Πραματευτής


Κάθε Σάββατο κατά τις έντεκα το πρωί χειμώνα καλοκαίρι περιμέναμε τον πραματευτή από τα Δειλινάτα. Τον γλυκύτατο Λευτέρη Παυλάτο ο οποίος ερχόταν με το γάϊδαρό του φορτωμένο ότι μπορεί να φανταστεί ο νούς του ανθρώπου. Φουστάνια, είδη προικός, τσιμπιδάκια και πολλά άλλα και είναι να απορεί κανείς πως άντεχε τόσο βάρος το ζωντανό του. Ο Λευτέρης όμως ακολουθούσε πεζός. Διαλαλούσε την πραμμάτια του με στεντόρια φωνή ως εξής. <<Αντρικές και γυναικείες σκάλτσ (κάλτσες) ροκέλα, χτένες, μοσκοσάπουνο, παραμάνες γνέματα>>. Παρόλο που είχε πολλά εμπορεύματα δεν πρόσθετε ούτε αφαιρούσε ποτέ λέξη από το τροπάριο που διαλαλούσε. Έβγαιναν όλες οι νοικοκυρές στις πόρτες τους και τον περίμεναν και όλες ψώνιζαν. Ο Λευτέρης ήταν μετρίου αναστήματος, ξανθός με υπέροχα γαλανά σαν τη θάλασσα μάτια. Δεν υπάρχει πια στη ζωή μα εγώ τον θυμάμαι πάντα με νοσταλγία για τον ίδιο και την πραμμάτια του.

 

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Ακούστε όλο το χωριό τα Φαρακλάτα


Γιά σπουδαίες ανακοινώσεις κοινού ενδιαφέροντος π.χ. επίσκεψη κάποιου πολιτικού ή κάποιου θαυματοποιού τύπου Κουταλιανού ανέβαινε κάποιος νέος στο καμπαναριό της Βαγγελίστρας πού ήταν πανύψηλο και σαν ιμάμης αφού χτύπαγε για πολλή ώρα ξέφρενα τις καμπάνες που ακούγονταν μέχρι το Αργοστόλι, φώναζε << Ακούστε όλο το χωριό τα Φαρακλάτα απόψε την τάδε ώρα θα μιλήσει ο μεγάλος μας πατριώτης πολιτικός ο Ευάγγελος Δενδρινός στο καφενείο του Σπύρου και δεν πρέπει να λείψει κανένας>> και τα λοιπά και τα λοιπά. Κάποιες φορές από το καμπαναριό μας καλούσαν να πάμε όλα τα παιδιά για κάποιον εμβολιασμό. Τα περισσότερα πηγαίναμε αλλά μερικά κρύβονταν σε σπηλιές στο βουνό για να μην τα αναγκάσουν οι Γονείς τους να εμβολιαστούν. Εμείς οι πιό γενναίοι τους γιουχάραμε για πολύ καιρό. Κότες τους ανεβοκατεβάζαμε και με καμάρι τους δείχναμε τις βατσίνες μας.