Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Μετά Φόβου Θεού


Όταν αγόρασα το πρώτο μου αυτοκινητάκι, ένα χαριτωμένο Σεβέλ της Σεβρολέητ ,με τη βοήθεια βέβαια των Γονιών μου,  αφού ήμουν μόνο 17 χρονών, υποσχέθηκα στη μάνα μου και στη μάνα της τη λατρεμένη μου Νόνα, μια μεγάλη βόλτα όπου θέλουν. Η νόνα μου ζήτησε να την πάω να λειτουργηθεί σε ένα Μοναστήρι με Έλληνες μοναχούς. Κοντά στο Άλμπανυ της Νέας Υόρκης. Πάνω σε βουνό δυό ώρες ανηφορικής οδήγησης. Η λειτουργία ήταν Θεϊκή. Ανάταση ψυχής. Η νόνα μου ήθελε τόσο να μεταλάβει αλλά είχαμε φάει πρωϊνό κι έτσι ούτε να το διανοηθεί. Άρχισε όμως τους αναστεναγμούς. <<Βρέ νόνα μου να μεταλάβεις>> της έλεγα .<<Κάναμε τόσο δρόμο. Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχουσιν>> της έλεγα γιατί δεν άντεχα τα αχ και βαχ της. Με τα πολλά την έπεισα. Όταν στο Αρχονταρήκι μας πρόσφεραν καφέ έτρεξε κλαίγοντας στον Ηγούμενο να εξομολογηθεί το ατόπημά της. Και κείνος της είπε τα εξής. <<Όταν ο ιερέας καλεί τους πιστούς να μεταλάβουν δεν καλεί τους νηστικούς η τους ταϊσμένους. Βγαίνει στην μεσαία Πύλη του Ιερού με το Δισκοπότηρο υψωμένο και ψάλει ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ ΘΕΟΥ,ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ ΠΡΟΣΕΛΘΕΤΕ>>. Ποτέ δεν ξέχασα τα λόγια του και πόσο ευτυχισμένη έκαμε τη Νόνα μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου