Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Στον βετεράνο πατέρα μου και στούς συμπολεμιστές του



Γεννήθηκα μετά τον πόλεμο αλλά ο πατέρας μου πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο και οι ιστορίες που μας έλεγε ήταν συγκλονιστικές. Περισσότερο από κάθε ιστορικό βιβλίο και κάθε πολεμικό ανταποκριτή τίποτα δεν μπορεί να σταθεί μπροστά στον προφορικό λόγο των γενναίων πολεμιστών που είδαν δίπλα τους να πεθαίνουν οι συμπολεμιστές τους, χωρίς να μπορούν να τους προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια. Αργότερα μαθήτρια του Δημοτικού Σχολείου Φαρακλάτων με πολύ καμάρι και υπερηφάνεια απήγγειλα το ποίημά μου στη γιορτή για την 28η Οκτωβρίου κοιτάζοντας κατάματα τον πατέρα μου πού καθόταν στην πρώτη γραμμή και έκλαιγε. Πολλοί σαν και κείνον γύρισαν ανάπηροι, άλλοι έμειναν στα χιονισμένα βουνά τροφή στα όρνια και η Πατρίδα τους περισσότερους τους αγνόησε και δεν τους τίμησε. Νομίζω όμως πως όλοι θα ξανάπιαναν τα όπλα χωρίς δεύτερη σκέψη γιατί τότε ξέρανε γιατί πολεμούν. ΠΑΤΡΙΔΑ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Σήμερα μάλλον αυτό το τρίπτυχο είναι αμφισβητούμενο. Ο πατέρας μου γύρισε από το μέτωπο εντελώς κουφός και βασανιζόταν χρόνια από αυτή την αναπηρία χωρίς να ζητήσει από την πολιτεία τίποτα. Για αρκετά χρόνια δεν είχε τα χρήματα να αγοράσει ακουστικό μέχρι που δούλεψε κατά την ανοικοδόμηση μετά το σεισμό του 1953.  Στα 70 του χρόνια χειρουργήθηκε στην Αμερική και όταν είπε στον γιατρό του ότι έχασε την ακοή του στον πόλεμο  δεν δέχθηκε καμία αμοιβή. Δεν ξεχνώ τη στιγμή που τον περίμενα έξω από το χειρουργείο όπου μπήκε με το ακουστικό στο αυτί και βγήκε χωρίς να το φοράει. Ρώτησα τον γιατρό <<πώς πήγε η επέμβαση>> και μου απάντησε << ρώτα τον πατέρα σου>>. τρελάθηκα από χαρά. Για πρώτη φορά στη δική μου ζωή ο λατρεμένος μου πατέρας άκουγε όπως εγώ και ένας υπέροχος Αμερικανός δεν δέχθηκε αμοιβή από έναν βετεράνο. Αφιερώνω τούτη την ανάρτηση στον πατέρα μου και σε όλους εκείνους που είδε να πεθαίνουν δίπλα του για την Πατρίδα. Η φωτογραφία είναι από παρέλαση της 28ης στο Γυμνάσιο Αργοστολίου τότε που ήταν τιμή μας να παρελάσουμε. Το έτος 1963. Θα αναφερθώ μόνο στην πρώτη σειρά.  Δεξιά Η Σπανού Μαρία και αριστερά Λυκούδη Γεωργία του Σπυρίδωνος. Εγώ δηλαδή. Και οι δυό μας από Φαρακλάτα.  ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ.    

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Δύο Πατρίδες


Τα χρόνια που έζησα στην Αμερική νοσταλγούσα βασανιστικά τα παιδικά μου χρόνια τα αθώα και ανέμελα.  Όταν επέστρεψα στο νησί μου δεν φανταζόμουν ότι θα εξακολουθούσα να βασανίζομαι πάλι από νοσταλγίες. Δεν μπορείς να διαγράψεις μια εικοσαετία που ξεκίνησε στα 14 και τέλειωσε στα 34.
 Χωρίς αμφιβολία είναι τα ανήσυχα χρόνια της εφηβείας, η εποχή που τρελαίνονται οι ορμόνες ενός κοριτσιού που κατά βάθος είναι ακόμη παιδί, τα χρόνια που κάνεις τους φίλους σου τους αληθινούς, τα χρόνια του πρώτου έρωτα. Είναι οι φίλοι των φοιτητικών θρανίων και αργότερα  οι συνάδελφοι στον επαγγελματικό τομέα. Όσο είναι δεδομένοι δεν τους δίνουμε πιθανόν την σημασία που τους αξίζει. Μόλις βρέθηκα λοιπόν μακριά τους πνιγόμουνα από τη θλίψη της απουσίας τους και για πρώτη φορά κατάλαβα τι σημαίνει το κλισέ έχω δύο πατρίδες. Είναι κατά κάποιο τρόπο ένας διχασμός και μια ταλάντευση για το που τελικά ανήκεις όταν γίνεσαι μετανάστης. Υπήρχαν στιγμές που μελαγχολούσα αλλά σύντομα οι φίλοι των παιδικών χρόνων και οι καινούργιοι που έκανα,  σχεδόν διέγραψαν εκείνους της ξενιτιάς. Βέβαια δεν τους ξεχνώ αλλά δεν υποφέρω για πάρτη τους και αποφάσισα ότι η δεύτερη πατρίδα είναι μια χώρα που για τους δικούς της λόγους σε δέχεται και σε υιοθετεί αλλά δεν μπορεί να γίνει αληθινή πατρίδα σου τουλάχιστον όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι. Για μένα κάθε μορφή υιοθεσίας δεν είναι το απόλυτα γνήσιο και καθαρό που εγώ επιδιώκω όλη μου τη ζωή και κρύβει μια νοθεία, ένα ας πούμε (ένα μπαστάρδεμα) που δεν ταιριάζει στον χαραχτήρα μου. Έτσι αποφάσισα ότι το δύο πατρίδες δεν ισχύει για μένα συνεπώς δεν υπάρχει διχασμός. Είμαι λοιπόν στο σπίτι μου, στο νησί μου, στην Πατρίδα μου, και χωρίς έπαρση λέω είμαι γαλήνια και ευτυχισμένη.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Επιστροφή




Αν και ήμουν μόνο 14 χρονών όταν πήγα στην Αμερική, παρέμεινα παθιασμένη νοσταλγός της Κεφαλονιάς. Μου άρεσαν πολλά πράγματα σε αυτή τη Μεγάλη Χώρα και αν μπορούσα θα τα έφερνα μαζί μου όταν επέστρεψα αλλά δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα. Μου λείπει η παντελής απουσία της γραφειοκρατίας που εδώ μας βασανίζει τόσο, μου λείπει η αξιοκρατία, που τότε τουλάχιστον ήταν σε ισχύ και φυσικά εφαρμόζονταν οι Νόμοι από τους οποίους κανείς δεν εξαιρείτο. Από τότε όμως που γύρισα έχουν περάσει 32 χρόνια και πιθανόν να μην ισχύουν όσα εγώ βίωσα στα είκοσι χρόνια διαμονής μου  στην ξενιτειά. Εκείνο που δεν άντεχα ήταν οι ρυθμοί της ζωής που δεν ταίριαζαν καθόλου με το δικό μου ταμπεραμέντο. Δουλειά και σπίτι και ένα Σάββατο μόνο για προγραμματισμένη ψυχαγωγία. Για να επισκεφτώ ακόμη και τις αδελφές μου έπρεπε να τηλεφωνήσω και να ζητήσω την έγκρισή τους διαφορετικά έτρωγα πόρτα.  Από τις έξι το απόγευμα δύσκολα κυκλοφορούσε άνθρωπος έξω. Δείπνο το αργότερο στις εφτά και ύστερα καναπές και ύπνος. Όταν παντρεύτηκα και πήγα κοντά στη Νέα Υόρκη ξαναζωντάνεψα. Για μένα και τον Γιώργο το χρήμα δεν ήταν αυτοσκοπός. Θέλαμε να ζήσουμε και να χαρούμε ότι μας έδινε αυτή η χώρα. Η Νέα Υόρκη μαγική πόλη αλλά για να τη χαρείς πρέπει να χαλάς λεφτά και εμείς αυτό κάναμε. Και ταξιδεύαμε πολύ. Θεωρούσαμε και οι δυό το ταξίδι σαν την καλύτερη επένδυση και δεν μετανοιώσαμε ποτέ. Ερχόμαστε και στην Ελλάδα τακτικά και αποφασίσαμε ότι θα γυρίσουμε πίσω στο νησί μας γι'αυτό και ποτέ δεν αγοράσαμε σπίτι δικό μας. Προσωπικά εγώ που είμαι λάτρης του ψαροντούφεκου, αποφάσισα πως όποιος κολυμπήσει στις θάλασσες της Κεφαλονιάς δεν πρόκειται να του αρέσει καμία άλλη θάλασσα. Και έτσι ένα ωραίο καλοκαίρι διακοπών μας πρότειναν να αναλάβουμε ένα Ξενοδοχείο και χωρίς δεύτερη σκέψη δεχθήκαμε. Γυρίσαμε πίσω, πακετάραμε την οικοσκευή μας και από τότε ξαναγίναμε ευτυχισμένοι. Ευτυχώς είμαστε και από το ίδιο χωριό και κάμαμε το σπιτικό μας στα Φαρακλάτα. Είναι υπέροχο να ζείς στον τόπο που γεννήθηκες ακόμα και αν κάποια πράγματα σου δυσκολεύουν λίγο τη ζωή.


Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Απαγορεύεται ο Αγοραίος Έρωτας.


Kλείνω τις  αναφορές μου στους λαθραίους μας με μια αφιέρωση σε έναν από αυτούς που δεν μπόρεσα να βοηθήσω όσο και αν προσπάθησα. Ήταν ένας κοντούλης ανθρωπάκος με σπινθηροβόλο βλέμμα και ύφος και ντύσιμο που θύμιζε κουτσαβάκια άλλης εποχής.
Ήταν κατηγορούμενος για απόπειρα φόνου και συμμετοχή σε αγοραίο έρωτα, που θεωρητικά απαγορεύεται και διώκεται ποινικά από τον Αμερικάνικο Πουριτανισμό. Βέβαια αν σε πιάσει κόκκινο φώς στο Μανχάταν δεν γλυτώνεις από τις κοπέλες που ορμούν σε άνδρες και γυναίκες με θράσος και τόλμη εξασκώντας παράνομα το αρχαιότερο επάγγελμα που κατά την άποψή μου είναι ευγενές και χρήσιμο. Ήταν δύσκολη υπόθεση με 12 ενόρκους και η ακροαματική διαδικασία κράτησε δέκα μέρες. Απαγορευόταν να τον πλησιάσω εκτός αίθουσας και ήταν ολομόναχος και απελπισμένος. Όσο κράταγε  η απολογία του με κοίταζε με τρόμο και μου πέταγε σε δύσκολες ερωτήσεις την φράση <<Τι να πώ ρε αδελφούλα>>? Έτρεμε το φυλοκάρδι μου μη χάσω τη δουλειά μου και μετέφραζα γρήγορα ως εξής: <<τι να πώ ρε πεθαμένη μου αδελφούλα. Βοήθα με>>. Μιά νύχτα λοιπόν τον ψάρεψε μια νεαρή Αφροαμερικάνα 18 χρονών και όταν την οδήγησε σε μια πολυκατοικία που ζούσε , κανόνισαν την τιμή και αυτή του είπε όπως λέει και το τραγούδι (και η Ελένη κλεί την πόρτα και του λέει πέσε πρώτα ντάγκλαμέ κ.λ.π.) ανοίγει ένα συρτάρι και  βγάζει ένα κουτί από λουκούμια γεμάτο δολάρια για την πληρώσει. Αυτή ορμάει με ένα μαχαίρι και τον πετσοκόβει κανονικά για να τον ληστέψει. Από τις φωνές του ορμήσανε όλοι οι λαθραίοι της πολυκατοικίας και την κάμανε ταλατιού. Οδηγήθηκαν όλοι στο τμήμα και οι τραυματίες στο Νοσοκομείο. Βέβαια ο δικός μας δικάστηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας και για συμμετοχή στον αγοραίο έρωτα. Πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος. Η μικρή ούτε γάτα ούτε ζημιά γιατί ήταν ανήλικη. Φυσικά έκαμε φυλακή και μετά απέλαση αφού πήρε στο λαιμό του και τους σωτήρες του λαθραίους. Αυτή η δίκη είχε τέτοιο γέλιο με τα λεγόμενά του που ο δικαστής χτύπαγε συνέχεια το κουδούνι για να σταματήσει τα χαχανητά. Ακούστηκαν χοντράδες από το κουτσαβάκι που αναγκάστηκα να τις  μεταφράσω επί λέξη αλλά ευτυχώς δεν είμαι υποχρεωμένη να τις  επαναλάβω. Ξέρω ότι ζεί στην πατρίδα του (το Καρπενήσι) και είναι στις προθέσεις μου να τον επισκεφθώ κάποια στιγμή.